Μαλόρης Ανδρέας

Ο Ανδρέας Μαλόρης γεννήθηκε στην Αχέλεια της Πάφου. Σπούδασε ιατρική στη Θεσσαλονίκη και στο Johannesburg της Νοτίου Αφρικής και από το 1991 εργάζεται στη Λεμεσό.
Το 1981 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα γράμματα με τη συμμετοχή του στον Πρώτο Πανελλαδικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ε.Φ.Ε.Κ.Θ., όπου και βραβεύτηκε με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης.
Το 1983 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Τα τριάντα ποιήματα.
Το 1997 εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Τα μπαλόνια άφαντα, η οποία και βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο από τις Πολιτιστικές υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου.
Το 2003 εξέδωσε την δεύτερη του συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Τίποτα, τίποτα, η οποία επίσης βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο.
Το 2012 εξέδωσε την τρίτη του συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Εκκαθάριση προσωπικού.
Το 2015 εξέδωσε την δεύτερη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο Με διαστρέβλωση ελαχίστη.
To 2019 εξέδωσε την τρίτη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο Κβαντομηχανική.
Διηγήματα και ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες ποίησης και διηγήματος. Διηγήματά του έχουν μεταφρασθεί και δημοσιευθεί στα Αγγλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Βουλγαρικά και Τουρκικά.

Ιστότοπος: Andreas Maloris

Πάει πια καιρός
Που μες στ’ ασθενοφόρα της εξουσίας
Χαροπαλεύω με απελπισία.

Είμαι ο ίδιος
Μαχαιρωμένο σώμα αμφιβολίας
Απύθμενη χαράδρα σιωπής
Λεκιασμένο συμβόλαιο προδοσίας.
Πάει πια καιρός

Που σύναψα σχέση δολιοφθοράς
Σύντροφος αρπακτικών πουλιών
Μιας λεύτερης χώρας.

Είμαι ο ίδιος
Νησί οργισμένου ωκεανού
Άλογο στην ανία των σαλονιών
Ο ήρωας ζωγραφιάς μικρού παιδιού.

Είμαι ο ίδιος
Το ύφος στη ματιά
Του αγνοουμένου.

Τα τριάντα ποιήματα, 1983.

Όχι ! Δε φταίνε τα πεσιμιστικά μυθιστορήματα

Ποτέ δε μιλούσα πάρα πολύ

Βασικά ήμουν ποιητής.

 

Παραδέχομαι και παύσεις αδικαιολόγητες

Αλλά ύστερα το κάθε τι

Έχει μιαν τέλεια σκοπιμότητα.

Δε χρειάζομαι τα λόγια

Για να πάλλομαι σαν γνήσιος απεργός

Ούτε την επανάσταση για να βρυχάμαι.

Και μετά στις εγκεφαλικές κοιλότητες

Ποιός ξέρει πόσες πόρνες σαπροφυτούν;

 

Έτσι λοιπόν εξακολουθώ εγωιστικά

Να καταμετρώ τους φόνους

Στην εφημερίδα.

Μα σας παρακαλώ

Δεν ήμουν ποτέ ηδονοβλεψίας.

Βασικά ήμουν ποιητής.

Τα τριάντα ποιήματα, 1983.

[…]
«Oι μάρτυρες τον είδαν πασαλειμμένο αιθάλες θανάτου, καθώς έτρεχε πηδώντας, πάνω απ΄ τις σκόρπιες σάρκες του διαμελισμένου Θεσσαλή. Κι ακόμη τον είδαν, λίγο πριν εξαφανιστεί, να ρίχνει φόλες στα σκυλιά κι απ΄τα δέντρα ν’ απαιτεί τυφλή την υποταγή.»

Λέω, πολύ πιθανό να ’μαι εγώ ο βομβιστής, με μια τόσο πιστή περιγραφή πρέπει κάτι να είδαν, αλλά πάλι γιατί να μη θυμάμαι τίποτα και πού είναι τα υλικά μου; Kαι το εργαστήρι μου; Πού είναι το εργαστήρι μου; Καιρό όμως για σκέψεις περιττές δεν έχω, όπου να ’ναι λέω, με συλλαμβάνουν, κι ανοίγοντας παράθυρο πρόληψης πηδάω έξω σ’ αχαλίνωτη αυλή. Σελώνω άτι πανικού, δίνω βιτσιά στους τελευταίους ενδοιασμούς και σαν κιμωλία σβήνομαι απ΄ το μαυροπίνακα της νύχτας. Ο ουρανός, πάντα εκεί στις δύσκολες στιγμές, βλέπει που με πνίγει το δίκιο, σκύβει και στοργικά με καταπίνει.
Έτσι τώρα καθισμένος στο βολάν αυτού του νέφους κατοπτεύω από ψηλά την πόλη με μάτια δορυφορικά. Βλέπω τους αστυνομικούς, που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι βλοσυροί με τη λίστα υπόπτων παραμάσχαλα και με ψάχνουν. Ζουμάρω το φακό κι από ψηλά διαβάζω πρώτο-πρώτο στη λίστα τ΄ όνομά μου, ανοίγω τους δέκτες στη διαπασών κι ακούω τα όργανα του νόμου, κύμβαλα αλαλάζοντα, ν’ αναποδογυρίζουν τη μέχρι χθες ακλόνητη ζωή μου.
Όταν τα πράγματα ησυχάζουν, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, προσγειώνω το φιλόξενο νέφος κι επιστρέφω σπίτι. Μαζεύω από κάτω τον αντεστραμμένο μου κόσμο – καύκαλο αβοήθητης χελώνας – συναρμολογώ ξανά και ξανά τη θρυμματισμένη μου αξιοπρέπεια, αναστηλώνομαι, επιβάλλω πλήρη συσκότιση και βγαίνω, αλλά μόνο σαν είναι άμεση ανάγκη ή κάθε που ακούγεται καινούργιο μπαμ!
Γιατί οι βόμβες δε σταματούν στο Θεσσαλή. Μέρα με τη μέρα πληθαίνουν οι εκρήξεις, ίδια πάντα ώρα, 2.30 πρωινή κι οι γείτονες ενθουσιασμένοι για την ξουραφένια τους μνήμη περιγράφουν τον ίδιο δράστη: Εμένα που σκυφτός τρέχω να κρυφτώ, ποδοπατώντας διαμελισμένες σάρκες θυμάτων και ηθικής.
[…]

Από τη συλλογή διηγημάτων Τα μπαλόνια άφαντα, 1997.

[…]
Πληρώνω όσα όσα τον ταξιθέτη του χωρόχρονου κι εξασφαλίζω στο Λέων πρώτη θέση στον εξώστη της αυλής, με κιάλια και μαξιλάρι λαμέ αραβικό στα πισινά του πόδια. Είναι χορτάτος- τόσα χρόνια στη λόρδα τ’ άξιζε το φαγοπότι- τ’ αγόρασα και Φάντα με καλαμάκι.
Γι’ αυτό νάτον τώρα, που ήρεμος ανασηκώνει τα κανοκιάλια κι αποστασιοποιημένος παρακολουθεί: Το σκοτεινό αμάξι του διαβόλου κατεβαίνει τη βρεγμένη κατηφόρα σίγουρο τάχαμου για το ταξίδι, σέρνοντας πίσω το αιχμάλωτο σκυλί, Εβραίο μιας άλλης εποχής. Ο Ναζί οδοντογιατρός, τον βλέπω στο καθρεφτάκι, χασκογελά Μεφιστοφελικά! Ψεύτικα δόντια πορσελάνης, σκέτος Φράνκεσταϊν, ένας απαίσιος Ες Ες !
Ξαφνικά, κάτω στο βάθος, κει που ο δρόμος ζαβώνει μια δόση αριστερά προς στην άσφαλτο, η μηχανή μπουκώνει κατάρα και σταματάει. Δε χάνω καιρό: Σκύβω, φοράω τα τροχοπέδιλα, στέκομαι, λυγίζω έναν αέρα τα γόνατα, παίρνω φόρα, δίνω μια και κάνοντας σλάλομ αλπινικό γλασάρω απάνω στη γλοιώδη ράχη του δρόμου ζικ-ζακ. Η κατάβαση υποδειγματική, τέλεια, προσπερνώ και τη σειρά των ευκαλύπτων, που για μια στιγμή θαρρώ μ’ ανεμοσάλεμα χαράς σκύβουν και χαιρετούν.
Να ‘μαι τώρα δίπλα στην πλατφόρμα με την κλούβα: Απλώνω εν κινήσει το χέρι και με κίνηση αποφασιστική, σωστά υπολογισμένη, τραβάω την αμπάρα και την πετάω μ’ ανάστροφη ορμή ψηλά. Φεύγει αυτή προς τα πάνω, στριφογυρίζει στον αέρα σαν κακός ύπνος και μετά πέφτει, πέφτει, πέφτει, πέφτει, πάει και κάθεται μέσα στο άπληστο στόμα του χρόνου που τη μασάει. Ανοίγω τότε την πόρτα και φωνάζω: «Λέων, γάτες, όρμα!».
Απόψε σαν θα γυρνώ στο διαμέρισμα, εκείνη μεν δε θα ‘ναι δίπλα μου, οι δρόμοι όμως ξεπλυμένοι θα στραφταλίζουν στο φως του φεγγαριού σαν γέλια μικρού παιδιού. Ο αέρας θα ‘ναι τόσο αλαφρύς, που άμα θέλω μια θ’ αναπνέω και μια θα πετάω.
Γιατί απόψε, την ώρα που θα βγάζω το κλειδί για να μπω, ο Λέων πίσω απ’ την πόρτα θα περιμένει. Τον ακούω ήδη που γρατζουνάει.

ΤΕΛΟΣ.
Από τη συλλογή διηγημάτων Τίποτα, τίποτα, 2003.

Η ΚΥΡΙΑ ΔΩΡΑ ΜΟΛΙΣ ΕΧΕΙ ΓΥΡΙΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ. Η λευχαιμία παραμένει σταθερή. Όχι «ίαση», απλά μια «ύφεση», της είπαν. Ποια η διαφορά; σκέφτηκε. Σημασία έχει ότι μετά από πολύ καιρό νιώθει καλά. Ένα ανεξήγητο μελτεμάκι που ανασηκώθηκε ξαφνικά εντός της, τη δροσίζει ευεργετικά από το μεσημέρι κι αλαφροπετάει. Κι ας δαγκώνουν οι κλειδώσεις. Με την αρθρίτιδα έχουν υπογράψει από καιρό σύμφωνο συνεργασίας και εκατέρωθεν ανοχής. Την έχει εν άλλοις συνηθίσει. Όπως τώρα, που γερμένη στον καναπέ προσπαθεί να αποφύγει ένα σφάχτη που εφορμά κάθε τόσο απροειδοποίητα και της μαχαιρώνει την πλάτη.
Παρέα με το βοριαδάκι όμως εισβάλλει μέσα της και μια ακατανίκητη διάθεση για κίνηση, κόσμο. Έστω και τηλεοπτικό. Στα τόσα χρόνια της προσφυγιάς πρώτη φορά αναζητά το απέναντι πρόσωπο με τόση ζέση. Μετά το θάνατο του κυρ Κώστα και τη φυγή των παιδιών, της αρκούσαν οι ομιλίες στις φωτογραφίες και οι θόρυβοι της μνήμης. Σήμερα όμως νιώθει διαφορετικά. Γι’ αυτό και τεντώνει το δεξί χέρι για να πάρει το τηλεχειριστήριο από το τραπεζάκι δίπλα, οπόταν ακούγεται στον δεξή ώμο κάτι σαν διαμαρτυρία πεπαλαιωμένου επίπλου, πονάει, ίσα που το ακουμπά και της ξεφεύγει. Πεισμωμένη, σφίγγοντας τα δόντια, καταφέρνει εν τέλει και το φέρνει στα χέρια πριν συντριβεί στο μαρμάρινο δάπεδο. Πατά μετά ένα-ένα τα κουμπιά, αλλά αυτά αρνούνται να τη συνδέσουν. Έχοντας από καιρό παραδοθεί στη σκουριά του καουτσούκ, ίσως και ένεκα λιπόθυμων μπαταριών, στήνουν πόδι. Το κουνάει περά-δώθε σαν κουμπαρά σε περίοδο αδεκαρίας, αλλά εις μάτην. Απογοητευμένη το πετάει στο πλάι και γυρνώντας ολόσωμη προσπαθεί να σηκωθεί. Να ξεμουδιάσει.
Κείνη τη στιγμή ακριβώς η ματιά της συναντά τον τοίχο απέναντι. Συγκεκριμένα πέφτει εκεί όπου κρέμεται η φωτογραφία του γιου της, του αγνοούμενου από τον πόλεμο. Τριάντα οκτώ τόσα χρόνια τώρα. Μεμιάς ανασκιρτά! Διαβλέπει μια κίνηση ζωής: Τα χείλη του παίζουν και σκέφτεται αμέσως τη σκάλα. Θα ’θελε πολύ να ξεκαρφώσει τη φωτογραφία, να κατέβει τα σκαλιά θριαμβευτικά και τρέχοντας στον δρόμο να την περιφέρει ένα γύρω, ίδια όπως κρατάνε ψηλά την εικόνα του Χριστού μετά την Ανάσταση. Να τη λιτανέψει αριστερά-δεξιά και να την επιδεικνύει λέγοντας: «Είδατε που σας έλεγα; Ζει, ζει!» Αυτό θα ’κανε, μα σκάλα δεν υπάρχει στο σπίτι και σκέφτεται να δανειστεί μία απ’ την κυρία Αθηνά που μένει δίπλα, αλλά δεν τολμά. Τέτοια ώρα θα της γινόταν βάρος.
Ανασηκώνεται να πλησιάσει την κορνίζα κι αισθάνεται ένα αναπάντεχο μυρμήγκιασμα να την κυριεύει, τη λούζει μια ζάλη πρωτόγνωρη και έχει την εντύπωση ότι διαρρέει ξαφνικά ο αέρας και το δωμάτιο αδειάζει. Αφήνει τον καναπέ και γογγύζοντας κινά για την πόρτα της κουζίνας, να βγει έξω, να ανασάνει. Παρόλο που αναπνέει γρήγορα με ολάνοικτο στόμα, εντούτοις κινείται αργά, γι’ αυτό και μέχρι να φτάσει στην πόρτα, ο αέρας έχει τόσο λιγοστέψει που, πριν εισέλθει στα πνεμόνια της, τελειώνει. Ανοίγει τώρα και κατεβαίνει στην αυλή σαν μικρό παιδί, γυρνώντας πρώτα-πρώτα στο πλάι. Απλώνει μετά το δεξί πόδι επιφυλακτικά, ξεπερνά με κόπο το σκαλί κι αμέσως πέφτει το μάτι της στις πετσέτες που έπλυνε χθες ξεχασμένες στο σύρμα της αυλής. Την πλημμυρίζει ελπίδα: Πλαταγίζουν πολύχρωμες, με τα λογής-λογής τετραγωνάκια τους, φουσκωμένες αέρα! Προχωράει και αρχίζει να τις μαζεύει, κρατώντας το σύρμα στο ένα χέρι κι ανοίγοντας τα μανταλάκια με το άλλο. Οι πετσέτες πριν υποσταλούν, της φυσάνε στο πρόσωπο και πάει παρακάτω. Μέχρι το μέσο έχει πια χορτάσει τόσο οξυγόνο που φτάνει στο τέλος με σχετική ευκολία.
Ξαφνικά νιώθει και πάλι κείνη την ακατάσχετη πείνα για αέρα να εισβάλλει μέσα της. Μόνο που τώρα μοιάζει πεισματική, σχεδόν ορμητική. Εντούτοις η ίδια χαμογελά με νόημα! Σκέφτεται ότι δεν έχει παρά να ακολουθήσει το ίδιο δρομολόγιο πίσω, μαζεύοντας κι άλλες σωτήριες πετσέτες κι αναθαρρεύει. Γραπωμένη όπως είναι ακόμα στο τέλι, γυρνάει ανάποδα και ξεκινάει το ταξίδι της επιστροφής. Ανασηκώνει όμως το κεφάλι πριν ξεκινήσει και κοιτάζει: Το σύρμα άδειο! Ένα τεντωμένο φίδι γυμνό, μια ατέλειωτη άγονη γραμμή. Και τότε ακριβώς αντιλαμβάνεται ότι οι πετσέτες τελείωσαν, δεν έχει άλλες. Και κάθεται. Κρατιέται για λίγο στη στάση αυτή και μετά γέρνει απαλά στο πλάι, μαζεύει ελάχιστα τα πόδια και μένει εκεί. Οι πετσέτες ξεφεύγουν απ’ τα χέρια και σκορπάνε.
Παράξενο όμως! Τώρα νιώθει εντελώς καλά, απελευθερωμένη! Τόσο καλά, που δεν μπαίνει καν στον κόπο να αναπνεύσει. Όταν ο νεαρός άντρας της φωτογραφίας πλησίασε, εκείνη ακόμα χαμογελούσε:
– «Έλα, μητέρα», της είπε, «αργήσαμε!».

ΤΕΛΟΣ.
Από τη συλλογή διηγημάτων Εκκαθάριση προσωπικού, 2012.

Κάθε ποιητής και η Ελεονόρα του.
Κάθε στίχος και λιτανεία νεοφερμένων
αγίων
στους δρόμους της Πασχαλινής Ακακίας.
Με μπιχλιμπίδια φορτωμένοι
οι νεανικοί μου ενθουσιασμοί,
με άλας και ύδωρ
η ώριμή μου θλίψη.

Με διατρέβλωση ελαχίστη, 2015.

Εθιστείτε
στην άδεια καρέκλα απέναντι,
στο παρελθόν των εσωτερικών σας χώρων,
στα υγρά βήματα της αναχώρησης,
στα άδεια μπαλκόνια των βλεμμάτων.

Εθιστείτε
στις διαμαρτυρίες των σκιών που κόπασαν,
στην ερμητικότητα των περιττών εξηγήσεων.

Εθιστείτε
στην έλλειψη του φωτός,
το σκοτάδι να δούμε τώρα.

Εθιστείτε
στη σκόνη, στο κάτω-κάτω
θα σας εξοικειώσει με τη στάχτη.
Εθιστείτε στον έρωτα
ή και στην έλλειψή του,
το ίδιο κάνει.

Με διαστρέβλωση ελαχίστη, 2015.

Άργησα.
Την είδα να χάνεται
όπως γλυκάδα ομίχλης
στη στροφή λίγο πριν την έξοδο
των διλημμάτων.
Με καταπλάκωσαν και πάλι
αργά τριαξονικά γιατί.

Στον υπόγειο
η επικερδής μου βιασύνη
προσπέρασε τον μουσικό του Μπαχ.
Οι νότες που άφησα πίσω
με πολτοποίησαν στις ράγες.
Πέρασε κι από κει, θα λένε,
η βουβή αμαξοστοιχία
του μαύρου.

Τα χέρια,
που δεν κράτησα σφικτά
ένιψαν τις ώρες
και βράδιασαν.

Κβαντομηχανική, 2019.

Έρχεται η πρώτη η γριά,
που μου λέει να σταματήσω τις άσκοπες σημάνσεις
και τις κραυγές τις παιδικές να αφήσω κατά μέρος:

«είναι γαρ ο χρόνος λίγος και τα μάτια σου ρηχά
για να χωρέσουν όλες του απογεύματος οι θλίψεις.»

Έρχεται η δεύτερη γριά και μ’ αναγκάζει να σκύψω,
βάζει στο χέρι ευθύς κοτρώνι
κι ίσα μου κοπανάει το κεφάλι μουρμουρίζοντας:

«το ύφος σου είναι ορθά υπολογισμένο,
πάντα κράταγες μια στάση προσεκτική
μα το τέλειο ύφος σκοτώνει τις πιθανότητες!»

‘Έρχεται και η τρίτη η γριά
που με φοβίζει
βαστά στο χέρι ένα ψαλίδι
κι οργισμένη με κυνηγά.
Εύθρυπτη λευκή σκιά
που πάντα θα με τυρρανά:

«Κρυψώνες για σε, δεν έχει πια ετούτη η γη,
ο χρόνος που απέρχεται σε προκαλεί.»

Κβαντομηχανική, 2019.