ΜΠΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ

                                                                                                                                                 «Είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι»

                                                                                                                                                    Οδυσσέας Ελύτης, «Ο Νεφεληγερέτης», Μαρία Νεφέλη

Email: stavroulabiou@hotmail.com
              sbiou001@ucy.ac.cy
Facebook: https://www.facebook.com/stavroulabiou
Instagram: https://www.instagram.com/stavroula_biou/

Η Σταυρούλα Μπίου, με καταγωγή από την Καρδίτσα και τη Λευκωσία, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην κυπριακή πρωτεύουσα, όπου και διαμένει μόνιμα. Σπούδασε Βυζαντινή και Νέα Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και είναι κάτοχος Magister Artium στη Νεοελληνική Φιλολογία. Είναι υποψήφια διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Ίρις ματωμένη κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2021 από τις εκδόσεις Αρμίδα. Τα τελευταία δύο χρόνια, ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί, μεταξύ άλλων, στις ανθολογίες α) Αλεξάνδρα Ζαμπά (επιμ.), Οι νεότεροι. Κύπριοι ποιητές & ποιήτριες (1981-2001), Λευκωσία, Αρμίδα, 2020 και β) Λεωνίδας Γαλάζης κ.ά. (επιμ.), Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης (1837-2021), Λευκωσία, Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, 2021, και στα φιλολογικά και λογοτεχνικά περιοδικά Κυπριακή Εστία, Κέφαλος και In Focus.

Η ποίηση γι’ αυτήν είναι ένας ευαίσθητος, εύθραυστος και μοναχικός δρόμος.

Από το 2018 είναι η επιμελήτρια των ελληνικών εκδόσεων της Αρμίδας. Παράλληλα, πέρα από την επιμέλεια και διόρθωση βιβλίων, έχει αναλάβει και τον συντονισμό παρουσιάσεων του εκδοτικού οίκου.

Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται κυρίως στη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση, και συγκεκριμένα σε εκπροσώπους της γενιάς του ’30, οι οποίοι ασχολήθηκαν εκτενώς και με την Τέχνη, όπως είναι ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος. Επιπλέον, έχει ασχοληθεί με το έργο του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, της ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη, του λογοτέχνη Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και της Αγγλίδας συγγραφέως Jane Austen.

Δείγματα Γραφής

Ποιήματα από τη συλλογή "Ίρις ματωμένη" (2021)

Σε είδα και στα μάτια σου
έρωτες, σπίθες, φλόγες
σε είδα και στα χείλια σου
σαλπάρισαν πιρόγες.
Λευκό το φως που μ’ έλουσες
μες της καρδιάς τα στήθια
σ’ αναζητώ στις χαραυγές
και μες στα παραμύθια.
Στο πλήθος σε αναζητώ
τη λάμψη των ματιών σου
και μοιάζει πια εφιαλτικό
το χρώμα των χειλιών σου.
Ήταν του τέλους η αρχή
ακόμα μοιάζει ψέμα
που δεν γροικάς και δεν ζυγάς
τι θα ’κανα για σένα.
Αφήνω πια τη ρίμα μου
λέξεις κεντώ και πάθη
και στην ακτή του έρωτα
ξεβράζομαι μονάχη.

Σταματημένος χρόνος.
Ο κόσμος άδειος γύρω από ανθρώπους.
Κάπου σε μια παραλία ένα αγόρι
αγκαλιάζει ένα κορίτσι.
Ο ήλιος χαϊδεύει το δέρμα της,
τα χέρια του τη ζεσταίνουν,
ιδρώνει στο μαύρο της μαγιό,
η χαρά αντιφεγγίζει στο άρωμα
των κοκκινωπών μαλλιών της.
Μια πρόσκαιρη αμηχανία κι ένα
φειδωλό χαμόγελο.
«Μαμά, τί είναι εδώ;»
«Το λέν’ αγάπη, παιδί μου».
Όλα αυτά σε μια ξεχασμένη
καρτ-ποστάλ φωτογραφία.

Λίγο πιο όμορφο μοιάζει
σήμερα το ψέμα
μα ποιος τ’ αντέχει;
Και σκέφτομαι, αγαπημένε,
ένα μεγάλο ψέμα να σου πω,
πως σ’ αγαπώ.
Πάντα σ’ αγαπούσα
και φύλαγα για σένα στην καρδιά μου
αυτές τις λέξεις
μη μου τις κλέψουν.
Όχι προτού προλάβω να σ’ τις εκμυστηρευτώ.
Τις χάιδευα χρόνια ολόκληρα στα όνειρά μου
και ζούσα για τη στιγμή
που κλέβοντάς σου ένα φιλί
στον ώμο σου θα γείρω
για λίγο ν’ ανασάνω
και θα ψιθυρίσω ένα δειλό
Σ’ αγαπώ.
Αχ, να ’ξερες πόσο σ’ αγαπώ.
«Μα είναι ψέμα», θα μου πεις
και χαμογελώντας σου
στο στέρνο σου πιο σφικτά
θα γραπωθώ
και δεν θ’ ακούσεις ποτέ αυτό το
Μπορεί να ’ναι κι η μόνη αλήθεια.

 

 

Ξυπνάω την υγρή μου επιδερμίδα
με μείγμα αρωμάτων.
Σαν καλός αγωγός
τα δέχεται
τ’ αφομοιώνει
κι αισθάνεται
στα πιο βαθιά της
στρώματα το άγγιγμά σου
να την πλημμυρίζει.
Αιθέρια έλαια και μελισσοκέρια
στα γόνατα
στους αστραγάλους
ανάμεσα στα στήθη
σε κάθε ονειρική καμπύλη
του σώματος.
Μόνο αυτόν τον τρόπο έχω
να σε φέρω κοντά μου
μα αυτό αρκεί
για να αποτυπώσω την ευωδιά σου
και να σε λησμονώ.

 

Να φύγεις λες πως σκέφτεσαι
μόνιμα για μια άλλη πόλη
και δεν σε νοιάζει που για μένανε
φεύγει η ζωή μου όλη.
Εγώ κλείδωσα στην καρδιά
όλα τα όχι και τα μη
‒ΠΡΩΤΗ ΕΓΩ‒ απ’ το πουθενά
έσυρα, φως μου, τη γιορτή.
Χίλια εκατόν τέσσερα χιλιόμετρα
δεν είναι ικανά τον πόθο μου να σβήσουν.
‒ΑΛΙΜΟΝΟ‒ στην καρδιά θα ’χω ακονόπετρα
σαν νέα φιλοδράματη Ελένη θα με πολεμήσουν.
Μα τα νέα σου θα μαθαίνω
θα χαμογελώ και θα παρηγοριέμαι
σαν το κερί που ’ν’ παραδομένο
στην επόμενη ζωή, αγαπημένε.