Σακκάς Νίκος

Ο Νίκος Σακκάς γεννήθηκε το 1959. Έχει εργαστεί ως μηχανικός στη βιομηχανία, σε τεχνικές εταιρείες και εταιρείες συμβούλων επιχειρήσεων, ως καθηγητής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ως τεχνικός εμπειρογνώμονας σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Σήμερα είναι καθηγητής σε Ελλάδα (Μεσογειακό Πανεπιστήμιο), Αγγλία (Πανεπιστήμιο Hull) και ασχολείται με την εκπαίδευση και την ανάπτυξη και εμπορία προϊόντων στην περιοχή της πληροφορικής (Κύπρος, Κορέα & Ρουμανία) στnν περιοχή του λεγόμενου citizen technology.

Τα τελευταία χρόνια ασχολείται συστηματικά με το γράψιμο.

Το 2012 δημοσίευσε από τις εκδόσεις Παρασκήνιο (Eλλάδα) το βιβλίο “Οι δυο ρολογάδες”.

Το 2013/ 2016 από τις εκδόσεις artdrop (Κύπρος) δημοσίευσε το λογοτεχνικό έργο “Φεγγαρόφωτο” (2 εκδόσεις), ενώ την ίδια χρονιά (2013) εξέδωσε πάλι με το artdrop το δοκίμιο “Παράλογος Λόγος”.

Το 2014 εξέδωσε τη νουβέλα “Ελληνικός διπλός, σκέτος” που μεταφράστηκε και στα αγγλικά “Double Black Greek Coffee”.

To 2015 εξέδωσε το μυθιστόρημα “Aδέσποτο φως” που μεταφράστηκε και στα αγγλικά “Stray Light”.

Tο 2016 εξέδωσε το θεατρικό έργο “Κύκλος”, το οποίο στην αγγλική του μετάφραση (The Cycle) βραβεύτηκε σε διαγωνισμό στις ΗΠΑ.

Tο 2018 εξέδωσε από την Amazon και στα αγγλικά το βιβλίο “Democracy Again! The EU Megapolis and the challenge of democracy”.

Για όλα τα παραπάνω βιβλία υπάρχει μερική ή ολική ηλεκτρονική πρόσβαση (ελληνικά και αγγλικά) από τον ιστότοπο www.artdrop.net. Εκεί θα βρει κανείς και “γνώμες τρίτων”.

Έχει γράψει και αρκετά ποιήματα και διηγήματα χωρίς να έχει εκδώσει κάτι σχετικό ακόμη. Tέσσερα ανέκδοτα ποιήματα και ένα διήγημα ακολουθούν πιο κάτω

Δείγματα Γραφής

Το στρείδι άνοιξε,

γεύτηκε χρώματα, φωνές και μυρωδιές

και κίνησε να ξανακλείσει,

για πάντα με την ανάμνησή τους

 

Η πέτρα το λυπήθηκε,

κύλισε και το εμπόδισε

και τ’ άφησε λιγάκι ανοικτό,

να χαίρεται και να προσμένει,

τις χάρες του έξω κόσμου.

Η γαλήνη της παλιάς πόλης,

τα κρύα και μισοσκότεινα απογεύματα του Νοέμβρη,

στη σκιά του βράχου και του μέτρου.

Μια εύθραυστη γαλήνη, δίπλα στο βουητό της νέας πόλης,

σαν την ψυχή μετά στο τέλος μιας εποχής ολάκερης.

 

Το κάλεσμα του Διόνυσου, νύχτα χειμώνα, Σάββατο.

Κόσμος πολύς, πασχίζει ευλαβικά να κρατηθεί,

μες στη βραδιά, μες στη λατρεία.

 

Τα σοκάκια κι οι λεωφόροι,

πλημμυρίζουν και παραδίνονται,

στις μαγευτικές μυρωδιές της ανοιξιάτικης νύχτας.

Μέχρι κι αυτές να σβήσουν, να υποκλιθούν,

σ’ ένα παγκόσμιο φως που ανατέλλει.

 

Τα άδεια κτίρια, οι έρημες πλατείες,

εξόριστες τον Αύγουστο, στην κάψα του μεσημεριού.

Κι η λύτρωση μετά της νύχτας,

όταν απ’ το θαλάσσιο σύνορο,

μνήμη ελευθερίας και αύρα απόδρασης φυσάει.

 

Αν με τούτα γελαστείς,

αν στοχαστείς ότι αλλάζει η πόλη στις εποχές του χρόνου,

η πόλη πάντα ίδια μένει.

 

Αν μ’ άλλα πάλι λυπηθείς,

αν σου φανεί ότι σπαράζει η πόλη, στις εποχές τ’ ανθρώπου,

αν νιώσεις ότι η σάρκα της ματώνει,

η πόλη πάντα ίδια μένει.

 

Ο Ηριδανός, ακόμη αναβλύζει.

Σαν ησυχάσει η πόλη, ακόμη ακούγεται η φωνή του.

Η πανωραία, η αιώνια,

η απαράλλαχτα φερμένη, από τις εσχατιές του χρόνου.

Χορευτές,

που μ’ ευλάβεια τη ζωή γιορτάζουν.

Αυτό είμαστε άραγε;

Σύντομοι μόνο, γι’ αυτό,

καχύποπτοι κι απείθαρχοι σε κάθε τάξη.

 

Χορευτές, καθοδόν.

Λίγα τα βήματα,

κι άλλο δε μένει στους τυχερούς

παρά η μικρή στιγμή και το μεγάλο πάθος.

Παράξενη κι αλλιώτικη γιορτή,

σύντομη κι απρόβλεπτη.

Τίποτα το ελαφρύ, τ’ ανόητο,

ή τ’ απερίσκεπτο.

 

Σπάραγμα καρδιάς μονάχα,

κι ένα παιγνίδι άναρχο .

 

Φάνηκε τώρα, ο χορογράφος.

Άγνωστο θεό,

τον λέγαν τ’ αρχαία χρόνια,

μ’ ακρίβεια, με σύνεση και τόλμη

αψηφώντας όλους τους άλλους τους θεούς,

με τα εφήμερα ονόματα.

 

Νέοι χορευτές προβάλουν στη σκηνή

καλύπτουν τον άδειο χώρο,

που αφήσαμε, επιστρέφοντας,

στην αρχική μας μήτρα, στ’ άγνωστο.

Στο χάος, το θεμέλιο, του Ησίοδου,

στη μόνη πατρίδα.

Στον άλλο χορό

που ακάματα, μαζί, τον σέρνουν,

μηδέν και άπειρο, αγκαλιά.

Γελάστηκε, το πρώτο,

από του κόσμου την υπόσχεση.

Απ’ την πλανεύτρα γλύκα της πρωινής αχτίνας.

Κι αστόχαστα, περήφανα, ψηλά,

τον άδροσο βράχο προτίμησε.

Θυμίαμα στον ήλιο, έγινε εκεί .

Κι απόμεινε άσαρκο και άδειο

ενθύμιο ζωής, αχός του φλοίσβου.

Μοιρολόι μονότονο,

που τότε μόνο ακούγεται,

σαν το πλησιάσεις, σαν το ακροαστείς.

 

Πιο κάτω, στο βυθό, βαθιά,

δροσιά βέβαιη, με σύνεση,

το δεύτερο αναζήτησε.

Εκεί κρύφτηκε.

Κι αν τη μανία του ήλιου γλίτωσε,

αβάσταχτη ήταν τώρα των χρωμάτων η απουσία,

των μυρωδιών, του ουρανού.

Κι άφωνος ο άλλος κόσμος γύρω.

 

Και τ’ άλλο, το τρίτο,

το σύνορο νερού κι αέρα,

την αγκαλιά του βράχου,

εκείνη διάλεξε.

 

Και σαν προβάλει ο ήλιος,

και διώχνει τη σκιά

και σε θυσία το καλεί,

καλά τούτο το ξέρει.

 

Τ’ αγέρι του μεσημεριού,

σε λίγο θα ακουστεί.

Το κύμα του, παντού ζωή θα φέρει,

του ήλιου, την καυτερή ματιά θα γαληνέψει.

Κι αργότερα, τη νύχτα,

το ίδιο εκείνο, χθεσινό, αστέρι θα φανεί,

και την κουβέντα τους θα συνεχίσουν.

Ο Γιώργος ανέβηκε βιαστικά τη σκάλα για το δεύτερο όροφο του Λαϊκού. Λαχανιασμένος, κοντοστάθηκε έξω απ’ την πόρτα της εντατικής όπου νοσηλευότανε ο πατέρας του. Είχε κάπως αργήσει στο ραντεβού του με το γιατρό. Δίστασε για μια στιγμή αν έπρεπε να μπει, η αν ήταν καλύτερα να τον περιμένει. Πριν προλάβει να το ξανασκεφτεί και να καταλήξει σε απόφαση, άνοιξε η πόρτα του δωματίου. Ξεπρόβαλε ο γιατρός με μια νοσοκόμα.

“Γεια σας κύριε Σταυρόπουλε”, ξεκίνησε ο γιατρός με ύφος στενάχωρο. Και συνέχισε με μια έκδηλη ενόχληση: “ξέρετε, σας περίμενα ώρα πολλή, αργήσατε!” Η νοσοκόμα χαιρέτησε βιαστικά κι έφυγε για κάποια άλλη υποχρέωση. Αμέσως μετά συνέχισε ο γιατρός. “Δεν έχω σπουδαία νέα. Όπως σας είπα και στο τηλέφωνο, ο πατέρας σας, ξέφυγε τον κίνδυνο από το νέο έμφραγμα, αλλά η κατάστασή του παραμένει πολύ κρίσιμη. Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σας κύριε Σταυρόπουλε. Είναι βλέπετε κι η ηλικία του πολύ προχωρημένη. Κάναμε, κάνουμε, ό,τι μπορούμε, αλλά τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα.”

Ο Γιώργος σα να κατάλαβε. Καθυστερημένος κι εμβόλιμος ήταν ο ενεστώτας του γιατρού. Αυτό το “κάνουμε”, που του είπε. Αναρωτήθηκε αν είχε κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο ή αν εξαντλιόταν στην παρηγόρια και την ευγένεια. Βρήκε άσκοπο να ρωτήσει κάτι παραπάνω.

“Γιατρέ, μπορώ να μπω μέσα”, ρώτησε.

“Δεν επικοινωνεί κύριε Σταυρόπουλε. Ψελλίζει καμιά φορά το όνομα “Δέσποινα”, της μητέρας σας όπως μου είχατε πει, λέει και για ένα βιβλίο, κάπως αγχωμένα, αλλά πολύ δύσκολα. Δεν ξεχωρίζουμε τις συλλαβές, δεν καταλαβαίνουμε τι εννοεί. Το βιβλίο του νου.. λέει τώρα, το βιβλίο του που… λέει, σίγουροι δεν είμαστε. Αλήθεια, πάει ο νους σας πουθενά; Η πρώτη συλλαβή βγαίνει συγκεχυμένη. Για τις άλλες δεν έχει δύναμη. Αυτά είναι όλα. Στο ερώτημά σας τώρα. Αν το επιθυμείτε πολύ να μπείτε. Για λίγο όμως. Εγώ σας χαιρετώ. Ελπίζουμε όλοι για το καλύτερο. Όμως τα πράγματα είναι δύσκολα”, διευκρίνισε ξανά και με κάποια έμφαση ο γιατρός.

Κι αμέσως μετά συνέχισε. “Ξέρετε, πέρασε κι ο γιος σας πριν λίγο. Τον ενημέρωσα κι αυτόν. Τον ρώτησα μήπως τυχόν υποψιάζεται τι είναι αυτό που ζητάει ο παππούς του, αλλά ιδέα δεν είχε κι αυτός. Μου είπε ότι έχει διαβάσει αφύσικα πολλά βιβλία ο παππούς, είναι δύσκολο να βρεις άκρη. Του είπα ότι όπου να ’ναι θα ’ρχόσασταν και εσείς. Βιαζόταν όμως, δε μπορούσε να σας περιμένει”, ολοκλήρωσε, ξαναφέρνοντας, πλαγίως, το θέμα στη μεγάλη καθυστέρηση του Γιώργου. Σα να τον είχε βγάλει για τα καλά απ’ το πρόγραμμά του.

==

Ο πατέρας του Γιώργου, ο μπάρμπα Σταύρος, περπατούσε πια τα 98. Κι ο πατέρας του γιατρού, μπάρμπα Θάνο τον λέγανε αυτόν, ήταν ο τελευταίος φίλος, συνομήλικός του στη ζωή. Λιγάκι νεότερος ίσως, ένα δυο χρόνια, αν και τι σημασία έχουν ένα δυο χρόνια σ’ αυτές τις ηλικίες; Πόσα ν’ αλλάξουν; Αντάρτες κι οι δυο, το ’φερε η ζωή και πήρανε μαζί τις ίδιες αποφάσεις. Μαζί μπήκαν, μαζί βγήκαν απ’ το αντάρτικο. Σ’ αυτό το δεύτερο, που βγήκαν δηλαδή, ήταν που χάσανε και τις άλλες, τις πιο πολλές φιλίες τους. Χωρίς όμως και να βρουν φίλο καινούργιο ή συγχώρεση μες στους προηγούμενους εχθρούς. Απόμειναν έτσι μεταξύ τους, οι δυο τους μονάχα. Δυνάμωσε για τα καλά και η φιλία τους. Και βάσταξε όλα, τα πολλά χρόνια, που ακολούθησαν, σ’ όλα τα βάσανα, τις τιμωρίες και την καταφρόνια. Και απ’ τη μια μεριά, των παλιών φίλων δηλαδή, κι απ’ την άλλη μεριά, των παλιών εχθρών. Ο Σταύρος είχε περάσει ένα μεγάλο έρωτα, τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο. Μες στη φυλακή ήταν, έξω ήταν, πράγμα δεν άλλαζε. Έρωτας μεγάλος η Δέσποινα. Κι άντεξε, ο Σταύρος, μέχρι να της κερδίσει την εμπιστοσύνη. Ότι δηλαδή δε θα της χάριζε μια ζωή απ’ το ένα καράβι στ’ άλλο, να περιδιαβαίνει τα μακρονήσια, τα πολλά, της εποχής. Αμνηστεύτηκε κάποια στιγμή, φάνηκε να μπαίνει η ζωή του σε κάπως πιο απάνεμο γιαλό. Ενέδωσε τότε η Δέσποινα, περισσότερα δεν μπορούσε να περιμένει μες στην αγριάδα της εποχής. Τον αγαπούσε κι αυτή. Φτάνει που φαινότανε να γαληνεύουν κάπως τα πράγματα. Αυτό της άρκεσε.

Κι αγωνίστηκε σκληρά ο Σταύρος τα χρόνια που ήλθαν. Ήσυχο ότι θα τον αφήσουν, ποτέ δεν ήταν σίγουρος. Αγωνίστηκε μες στην αβεβαιότητα, νύχτα, μέρα, χωρίς στιγμή να λιποψυχήσει. Κι έφτιαξε πράγματα πολλά. Και δουλειές και σπίτια κι οικογένεια. Αφού μετά τα τόσα χρόνια κατάφερε τη Δέσποινα, δεν υπήρχε άλλο κάτι να του αντισταθεί. Έτσι το ’νοιωθε, τον καιρό εκείνο, ο Σταύρος. Κι έπαιρνε και δύναμη απ’ το φίλο του το Θάνο, που τραβούσε κι αυτός τον ίδιο δρόμο. Από νησάκι σε νησάκι μέχρι που τον βαρέθηκαν κι αυτόν και τον άφησαν να πάει στην ευχή. Περίπου την ίδια εποχή κατεβήκανε μαζί απ’ τα βαπόρια. Όπως ίδια εποχή περίπου κατεβήκανε κι απ’ τον αγώνα…

==

Και τώρα που μπήκε ο Σταύρος στην εντατική με αλλεπάλληλα εμφράγματα, ο Θάνος δεν ξεγελάστηκε, δεν έκανε λάθος. Ήξερε ότι έφευγε ο φίλος. Με το μεγάλο το καράβι, αυτή τη φορά, χωρίς πια γυρισμό. Γι αυτό και ξημεροβραδιαζόταν έξω απ’ την εντατική, μήπως και πάρει μια ανάσα, μια ανάσα τελευταία, ο Σταύρος. Να μην τη χάσει, αυτή, την τελευταία. Κι ας τον πίεζε ο γιος του, ο γιατρός, να πάει σπίτι, να μην περιμένει μάταια. Κι ας μην τον άφηνε να μπει μέσα καθόλου. Ανάσα εξάλλου καινούργια δε θα υπήρχε. Έτσι του μήνυε ο γιος του, με κάθε σαφήνεια, έστω και χωρίς να τ’ ονοματίζει. Και του ’λεγε να φύγει, κι ότι μέσα να μπει δεν επιτρέπεται.

Πουθενά όμως δεν πήγαινε ο Θάνος. Κι ας μην τον αφήνανε να μπει μέσα. Εκεί, απ’ έξω έμενε, να περιμένει τη νοσοκόμα. Να περιμένει μήπως φύγει ο γιος του και την καλοπιάσει και τον φωνάξει μέσα, αν τυχόν κι έπαιρνε λιγάκι μπρος και ζωντάνευε ο φίλος του.

==

Είχε καταφέρει ο Γιώργος, το ’χε καταφέρει, αρχή της δεκαετίας του ’80 ήταν όταν ρίζωσε στον οργανισμό. Λεπτομέρειες ποτέ δεν κυκλοφόρησαν. Ο πατέρας του, ο Σταύρος, είχε τότε απορήσει πολύ, χωρίς να καταφέρει να μάθει κάτι. Αυτός ήταν μια ζωή έξω απ’ το σύστημα, να τρώει καρπαζιές κι απ’ τη μια κι απ’ την άλλη. Πώς τα κατάφερε έτσι ο γιος,  και βολεύτηκε, έτσι σε μια νύχτα, στον οργανισμό, του φάνταζε πράγμα παράξενο. Το συζήτησε και με το φίλο του, το Θάνο, απάντηση όμως σαφή δεν πήρε. Του είπε ο Θάνος μόνο μια ιδέα, που τον έβαλε τότε σε σκέψεις. Του είπε ότι ήταν τέτοια η εποχή, που όσοι πολέμησαν στ’ αντάρτικο, η πολιτεία τώρα τους το αναγνώριζε και τους αντάμειβε. “Για στάσου ρε Θάνο, πολέμησε ο γιος μου στο αντάρτικο;” τον ρώτησε απορημένος ο Σταύρος. Απάντηση όμως ξανά δεν πήρε, και περισσότερα ούτε ρώτησε, ούτε ποτέ έμαθε.

Ήταν σε λίγα χρόνια μετά, που έφυγε κι η κυρά Δέσποινα. Κι όλα τούτα, τα παράξενα, τα νέα, τα καμώματα της πολιτείας, έχασαν μεμιάς για τα καλά τη σημασία τους.

==

Ήταν λίγος καιρός που είχε βγει στη σύνταξη ο Γιώργος. Έβλεπε το γιο, το Σταύρο το νεότερο, τον έβλεπε να χασομεράει στο πανεπιστήμιο κι έβαλε μπρος την ιδέα να τον βολέψει κι αυτόν στον οργανισμό. “Αφού τα κατάφερα για τον εαυτό μου, εποχές δύσκολες, τότε που ήμασταν όλοι στην οικογένεια απ’ την έξω μεριά, δε θα τα καταφέρω για το Σταύρο, τώρα, που έχω ανέβει ο ίδιος στο καράβι;” Έτσι αναρωτιόταν ο Γιώργος και με το δίκιο του. Κι έβαζε μετά τα δυνατά του.

Ο μικρός ο Σταύρος είχε κάνει οκτώ εννιά χρόνια να τελειώσει οικονομολόγος. Το παιδί χαζό δεν ήτανε, μήτε αδιάφορο. Έμπλεξε όμως με παρέες πολλές, εκδρομές μακρινές, με αγώνες καινούργιους, ατελείωτους, πολιτικούς. Έχασε, έτσι, χρόνια πολλά. Μέχρι ένα σημείο τα καταλαβαίνεις και τα προσδοκάς αυτά, από ένα παιδί, εικοσάρη. Το ’χε περάσει μόνο, πολύ, ο Σταύρος, αυτό το σημείο. Και τον προσπερνούσαν μετά, τον ίδιο, οι ατέλειωτες φουρνιές των νεότερων φοιτητών στο πανεπιστήμιο. Έτσι όμως μπλεγμένος με πολλά και δύσκολα που ήταν, με αγώνες για την κοινωνία και με καλοπέραση, μετά, για τον εαυτό του, δεν το κατάφερνε να τα φέρνει βόλτα όλα μαζί. Κι έφευγαν οι χρονιές, η μια μετά την άλλη. Και στάθηκε τυχερός που μόλις πήρε το πτυχίο, κατάφερε και του ’δωσε τη σκυτάλη ο Γιώργος, ο πατέρας του, και τον διόρισε, κι αυτόν, στον οργανισμό.

==

Αγαπούσε και θαύμαζε μετά ο Σταύρος, ο μικρός, το μεγάλο το Σταύρο, τον παππού. Για τους αγώνες και τον κατατρεγμό του. Τον έβλεπε καμιά φορά, που διάβαζε κάτι βιβλία στα ρούσικα, κι ο θαυμασμός του έπαιρνε άλλη διάσταση. “Έμαθε ο παππούς ρούσικα, να διαβάζει τους μεγάλους επαναστάτες της Ρωσίας, το Λένιν, τον Τρότσκι, απ’ το πρωτότυπο”, συλλογιζόταν, με θαυμασμό μεγάλο. Του φαινότανε μορφή μυθική, του εγγονού, ο Σταύρος ο μεγάλος. Κι εκεί παρέμεινε, πάντα. Στη μαγεία αυτή την ακατανόητη, για τα δικά του μέτρα. Κι όταν ο παππούς του, μια μέρα τού εξήγησε τις λεπτομέρειες, πώς δηλαδή έμαθε τα ρούσικα μαζί με το σύντροφό του το Θάνο, κι όταν του διευκρίνισε ότι δεν τα ’μαθε μόνο για τους μεγάλους επαναστάτες της Ρωσίας αλλά για να διαβάζει και τους μεγάλους της ποιητές, τον Πούσκιν, το Μαγιακόφσκι, ένοιωσε και κάποια ενοχή τότε, ο εγγονός, που ο ίδιος ιδέα δεν είχε για όλ’ αυτά, που δεν του ’χε προκύψει, να τα διαβάσει ούτε στα ελληνικά. Διάβαζε ασφαλώς άλλα πράγματα, νεότερα, έτσι το σκέφτηκε και πήρε και κάποια παρηγόρια. Θα ’ταν βέβαια σπουδαίοι, αλλά μάλλον και λίγο ξεπερασμένοι, όλοι αυτοί οι συνοφρυωμένοι επαναστάτες της Ρωσίας. Κι οι ποιητές της, τέτοιοι θα ’τανε κι αυτοί, το δίχως άλλο. Σίγουρος δεν μπορούσε να ’ναι για όλ’ αυτά, μα έτσι το συλλογίστηκε. Έτσι απλοϊκά τ’ ανακάτευε όλα ο Σταύρος, ο μικρός.

Κι ένοιωσε τότε, ο Σταύρος, ο εγγονός, χαρούμενος που περπάταγε, κι αυτός, τον ίδιο δρόμο, τον ίδιο το δρόμο του αγώνα, αυτόν τον ίδιο που περπάτησε κι ο παππούς. Έτσι το ‘νοιωσε.

==

Μόνο που εκείνο το βράδυ, ο γερο Σταύρος, θα περπάταγε πια τον άλλο δρόμο. Ξανοίχτηκε πια για τα καλά να συναντήσει την κυρά Δέσποινα. Να βρει επιτέλους κι εκείνο το βιβλίο του Πούσκιν, που το ζήταγε τη στερνή του ώρα, και, κανένας, δεν τον καταλάβαινε, να του το φέρει να τ’ αγγίξει, να φέξει λίγο μέσα του. Ούτε καν ο αγαπημένος του, ο Θάνος, που του το είχε διαβάσει τόσες και τόσες φορές. Αυτό ήταν το παράπονό του, γιατί αμφιβολία καμιά δεν είχε ότι εκεί, απέξω απ’ την πόρτα του, ήταν, νύχτα μέρα, ο Θάνος. Εκείνο το μεγάλο ποίημα, το παραμύθι για τα πάθη του Ρουσλάνου για τη Λιουδμήλα, που τόσο, μα τόσο ίδια, πάντα του φαινότανε, μ’ αυτά της δικιάς του ζωής, για τη δική του Λιουδμήλα, την κυρά Δέσποινα.

“Το λαμπρόν μέγαρον δεν είναι παρηγορία, όταν εν αυτώ δεν βλέπωμεν τον φίλον” (A. Pyshkin).

Αυτή να ’τανε άραγε η τελευταία σκέψη του μπάρμπα Σταύρου, ίδια όπως σκέφτηκε κι ο Ρουσλάνος του Πούσκιν; Στα ρούσικα μάλλον, θα ήταν η σκέψη του, έτσι που να ’βγαινε και πιο αληθινή. Τώρα που πήγαινε κι αυτός να “ιδεί, ξανά, τον φίλον”.

==

Τη μεθεπόμενη μέρα, στην κηδεία, κάπου ανέφερε, ο μικρός ο Σταύρος, στο Θάνο, το περιστατικό εκείνο, με τον ασταμάτητο βρυχηθμό του παππού του για κάποιο παράξενο βιβλίο. Που κανείς δεν καταλάβαινε ποιο ήτανε.

Κλονίστηκε τότε και πικράθηκε βαθιά ο Θάνος, που τον είχανε κρατήσει απέξω και δεν είχε ακούσει αυτή την παράκληση νωρίτερα. Και δάκρυσε, κι έφυγε μετά μόνος του, τρεμάμενος, μιλώντας κάτι παράξενες ρούσικες λαλιές.

Έφυγαν αργότερα κι οι υπόλοιποι. Πήραν και μεγάλες αποφάσεις, πάνω στον καφέ της παρηγοριάς. Ήταν βλέπεις κρίση μεγάλη, τα εισοδήματα κόβονταν συνέχεια. Ο μισθός του μικρού Σταύρου είχε πάει στο μισό, ίδια και της φίλης του. Δούλευε κι αυτή στον οργανισμό. Αποφάσισαν λοιπόν ν’ αφήσουν το σπίτι που ζούσανε, να γλυτώσουν απ’ το νοίκι. Και να γυρίσουν στο πατρικό του Σταύρου, στην κληρονομιά του παππού, που μόλις είχε αδειάσει. Προσωρινά βέβαια, μέχρι να διορθωθούν τα πράγματα.

Πήραν έτσι κι αυτοί, βιαστικοί, το δρόμο τους. Το δικό τους το δρόμο, τον αλλιώτικο, τον πιο εύκολο.