Πενταράς Νίκος

Βιογραφικό

Ο Νίκος Πενταράς γεννήθηκε στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου το 1949. Είναι απόφοιτος του Α’ Γυμνασίου Πάφου και της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου. Διορίστηκε δάσκαλος το 1970. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Magister Artium) στις Επιστήμες της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Το 2000 προήχθη σε Διευθυντή Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης. Το 2002 ορίστηκε Συντονιστής της Ενοποιημένης Υπηρεσίας Ανάπτυξης Προγραμμάτων Δημοτικής, Μέσης Γενικής και Μέσης Τεχνικής Εκπαίδευσης. Το 2004 προήχθη σε Επιθεωρητή Δημοτικής Εκπαίδευσης και το 2008 σε Πρώτο Λειτουργό Εκπαίδευσης.

Έχει εκπροσωπήσει το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Κύπρου σε πάρα πολλά διεθνή εκπαιδευτικά συνέδρια, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

Λογοτεχνικά έργα του, τόσο πεζά, όσο και ποιητικά, έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, έχουν ανθολογηθεί σε ανθολογίες και σχολικά ανθολόγια και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά.

Ένας άλλος τομέας με τον οποίο ασχολείται είναι η κριτική-παρουσίαση νέων εκδόσεων. Στο παρελθόν, (1989-1991), είχε μόνιμη στήλη σε κυπριακή εφημερίδα για την κριτική-παρουσίαση νέων εκδόσεων και συνεργαζόταν παράλληλα και με το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου για το ίδιο θέμα. Έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα εκατοντάδες νέες εκδόσεις βιβλίων ποικίλου περιεχομένου.

Εργογραφία

  • Ώρες πολέμου (ποίηση), 1975
  • Μηνύματα (ποίηση), 1981
  • Περιστέρι μου ξεκίνα (ποίηση για παιδιά), 1987
  • Η τρίτη απόφαση (ποίηση), 1988
  • Επάνοδος (ποίηση), 1992
  • Φως εκ Φωτός (ποίηση), 1994
  • Ποιήματα (ποίηση), 1995
  • Ο Εκπαιδευτικός απέναντι στο Αναλυτικό Πρόγραμμα: Ελεύθερος πολιορκημένος; (μελέτη), 2004
  • Σε κάθε μπαλκόνι και ένα χελιδόνι (μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε παιδιά και νέους), 2007
  • Στη μοναξιά του φεγγαριού (ποίηση), 2009\
  • Σε φόντο φθινοπωρινό (ποίηση), 2015

Δείγματα Γραφής

Επιστρέφοντας στον κόσμο
συνάντησα πολλούς επίσημους
ντυμένους με προθέσεις αλλότριες
για τούτο η παγερή σιωπή
στα σπίτια μας με τις κλειστές πόρτες
και τα βουβά δωμάτια
η φωτιά και το θειάφι
στα περιβόλια μας με τα καμένα δέντρα τους
σαν χέρια σε ανάταση.

Θα μείνω εδώ
χωρίς επίσημη στολή
αλλά μ’ εκείνη του δραπέτη της σιωπής
και διακριτικά εκείνα του ανέμου
με τους ασκούς γεμάτους
φως και πίκρα
σαν άνεμος απρόοπτος κι απρόβλεπτος
να ξευτελίζω και να γκρεμίζω
τα υποχθόνια καλοστημένα σχέδιά τους
να φυσώ με τρέλα και ν’ ανοίγω
κλειστές πόρτες και παράθυρα
να συνομιλώ με τα βουβά δωμάτια
ν’ αναρριπίζω το θειάφι και τη στάχτη
απ’ τα καμένα περιβόλια μας
να δίνω φωνή στα καμένα δέντρα
να ψάλλουν την ανάσταση.

(από την ποιητική συλλογή «ΣΕ ΦΟΝΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ», 2015)

Ήταν πιλότος με πολλά διπλώματα
απόφοιτος σχολών του εξωτερικού
με διακρίσεις και περγαμηνές στη θεωρία.

Το γεγονός ότι δεν είχε πείρα
και του ’λειπε η πρακτική στο πιλοτάρισμα
δεν ήταν, είπαν στο Συμβούλιο, πολύ σημαντικό
και το διόρισαν υπεύθυνο στην πλοηγίδα.

Από την πρώτη βάρδια, καθώς λένε,
έδωσε λάθος ρότα στο καράβι
καθώς ανέλαβε για να το πλοηγήσει
από του λιμανιού την μπούκα στ’ αγκυροβόλιο
κι εκείνο χτύπησε στο μόλο
και βούλιαξε σιγά-σιγά
στα βρώμικα νερά του λιμανιού
μ’ ένα μεγάλο ρήγμα στην κοιλιά του
και εσένα να κοιτάς με δέος.

(από την ποιητική μου συλλογή «ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ», 2009)

Το Φως
στ’ άγρια κύματα περιπολεί
για τους παραδαρμένους
ναυαγοσώστης έμπειρος ρίχνει σκοινί
άλλη φουρτούνα δεν θ’ αντέξουμε
μπάζει πολλά νερά το σαπιοκάραβό μας
μαντίλια ομίχλης σφιχτοδένουνε τα μάτια μας
και ψηλαφώντας περπατάμε
καθώς να παίζαμε τυφλόμυγα
φάρου παράθυρο δεν διακρίνουμε
κανένα στον ορίζοντα
φωνές των γλάρων φιλικές
αναμαλλιάρες φοινικές
πολύ μας λείψατε
σας νοσταλγούμε
εικόνες άλλες δεν θα δούμε
– αχ αυτή η ομίχλη –
ελπίδα μας μοναδική το Φως
γιατί πού ξέρεις
ακόμη κι έτσι στα τυφλά
μπορεί ν’ αρπάξουμε την άκρη του σκοινιού του συμπωματικά
και να σωθούμε.

(από την ποιητική μου συλλογή «ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ», 1994)

Το Φως
απόψε ξαγρυπνά στην έπαλξη του κουρσεμένου κάστρου
κι ανατριχιάζει βλέποντας
τ’ αποκεφαλισμένα από την πλάνα νύχτα στάχια
που κείτονται στον κάμπο ανάσκελα
µε τα χρυσά κεφάλια τους στο πλάι .
Όλοι κατάλαβαν το µμέγεθος της πλάνης
εκ των υστέρων όμως, δυστυχώς,
γιατί τα στάχια – καθώς είπαν –
ήταν της έκτης χιλιετηρίδας προ Χριστού.

Προ της Σφαγής
ουδείς εκ των πεπλανημένων
ενδιαφέρτηκε ποτέ την ιστορία τους να μελετήσει
ουδείς ποτέ προσπάθησε την πλάνα νύχτα ν’ αφοπλίσει.

Το Φως
πικρογελά και το ξανθό κεφάλι του κουνά µ’ απελπισία
σαν αντικρίζει τους πεπλανημένους
που τώρα δήλωσαν νεκροφρουροί
και ρήτορες επικήδειων λόγων
χωρίς το Φως στην έπαλξη να λογαριάζουν
χωρίς να προσδοκούν ανάσταση νεκρών
κι έτσι πλανιούνται πάλι …

Γοργόφτερο πουλί πετά και χάνεται
στην έπαλξη του κουρσεμένου Κάστρου
και πάλι ξαναφαίνεται µε κεραυνού κλωνί στο ράμφος.
Στο πέταγμά του ανάβουν πυρκαγιές
ο κάμπος όλος καίγεται μεμιάς 
μαζί µε τους πεπλανημένους
και µε τα στάχια τα νεκρά.

(από την ποιητική μου συλλογή «ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ», 1994)

Την έβλεπα
πίσω από τ’ ανοικτό
παράθυρο της θύμησης.
Φορούσε πάντα στο κεφάλι
το μαύρο της τσεμπέρι
και τη ματιά της τη θλιμμένη
την είχε πάντα καρφωμένη
στην κουρσεμένη της πατρίδα, στο Βορρά.
Έκλαιγε και μοιρολογούσε…
Ζητούσε τα παιδιά της
που χάθηκαν 
μαζί με τα χωράφια και τα σπίτια της.

Καμιά φορά
πηγαίνανε δειλά – δειλά
και την παρηγορούσανε
η μάνα της κι οι φιλενάδες της
κι αυτή σιωπούσε
κάνοντας τάχα πως τις πίστευε.

Μα βλέποντας πως έτσι
αργούσε το καράβι που περίμενε
έβαλε σ’ όλα πυρκαγιά
κι ανέβηκε σ’ απόκρημνη βουνοπλαγιά
να βρει τους αετούς και τα γεράκια
να της δανείσουν τα φτερά τους
για να μπορέσει να πετάξει
στην κουρσεμένη της πατρίδα, στο Βορρά.

(από την ποιητική μου συλλογή «Η ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ», 1998)

Στείρα βρύση
Στεγνό πηγάδι
και πετρωμένος ουρανός.

Στην άδεια στέρνα
Τα περιστέρια
ραμφίζουν το κενό…

(από την ποιητική μου συλλογή «Η ΤΡΙΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ», 1998)

Ο χάρος έφτασε τον Αλωνάρη μήνα
Και σκόρπισε σαδιστικά το θάνατο
Στο ραγισμένο σπίτι της χαράς μας.

Ο ήλιος κρύφτηκε στη στάχτη
Κι η μέρα έμεινε χωρίς ψωμί
Γιατί ο λίβας τρύγησε νωρίς τα μεστωμένα στάχυα.

Ο χρόνος τώρα σεριανίζει σε ναυάγια
Τη μαυροφόρα σκέψη μας

Η νύχτα ξαγρυπνά και κλαίει
Τους γκρεμισμένους μόχθους μας.

(από την ποιητική μου συλλογή «ΩΡΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ», 1975)

Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Κρεμάσανε τα εκμαγεία τους ανάποδα
Στα γκρεμισμένα σπίτια της πατρίδας
Αφήσανε τη στάχτη κατακάθι στην ψυχή
Σαλέψανε τα καπνισμένα μάρμαρα του ήλιου.

Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Σκορπίσανε τις χρυσαφιές κλωστές του αργαλειού
Στον Αλωνάρη άνεμο
Κουρσέψανε σαδιστικά τα πλούσια κελάρια
Σκοτώσανε αναίσχυντα τα καρπερά μελίσσια.

Οι μέρες του Καλοκαιριού εκείνου
Ξεσχίσανε τα πλουμιστά πανιά των καϊκιών
Στα πρωινά μελτέμια
Κουβάλησαν το θάνατο σε γραφικές ακρογιαλιές
Και φίλεψαν το χάροντα με πλούσιο τραπέζι.

(από την ποιητική μου συλλογή «ΩΡΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ», 1975)