ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ

Ο Ελευθέριος Πλουτάρχου γεννήθηκε το 1975. Κατάγεται από το χωριό Καλοπαναγιώτης και διαμένει στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου Κύπρου (Επιστήμες της Αγωγής–Δημοτική Εκπαίδευση, 1999) με μεταπτυχιακές σπουδές στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (Επιστήμες της Αγωγής – Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση, 2012). Εργάζεται από το 1999 ως δάσκαλος σε δημοτικά σχολεία της Κύπρου. Το 2021 κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή Των στίχων πανσπερμία και το πρώτο του λογοτεχνικό/εκπαιδευτικό βιβλίο Δεκατέσσερις ημέρες στην Αρχαία Ελλάδα: ημερολόγιο από το ταξίδι του Λεωνίδα, από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές. Ποιήματά του έχουν διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες ποίησης.
Ιστολόγιο: https://elploutarchou.blogspot.com/
E-mail: elplout@yahoo.gr
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
Δεκατέσσερις ημέρες στην Αρχαία Ελλάδα: ημερολόγιο από το ταξίδι του Λεωνίδα, Αθήνα, Συμπαντικές Διαδρομές, 2021.
Των στίχων πανσπερμία: ποιητική συλλογή, Αθήνα, Συμπαντικές Διαδρομές, 2021.

Δείγματα Γραφής

Απόσπασμα από το κεφάλαιο «Μέρα έκτη: ο μεγάλος εχθρός και η πρώτη μάχη».

[…] Αμέσως το βλέμμα μας γύρισε προς τα πίσω. Πώς μας είχε διαφύγει. Εμείς κοιτάζαμε τόση ώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εκεί κάτω που αντικρίσαμε, στον στρατό των Ελλήνων, θα βρίσκεται ο Μιλτιάδης. Πήρα θάρρος και λέω στον γέροντα με αποφασιστικότητα:
«Μείνε μαζί μας. Θα δούμε τη μάχη απ’ εδώ. Θα νικήσουμε, είμαι σίγουρος».
«Στο στόμα σου και στων θεών τ’ αυτιά παιδί μου».
«Βλέπεις Περικλή, ο Μιλτιάδης παράταξε τον στρατό σε κατηφορικό έδαφος. Βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ τον περσικό. Δες τα πλάγια. Είναι πιο ενισχυμένα ενώ στο κέντρο έχει λιγότερο στρατό».
Σε λίγο δόθηκε το σύνθημα για την επίθεση. Ο στρατός των Ελλήνων ήταν πολύ μικρότερος. Δεν είχε ιππικό, ούτε τοξοβόλους. Οι μάχη ήτανε σκληρή. Παρακολουθούσαμε περήφανοι γι’ αρκετές ώρες. Οι Έλληνες όρμησαν πρώτοι και πολεμούσαν σώμα με σώμα τον εχθρό. Ήταν καλύτεροι. Γρήγορα τ’ άκρα άρχισαν να νικούν και να περικυκλώνουν τους αντιπάλους που κινήθηκαν προς το κέντρο. Αυτό έκανε τον περσικό στρατό να υποχωρήσει προς τα πλοία. Τι μεγάλη επιτυχία! Το σχέδιο του Μιλτιάδη ήταν μεγαλοφυές. Οι Έλληνες σταμάτησαν την εκστρατεία των Περσών. Ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη.
«Είδες γέροντα νικήσαμε!»
«Οι θεοί ήταν μαζί μας!»
«Δεν ξέρω για τους θεούς, αλλά το σίγουρο ήταν ότι οι Έλληνες έδωσαν μια γενναία μάχη και νίκησαν, αφού υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους».
Το μήνυμα «νενικήκαμεν» θα ‘φτανε στην Αθήνα. Θυμάμαι που ‘χα διαβάσει για τον Φειδιππίδη που ‘τρεξε την απόσταση Μαραθώνα-Αθήνας για να το μεταφέρει. Προς τιμή του σήμερα διεξάγεται τ’ αγώνισμα του μαραθωνίου δρόμου.
Ο γέροντας κατά τ’ απόγευμα εξαφανίστηκε μες τους θάμνους τόσο ξαφνικά όσο ξαφνική ήτανε και η πρωινή του εμφάνιση. Το βράδυ πέφτοντας για ύπνο ήμασταν πολύ ενθουσιασμένοι. Ζήσαμε τη μάχη του Μαραθώνα. Ποιος θα το πίστευε… Πού να δεις πόσα έχω να πω στον πατέρα, στη μητέρα, στη γιαγιά, στην Αρίστη, στην κυρία Ιφιγένεια […]

Διαβάτη εσύ της σιωπής,
οδοιπόρε στοών και σελίδων…

Το πόδι σκοντάφτει,
το χέρι τρυπάει,
το πρόσωπο καίει,
το μυαλό τα ‘χει παίξει,
η καρδιά πάει να σπάσει,
η ψυχή μαραζώνει…
Ο χάρτης του χάους
χορεύει μεθυσμένα
στον καμβά της ζωής.
Στην πυξίδα του τέλους
η βελόνα τρελάθηκε.

Το δέντρο της συνάντησης εκεί,
σε περιμένει…
Οι φωνές χαμηλώσαν.
Η σήραγγα απέναντι σε προσκαλεί
μα συ δεμένος στο χώμα
με τα μάτια στραμμένα στον κήπο.

Το πουλί πέταξε
μα τα φτερά έμειναν κάτω στο χώμα.
Το πηγάδι στέρεψε
μα οι σταγόνες μούσκεψαν το χορτάρι.
Το λουλούδι πατήθηκε
μα το πέταλο στόλισε τη φωλιά των μυρμηγκιών
π’ αφήσανε τ’ άμυαλα το ψίχουλο.
Κάτω απ’ τον θάμνο
το σημάδι που κρύφτηκε
ψάχνει τον άγνωστο.

Κοιτάζεις πίσω
αχνάρια νωπά,
σαν να ήταν χθες.
Το χθες,
τ’ αύριο του χθες,
τ’ αύριο του σήμερα.
Μια τομή στο βιβλίο που χαράζει τ’ αόρατο χέρι
με το χέρι που πληγώνει και πληγώνεται.
Το σημάδι φθηνό μα μεγάλο
στο δικό σου το χέρι
με την ψυχή και τον νου να υπαγορεύουν,
με την τρελή ηλιαχτίδα,
με τ’ όπλο τ’ ονείρου.

Πέρασες απ’ τις στοές τις αθάνατες,
πέρασες απ’ τις μυστήριες σελίδες της σιωπής.
Τύχη θα ‘χεις αν είδες το άπλετο φως στην άκρη της σήραγγας,
αν ήπιες απ’ το πηγάδι που στέρεψε,
αν άκουσες το κελάηδημα των πουλιών που φύγανε,
αν βρήκες κι εσύ ένα πέταλο απ’ τ’ ανθισμένο λουλούδι,
αν φύλαξες έστω στον κόρφο σου το σημάδι αυτό τ’ ωραίο
στη βρωμιά του θάμνου που βρέθηκες.

Διαβάτη εσύ της σιωπής,
οδοιπόρε στοών και σελίδων…

Των στίχων πανσπερμία, 2021.

Είναι κάτι παιδιά που ‘χουν σχολειό
το σχολειό του πολέμου…
Παίζουν κρυφτό σαν ακούνε τις βόμβες,
παίζουν τρεχτό σαν ακούνε οβίδες,
γράφουν τις λέξεις στο χώμα των ερειπίων
και ποτέ δε λαθεύουν αρρώστια και φτώχεια.
Μαθαίνουν αφαιρέσεις μετρώντας νεκρούς,
μαθαίνουν προσθέσεις μετρώντας κασόνια.
Απαγγέλουν απ’ έξω… πόσο αξίζει νερό και ψωμί.
Με βιβλία σχισμένα… με τις σφαίρες στις τσάντες…
στους γκρεμισμένους τοίχους…
στη λάσπη και στη βροχή…
Είναι τ’ αδικημένα παιδιά του πολέμου.

Των στίχων πανσπερμία, 2021.

Τέσσερα ψηφία,
τέσσερα ψηφία ματωμένα,
τέσσερα ψηφία ματωμένα ξυπνούν μνήμες.
Μνήμες πικρές,
μνήμες σκληρές,
μνήμες νωπές.

Κι ας περάσαν τα χρόνια…
Ο γέρος αγναντεύει από μακριά το σκλαβωμένο περιβόλι…
η μάνα πηγαινοέρχεται στα οδοφράγματα με τη φωτογραφία…
η γριούλα στον συνοικισμό με τ’ όνειρο…
Ν’ ανάψει το καντήλι στους τάφους των προγόνων…
να πιει καφέ με τη γειτόνισσα στο κατεχόμενο χωριό…
να ξεδιψάσει το γιασεμί που ’χε φυτέψει πριν απ’ τον διωγμό…
Η δασκάλα των εγκλωβισμένων θυμάται με δάκρυ…
Δεν ξέχασαν…
δε θα ξεχάσουν…
μέχρι ο θάνατος να σβήσει τις μνήμες.

Τέσσερα ψηφία ματωμένα,
τέσσερα ψηφία…

Των στίχων πανσπερμία, 2021. 

Το μικρό το μπουμπούκι
τη μαγεία ξυπνά των χρωμάτων
σαν δειλά ξεπροβάλλει απ’ το πέπλο
που η φύση στοργικά τ’ αγκαλιάζει.
Το μικρό τ’ αηδόνι
στη ζεστή -σαν βρεθεί- του φωλιά
τη γλυκιά μελωδία αρχινά.
Κι ο ουρανός μ’ αστέρια γεμίζει το βράδυ,
στις ψυχές συννεφιά δε μετράει.
Ένας όμορφος κόσμος γεννιέται
στ’ απαλό τ’ αεράκι του Μάη.
Και στο φως το γαλήνιο
οι καρδιές συναντώνται κι ανθίζουν…

Των στίχων πανσπερμία, 2021.