Μπίου Σταυρούλα

Βιογραφικό

«Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι»

(Από το ποίημα «Ο Νεφεληγερέτης»,

της συλλογής Μαρία Νεφέλη, του Οδυσσέα Ελύτη).

Η Μπίου Σταυρούλα, με καταγωγή από Καρδίτσα και Λευκωσία, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην κυπριακή πρωτεύουσα, όπου και διαμένει μόνιμα.

Σπούδασε Βυζαντινή και Νέα Ελληνική Φιλολογία στο παν/μιο Κύπρου και είναι κάτοχος MagisterArtium στη Νεοελληνική Φιλολογία.

Είναι υποψήφια διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Θέμα της διατριβής της είναι «Η πρόσληψη της σύγχρονης τέχνης στον Οδυσσέα Ελύτη».

Από το 2018 είναι η επιμελήτρια των ελληνικών εκδόσεων της Αρμίδας. Παράλληλα, πέρα από την επιμέλεια και διόρθωση βιβλίων, έχει αναλάβει και τον συντονισμό παρουσιάσεων του εκδοτικού οίκου.

Στις 7 Δεκεμβρίου 2019, συμμετείχε στο 1ο Συνέδριο Διδακτορικών Φοιτητών που πραγματοποιήθηκε στο Παν/μιο Λευκωσίας. Η ομιλία της είχε ως θέμα την πρόσληψη του Pablo Picasso στον Οδυσσέα Ελύτη.

Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιορίζονται κυρίως στη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση, και συγκεκριμένα σε εκπροσώπους της γενιάς του ’30, οι οποίοι ασχολήθηκαν εκτενώς και με την Τέχνη, όπως είναι ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Επιπλέον, έχει ασχοληθεί με το έργο του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, της ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη, του λογοτέχνη Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και της Αγγλίδας συγγράφισας Jane Austen.

Το 2017 υπήρξε Μέλος της Επιτροπής Εξωτερικής Αξιολόγησης (από τον ΔΙ.Π.Α.Ε) των τμημάτων Θεολογικής Σχολής του Παν/μίου Νεάπολις και της Θεολογικής Σχολής της Εκκλησίας της Κύπρου.

Παρείχε, επίσης, βοηθητικές υπηρεσίες στη γραμματεία του τμήματος ΒΝΕΣ του παν/μίου Κύπρου, ανά διαστήματα, μεταξύ των ετών 2012-2017.

Εργογραφία

  • Μπίου, Σταυρούλα. «Εξέλιξις». Κυπριακή Εστία, τχ.3, Λευκωσία, 2020, (σ. 26)
  • Μπίου, Σταυρούλα. «Αυτοχειρία». Ποίημα στο άρθρο της ιδίας: «Αυτοκτονία: Η χαμένη μας Πίστη». Η Μάχη, Λευκωσία, 10 Απριλίου 2016, 28.
  • Συνεργασία στο: Παλαίτυπα της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου. Λευκωσία, 2014. (Επανέκδοση 2016-2017).*

* Η έκδοση της συλλογής Παλαιτύπων είναι απόρροια της έκθεσης με τίτλο «Παλαίτυπα-Θησαυροί της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου», που έλαβεχώρα στο Παν/μιο Κύπρου στις 27 Απριλίου του 2012.

Επιμέλεια Βιβλίων

  • Βαρναβίδης, Σάββας. Η Εμπειρία της Αλήθειας. Λευκωσία: Αρμίδα, 2019.
  • Ιωαννίδης, Πάνος. Ονειρικά. Λευκωσία: Αρμίδα, 2019.
  • Ιωαννίδης, Πάνος. Οι Σιαμαίοι, 2 θεατρικά. Λευκωσία: Αρμίδα, 2019.
  • Βασιλείου, Πάνος. Έχω 33 στιγμές να ζήσω. Λευκωσία: Αρμίδα, 2019.
  • Ζαμπά, Αλεξάνδρα &Ινατσί, Ουμίτ. Ίχνη Μνήμης, Τριάντα Ιστορίες από την Κύπρο. Λευκωσία: Αρμίδα, 2019.
  • Αβρααμίδου, Μαρία. Παρ’ Ολίγον. Λευκωσία: Αρμίδα, 2018.*

* Το βιβλίο της κ. Αβρααμίδου βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος/Νουβέλας για το 2018.

Δείγματα Γραφής

Εκείνος, με μια έκφραση που η Άννα δεν είχε ξαναδεί, ύψωσε το κεφάλι, προχώρησε προς την πόρτα, στάθηκε ακριβώς πάνω απ’ το χαλί εισόδου και απέναντί της. Τα καστανά μαλλιά της έπεφταν τόσο ανάλαφρα στους ώμους της. Τα μάτια της έλαμπαν, αν και φαινόταν ότι είχαν μόλις πριν λίγο ανοίξει. Τα χείλη της είχαν αυτό το φυσικό απαλό ροζ χρώμα που για πρώτη φορά είχε δει ο Μίλτος. Κι αφού την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε:

«Γιατί να έρθω; Είναι πια ξεκάθαρο. Δεν ενδιαφέρεσαι για μένα. Βασικά δεν σ’ ενδιαφέρει κανείς παρά μόνο ο εαυτός σου. Έχουν δίκαιο στο γραφείο. Μια εγωίστρια γυναίκα καριέρας είσαι. Δεν έχεις αισθήματα. Δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις. Δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις. Φοβάσαι ν’ αγαπήσεις. Μείνε μόνη σου. Μόνη σου. Αυτό σου αξίζει».

Σταμάτησε απότομα. Κατάλαβε ότι ο τόνος της φωνής του είχε υψωθεί. Έμεινε να την κοιτάζει. Δεν μπορούσε καν ν’ αναπνεύσει. Κρύος ιδρώτας τον κατέκλυσε ξαφνικά. Πώς το έκανε αυτό; Πώς μίλησε τόσο άσχημα στη διευθύντριά του; Πώς μίλησε τόσο άσχημα σε μια γυναίκα; Φοβόταν… Έτρεμε… Προσπαθούσε να συνέλθει. Να ζητήσει συγγνώμη… Δεν πρόλαβε. Η Άννα τού έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα χωρίς να πει κάτι. Ο Μίλτος έμεινε για λίγο στην ίδια θέση να κοιτάει την πόρτα. Έπειτα έφυγε.

 

[…]

 

Ο Στέφανος είχε μπλέξει στο μαγαζί, αφού μια αντροπαρέα άργησε να φύγει κι έτσι επέστρεψε στο σπίτι περασμένα μεσάνυχτα. Ανοίγοντας την πόρτα, αντίκρισε τη Μαίρη να κοιμάται ξαπλωμένη στον καναπέ και την τηλεόραση ανοιχτή. Χωρίς να κάνει φασαρία, έβγαλε τα παπούτσια του, πήγε στην κουζίνα κι είδε το τραπέζι έτοιμο και στην κατσαρόλα την αγαπημένη του μακαρονάδα. Χαμογέλασε! Πήγε στο υπνοδωμάτιο, έβγαλε τα ρούχα του και επέστρεψε στο σαλόνι. Έκλεισε την τηλεόραση, πήρε αγκαλιά τη Μαίρη και την πήγε στο κρεβάτι και την ξάπλωσε. Η Μαίρη μισοξύπνησε:

«Αγάπη μου, γύρισες, να ετοιμάσω το τραπέζι…»

«Όχι, κουράστηκες αρκετά σήμερα, ώρα να κοιμηθούμε».

«Μα δεν έφαγες…και σε περίμενα».

«Το ξέρω καρδιά μου, δεν πεινάω, έφαγα κάτι πρόχειρο στο μαγαζί. Θα φάμε αύριο τη μακαρονάδα! Κοιμήσου τώρα γιατί έχεις πρωινό γύρισμα αύριο».

Δεν έφερε άλλη αντίρρηση και, κλείνοντας τα μάτια της, κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Ο Στέφανος ξάπλωσε δίπλα της, τη σκέπασε καλά, την πήρε αγκαλιά, τη φίλησε και κοιμήθηκε.

Μακάρι να μπορούσα να ’ρθώ στην αγκαλιά Σου,

να ’χα τη δύναμη να Σε προσκυνήσω,

να ζητήσω τη βοήθειά Σου,

κι εσύ σαν φωτιά που σιγοκαίει να με λυτρώσεις.

Άκου! Είναι τα βήματά μου…

έρχομαι κοντά Σου.

Σε παρακαλώ μη με διώξεις,

μη με σκοτώσεις κι Εσύ,

δεν αντέχω άλλο θάνατο,

κουράστηκα.

Μα Άκου! Έρχονται κι αυτοί από πίσω μου,

δεν ξεχρέωσα, δεν τους φτάνει το αίμα μου,

δεν τους φτάνει η σάρκα μου.

Α! Τι άλλο θέλουν;

Τη ψυχή μου… Ακούς;

Μην τους την δώσεις.

Αγάπα με.

 

Μακάρι να μπορούσα να σταθώ κοντά Σου.

Μακάρι!

Μα που να πάρει δεν μ’ αφήνουν.