Τακούσιη-Χριστοφόρου Λένια

Η Λένια Τακούσιη-Χριστοφόρου γεννήθηκε τον Απρίλη του 1963. Είναι παντρεμένη με τον Κώστα Χριστοφόρου και έχει δύο παιδιά, τη Γεωργία και τον Μάριο. Είναι διευθύντρια ξενοδοχείου. Έχει πλούσια δράση στα πολιτικά και πολιτιστικά δρώμενα. Διετέλεσε Δημοτική Σύμβουλος και Πρόεδρος της Πολιτιστικής Επιτροπής του Δήμου Δερύνειας για 10 χρόνια, από το 2001 μέχρι το 2011. Διετέλεσε επίσης Πρόεδρος του Παγκύπριου Συνδέσμου Πολλαπλής Σκλήρυνσης από το 2006 για 7 χρόνια. Συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε το υλικό για το Λεύκωμα ΜΝΗΜΗ KAI ΤΙΜΗ που εξέδωσε ο Δήμος Δερύνειας το 2001 για τους Δερυνειώτες Βετεράνους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 2012 εξέδωσε τα βιβλία, Ανθρώπινη ασπίδα και Από καρδιάς που συμπεριλαμβάνουν ποίηση, λογοτεχνικά κείμενα και συνεντεύξεις. Είναι μέλος του Θεατρικού Ομίλου του Δήμου Δερύνειας. Της αρέσει η φωτογραφία, η λογοτεχνία και γράφει ποίηση. Υπήρξε συνεργάτιδα του Ραδιοσταθμού Άστρα 92,8.

Δείγματα Γραφής

Ήταν καινούργια.
Ολοκαίνουργια.
Σε θάμπωνε η γυαλάδα τους.
Μα ήταν πάντα σκυθρωπά
μελαγχολικά
θλιμμένα.
Προσπαθούσαν να κρυφτούν
στο πλάτος του παντελονιού.
Ένιωθαν άβολα
γιατί δεν μπορούσαν να χρησιμεύσουν
παρ’εκτός…
για να ντύνουν τα πόδια του για να μην κρυώνουν.
Έτσι όπως φοράς ένα σακάκι.
Το περπάτημα…
το ανέλαβαν δύο ρόδες.

Από καρδιάς, 2012.

Έρχεται αδυσώπητος
απειλητικός
μας κλέβει τις στιγμές…
τις ώρες…
τις μέρες…
μας κλέβει την ίδια τη ζωή…
Ποτέ όμως δεν έχεις το δικαίωμα να τον κατηγορήσεις
ούτε καν να τον ρωτήσεις «γιατί»;
Είναι ο μόνος κλέφτης που πάντα έχει δίκιο.
Κι αφού δεν μας μένει επιλογή…
…ας τον κάνουμε φίλο.
Γιατί απ’ την άλλη… για να ’μαστε και «δίκαιοι»…
αυτός μας προειδοποιεί… κι όλο μας λέει…:
«Ζήστε τις στιγμές… πριν έρθω να σας τις κλέψω…»!
Στο τέλος…
ίσως και να χρειαστεί να του απολογηθούμε κιόλας,
πως δεν φταίμε ’μεις που δεν προλάβαμε…
φταίει η ζωή που ’ναι μικρή!

                                                    Από καρδιάς, 2012.

Ούλλον τον κόσμον αγαπώ
τζιαι ούλλον σιαιρετώ τον
μα…όποιος τζι’ αν ’ρέξει σταματώ
μεινήσκω τζιαι θωρώ τον.
Θωρώ… πρώτα τα ’μμάθκια του
αν ’νεν γλυτζιά τζιαι μαύρα.
Θωρώ τζιαι τα στομόσιειλα
του Τζιύρη του που ’μοιάζαν
τζιαι η καρκιά μου…
…τζιαι η καρκιά μου σταματά
φουγκράζεται… τζιαι εν ’φακκά
γροικά… πάει να σπάσει.
Μα…
μα… τούτος…
τούτος εν ο Αντρίκκος μου
που ’χάθην μες στον πόλεμον
ποτζιεί πουν’ το Καρπάσιν,
τζιαι τη φωτογραφίαν του
στη πούγκαν μου την έχω
θαρκούμαι…
θαρκούμαι πως εν δίπλα μου
τζι’ εν για να τον προσέχω.
Μεινήσκω πιον να τον θωρώ
διώ του μια φοράν γυρόν
τζιαι στέκω τζι’ αρωτώ τον:
«Συμπάθα με…
συμπάθα με τον γιόκκαν μου…
μα ’ν είσαι ο Αντρίκκος
που ’ρτασιν τζιαι συλλάβαν σε
στες φασαρίες τότες
τζιαι ύστερα επέψαν σας
στον πόλεμο στρατιώτες;
Τζι’ έσιει που τότες που κρατώ
τούντην φωτογραφίαν
τζι’ όπου σταθώ, τζι’ όπου βρεθώ
ούλλον τον κόσμον αρωτώ
αν έσιει που σε είαν;
Ο Τζιύρης σου εν τ’ άντεξεν
έφαν τον το μαράζιν,
τζιαι τη φωτογραφίαν σου… επήρεν μες στο χώμαν,
κρατεί την μες στα σιέρκα του… τζιαι καρτερά σε ’κόμα.
Έτσι τζιαι ’γιώνις γιόκκα μου
πον’ ’να με πάρει ο πλάστης
κόμα τζιαι μες στον τάφον μου
εν’ να προσμένω…
να ’ρτεις…».

Ιούλης 1996

Από καρδιάς, 2012.