Ρωτού-Καζαμία Στέλλα

Στέλλα για ΟΛΚ

Βιογραφικό

 

Η Στέλλα Καζαμία – Ρωτού αγαπά τη θάλασσα, τα ταξίδια, τη φωτογραφία και το θέατρο. Ασχολείται κυρίως με την πεζογραφία και λιγότερο με την ποίηση. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο και στην Ελλάδα.

Συμμετείχε σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο Μέσ’ από τις θάλασσες, συλλογή διηγημάτων, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2018 από τις εκδόσεις Γκοβόστη, στην Αθήνα.

Δείγμα γραφής

Η ΚΑΡΕΚΛΑ
Η καρέκλα είναι έπιπλο όπως το τραπέζι και ο καναπές. Η συγκεκριμένη καρέκλα ταξίδεψε από πολύ μακριά για να φτάσει κοντά μου. Από το λιμάνι προς το σπίτι, υποχρεώθηκε να έρθει δεμένη μέσα σ’ ένα μικρό φορτηγάκι, στριμωγμένη ανάμεσα σε άλλα έπιπλα· ξέρω ότι πονούσε, αλλά καλύτερη λύση δεν υπήρχε. Δεν ήταν εντελώς καινούργια αλλά στο σώμα της δεν υπήρχε ούτ’ ένα γδάρσιμο. Λουστραρισμένη, με τη δερμάτινη ταπετσαρία σε χρώμα μπορντό και τα διακοσμητικά στρογγυλά καρφιά χωρίς ίχνος σκουριάς. Πόσα βάρη στ’ αλήθεια μπορεί ν’ αντέξει κι αυτή; Έστω και αν είναι μια σκουρόχρωμη καρέκλα από μασίφ σκελετό οξιάς με μπράτσα και υπέροχο χειροποίητο σκάλισμα! Η πλάτη είναι καμωμένη από ξύλινες ορθογώνιες λωρίδες. Στα μπράτσα, στο σημείο όπου ακουμπούν τα χέρια το σκάλισμα σχηματίζει μαργαρίτα και εκεί που ενώνεται με το κάθισμα, κύκνο με τον μακρύ λαιμό του.

Τώρα πια την έχω σε μια γωνιά του ξενώνα φορτωμένη βιβλία. Κάποτε κάθομαι και την κοιτάζω και αναπολώ τους παλιούς καλούς καιρούς και για εκείνη και για μένα. Τότε που ανέμελη φοιτήτρια την είχα στο στενάχωρο καθιστικό σε περίοπτη θέση δίπλα από το σκαλισμένο τραπεζάκι σε σχήμα ελέφαντα και την καμάρωνα κι αυτή κορδωνόταν για την καλή της τύχη. Τα γέλια που κάναμε μαζί ηχούν ακόμη στ’ αυτιά μου. Με το που έμπαινα στο διαμέρισμα ένιωθα να με περιμένει και να μου χαμογελά ικανοποιημένη.

Σίγουρα είχε καλύτερη τύχη από τα άλλα έπιπλα που πούλησα στη Λαϊκή. Ταξίδεψε με τα ρούχα, τα παπούτσια και τα βιβλία μου και συνεχίζει να ζει μαζί μου· παρότι τώρα πια τα πάντα έχουν αλλάξει. Κοιτάζω τις γραμμές που σχηματίζονται στον τοίχο ανάλογα με το πώς πέφτει το φως στις διάφορες ώρες της ημέρα. Κι εκεί στη γωνιά που την έχω, κάποιες στιγμές σχηματίζεται μια καρδιά. Και με το φως της καρδιάς και τη σκιά του τοίχου επιστρέφει. Και ο πόνος στη δική μου καρδιά μεγαλώνει και το σώμα μου τρέμει. Και το χάδι του ακόμη απαλό διαγράφει το πρόσωπο και αργά αλλά αισθησιακά φτάνει στο σώμα μου. Πέρασε ο καιρός αλλά ποτέ δεν ξεθώριασε η ανάμνησή του. Τα χείλη μου υγρά περιμένουν τα σμίξουν με τα δικά του. Ίσως, κάποτε, με τον ίσκιο της καρέκλας επανέλθει…

(Ανέκδοτο)