ΠΑΜΠΟΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ

Ο Δημήτρης Παμπόρης γεννήθηκε στην Πάφο το 1974.  Από το 1994 έως το 1998 φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.  Είναι πτυχιούχος Ελληνικής Φιλολογίας με ειδίκευση στη Μεσαιωνική και Νεοελληνική Φιλολογία.  Κατέχει, επίσης, μεταπτυχιακό τίτλο στη δημόσια και εκπαιδευτική διοίκηση.  Από το 1998 έως το 2001 εργάστηκε ως δάσκαλος σε σχολεία δημοτικής εκπαίδευσης και από το 2001 έως σήμερα ως φιλόλογος σε σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Από τον Σεπτέμβριο του 2021 κατέχει τη θέση βοηθού διευθυντή.  Ασχολείται με τη συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων και την έρευνα στην αρχαία νομισματική της Κύπρου.

Το πρώτο του ιστορικό μυθιστόρημα, «Ο Ενετός της Αμμοχώστου», το οποίο εκδόθηκε το 2020, συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας.  Το 2023 εξέδωσε το ιστορικό μυθιστόρημα «Στην άκρη του ορίζοντα».

Εργογραφία

  • «Κυπρίων ιστορία και νομίσματα», Εκδόσεις Πάργα, 2010, Λευκωσία
  • «Ο Ενετός της Αμμοχώστου», Εκδόσεις Τελεία, 2020, Λευκωσία
  • «Στην άκρη του ορίζοντα», Εκδόσεις Τελεία, 2023, Λευκωσία

Πίσω του, οι νεκροί και τα αναποδογυρισμένα άρματα προμήνυαν ότι η μάχη αυτή θα κερδιζόταν δύσκολα.  Ένας κόμπος στον λαιμό, σημάδι έντονης ανησυχίας, του υπενθύμισε ότι δεν ήταν άτρωτος και ότι οι πιθανότητες να ποδοπατηθεί από κάποιον ελέφαντα ή να σκοτωθεί από κάποιο βέλος ήταν πολλές.  Σκέφτηκε ότι, αν έφτασε μέχρι τα βάθη της Ανατολής, οφειλόταν στην εύνοια των θεών.  Αν δεν τον εγκατέλειπαν, θα έβλεπε την επόμενη ανατολή του ήλιου.

Ο ήλιος είχε πάρει τη θέση του μεσούρανα και οι σκιές είχαν σμικρύνει όταν οι πεζοί ενώθηκαν με το υπόλοιπο στράτευμα.  Απέναντι, ο βασιλιάς Πώρος, καθιστός πάνω στο πιο ισχυρό και μεγαλόσωμο τέρας, περίμενε να ξεκινήσει η μάχη για να δώσει ένα τέλος σε αυτόν τον αυθάδη βασιλιά που ήρθε από την άλλη άκρη της γης και διεκδίκησε τα εδάφη των προγόνων του.

Ένα γεράκι, που συνήθιζε να εντοπίζει με το διαπεραστικό βλέμμα του διάφορα θηράματα στο χορτάρι της πεδιάδας, δεν τόλμησε να εφορμήσει κάθετα.  Παρέμεινε για αρκετή ώρα μετέωρο στις αέρινες μάζες και κάθε τόσο η συρτή και μελαγχολική κραυγή του έφτανε στα αφτιά όλων αυτών που η μοίρα ή οι αποφάσεις των βασιλέων τους τους είχαν φέρει, εκείνο το μεσημέρι της άνοιξης, στην καταπράσινη πεδιάδα.

«Ώστε εδώ θα γίνει η μεγάλη μάχη», είπε ο Γλαυκίας.

«Ναι, εδώ.  Η τέταρτη μεγάλη μάχη αλλά η πρώτη που θα λάβω μέρος.  Στον Γρανικό, στην Ισσό και στα Γαυγάμηλα νικήσαμε.  Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά».