Μακρίδου-Robinet Κλεοπάτρα

Ονοματεπώνυμο: Μακρίδου-Robinet Κλεοπάτρα
Κατηγορία: Ποίηση
Τόπος γέννησης: Λευκωσία

Βιογραφικό:

Η Κλεοπάτρα Μακρίδου-Robinet γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου. Τελείωσε το Παγκύπριο Γυμνάσιο. Σπούδασε με υποτροφία χημικός στη Grenoble και τη Lyon της Γαλλίας και είναι Διδάκτωρ Χημικός στην Ανόργανο Χημεία (Docteur de Spécialité). Διετέλεσε χρόνια στέλεχος του Γαλλικού Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων καθώς επίσης και του Υπουργείου Οικολογίας και Αειφόρου Ανάπτυξης όπου εξήσκησε τα καθήκοντα της Διευθύντριας του Τμήματος «Υδάτινοι Πόροι» στην Ορλεάνη.

Είναι παντρεμένη με τον Γάλλο ακαδημαϊκό Jean Claude Robinet και είναι μητέρα δυο παιδιών.

Είναι πρόεδρος και ενεργό μέλος του συλλόγου «Οι Φίλοι της Κύπρου» στη Γαλλία απ´ όπου συντελεί στο ν´ακουστεί η φωνή της Κύπρου.

Μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στη Γαλλία και την Κύπρο.

To βιβλίο της Άσμα ερωτικό και πένθιμο, έχει μεταφραστεί στα Αλβανικά και εκδοθεί τον Ιούλιο του 2016. Τα βιβλία Μνημόσυνο-Ιχνηλασία και Εντοπία φωνή έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά και εκδοθεί από τις εκδόσεις «Variations» σε δίγλωσση έκδοση (Οκτώβριο του 2015 και Ιούνιο 2019).

Έργα της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες ποίησης στην Κύπρο, την Ελλάδα και Γαλλία. Το ποιητικό της έργο έχει βραβευθεί τον Ιούνιο του 2017 από τη Διεθνή Ακαδημία Arts-Sciences-Lettres που εδρεύει στο Παρίσι με το Αργυρό μετάλλιο.

Εργογραφία:

Ποίηση

  • Ωδή για την Κύπρο, Λευκωσία 1992
  • Πάτερ απελθέτω απ´εμού το ποτήριον τούτο, Λευκωσία 1994
  • Σαλαμίνα τε, Λευκωσία 1996
  • «Πρέσβυν αρ’ εισδέξομαι πάτερ», Λευκωσία 1998
  • Ο νόστος των Ηρακλείδων, Λευκωσία 2006
  • Το Κάππα της Κύπρου, Λευκωσία 2013
  • Μνημόσυνο (Ωδή στον χαμένο Υπαξιωματικό Κύπρο Γ. Ιωάννου) – Ιχνηλασία, Λευκωσία 2014
  • Ρε Αλέξης, Ο Ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης , Λευκωσία 2015
  • Άσμα ερωτικό και πένθιμο, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2015
  • Εντοπία φωνή, Εκδόσεις Κουκκίδα Αθήνα 2017
  • Εάλω η ψυχή Κουκκίδα Αθήνα 2018
    Ταξίδι Οδύσσειο Εκδόσεις Κουκκίδα Αθήνα 2019

Επιμελήθηκε την Ανθολογία της σύγχρονης κυπριακής ποίησης – δίγλωσση ανθολογία στα ελληνικά και γαλλικά «Editions variations» 2016

Δείγματα Γραφής:

V

Και αν το δάκρυ μου ξεφύγει,
χωρίς να το θέλω,
θα το στεγνώσω αμέσως να μην το δεις
έτσι θα πιστείς πως ήσουν
μια μακρινή φιλία
κι ας ήσουν για μένα
όλη μου η ζωή!

Μην ξεχνάς πως ο χρόνος
αφήνει απάνω στο σώμα σου φεύγοντας
φαντάσματα
κι η πιο ωραία ζωή
είναι αυτή που δεν θάρθει ποτέ!

Ω μνήμη
βασανιστική ερωμένη μου
απ ´ενα κουρασμένο Οδυσσέα
δεμένο μ ´ενα λαό δύσμοιρο
πικρό και χολιασμένο
που διασχίζει τους αιώνες
μες στον κυκεώνα των άστρων

Ω Χώμα
που μέσα σου ταξίδευσα και σπήλιωσα
αν και το σώμα μου
μακριά σου γευόταν
της πρώτης αθωότητας τα κρίνα!

Ω πικρή ανάμνηση
μιας μακρινής πραγματικότητας
που δεν θα γίνει ποτέ δική σου!
Ω γεγονότα που χάθηκαν
μέσα στην σκληρότητα της μέρας
και που αρκέστηκαν σ´ενα αόριστο όνειρο!
Πατρίδα,
συγκεχυμένη κραυγή
Απρόφερτη
Ακαθόριστη
Που δεν ξέρεις αν είναι όνειρο
Ή πεπρωμενο!
Ω Πατρίδα!
Ω πνοή μου
Ω βάφτισή μου
στα της ζωής απαρηγόρητα δάκρυα
ενός άδοξου παρελθόντος
Στου Ήλιου σου το ηλιοβασίλεμα
βλέπω μυθιστόρημα προδομένων επαναστάσεων
ενός ματοβαμένου αιώνα .

Ω μάταια ελπίδα μου
Ω ζωή αμείλικτη
πόσο θάνατο έχεις σπείρει
διαβαίνοντας τα σύνορα του κόσμου.

Ω Πατρίδα
πιστή ερωμένη μου
ενός δίδυμου πόθου
που κούρσεψε τα σωθικά των ονείρων μου !

Ω Χώμα που φωσφορίζει
στης Ελευθερίας τον θόλο
κάτω από τα όνειρα
της απαρηγόρητης Προσδοκίας μου!

Απόσπασμα από τη συλλογή «Ταξίδι Οδύσσειο», Κουκκίδα, 2019

Έτσι συνήθως

Έτσι συνήθως χάνονται
τα ωραία χρόνια της ζωής μας
από ένα ανέλπιδο Έρωτα
που μας ξεριζώνει από τα γήινα
και μας εκτοξεύει στο σύμπαν
ενώ η Ψυχή έχει ανάγκη απο γής!

Κάπου ανάμεσα στη Παλίρροια
και τη Άμπωτη
άρχισα να σ´ αγαπώ
την ώρα που πήγαινα να πνιγώ.
Ανάσαινα μέσα στο νερό
υπήρχα μέσα στο αχανές…

Από τη συλλογή «Εάλω η ψυχή», Κουκκίδα, 2018

III

….
Εσύ, Κύριε, αρχιπέλαγος των ονείρων μας
Αρχή και Τέλος της Ελευθερίας μας
που σύραμε καράβι σε κάβο ριψοκίνδυνο
να λικνίζει από την αδιαφορία των αιώνων.

Εσύ Κύριε, θύμηση της Μνήμης μας
που τα σύννεφα της γης και των ουρανών
μετέφεραν από αιώνα σε αιώνα ….
πήρες τον Ήλιο στα χέρια σου ανάποδα
για να στεγνώσει το φιλί του Ιούδα
μα στο όρος των Ελαιών σε πελεκούσαν
οι φωνές των εχθρών σου
απαιτώντας παράδοση.
Ήπιες στη θάλασσα ολόκληρη
τον πόνο των μελλοθανάτων
που φτύνανε ανέλπιδοι κελιά Εγγλέζων
ενώ τα θαύματα σου διαλούσαν
σχήματα μέλλουσας Ελευθερίας
σε νησί μελλοθάνατο
μέρας χωρίς ερχομό
μέρα χωρίς μετάνοια
πηλό και αμαρτία.

Σκύψε αν μπορείς το σώμα σου
στο σώμα μας,
να χαράξει η σιωπή σου
κραυγή που αιώνες υπνώτισαν
οι απεσταλμένοι σου,
κοχύλι σ´ακρογιάλι βαλτωμένο
να προσμένει το φιλί της θάλασσας,
τόποι που είδαν το δίκιο τους
να βουλιάζει στα μύχια της.
Δώσε τα χέρια σου
κουφώματα βράχων να πιω νερό
κροτάλισμα βροχής στο παραθύρι
που όσο κι αν θέλω δεν ακούω
γιατί ξεχάστηκα και πίστεψα στο θαύμα σου.
Στο μέτωπο σου ο ιδρώτας και το αίμα
πισσώνουν την ελπίδα
που άπλωσε ρίζες
απ το τραγούδι του Γρηγόρη, του Παλληκαρίδη
και των άλλων ποιητών
ενώ εσύ απλώνεις, θεός των θεών
το μαγικό σου σκήπτρο μακριά
παραμελίζοντας τους πολυελαίους
δανείζοντας φως
στα μάτια του Ελύμα..…

Απόσπασμα από τη συλλογή «Πάτερ απελθέτω απ´ εμού το ποτήριον τούτο», Λευκωσία, 1994

VI

Μένουν τὰ χέρια σου, Ρήγα Ἀλέξη,
ἀόρατα
νὰ ὑψώνουν πρὸς τὸν οὐρανὸ
ἀπολλώνιες λύρες
ποὺ τὶς παίζουν μὲ τὰ μαχαίρια τους
οἱ δουλοπάροικοι.

Κι ἐνῶ τὰ κόκαλά σου τρίζουν
μέσα ἀπὸ τὶς ἀνορθόγραφες λέξεις μας
οἱ νύχτες μᾶς ξυπνοῦν
βογκίζοντας
καθὼς παλεύουν νὰ βγοῦν
ἔξω ἀπὸ τὸ θάνατο.
Καὶ ἡ Κύπρος ταξιδεύει
μὲς στοὺς αἰῶνες
ἀκολουθώντας τὰ σημάδια
ποὺ ἀφήνει τὸ αἷμα στὸ αὐλάκι
καθὼς οἱ φονιάδες τῶν λαῶν
ἀμετανόητοι
συνεχίζουν νὰ ἐμπορεύονται
τὴν ἀνθρώπινη σάρκα
καλπάζοντας.
Ἡ Κύπρος ἀκολουθεῖ
τὸ δρόμο τῶν δολοφονημένων
λέξεων
καθὼς σωριάζονται στὸ πάτωμα
κομματιασμένες
ἀποίητες
προσχέδια
ἐπαναλαμβανόμενης καταστροφῆς.

Ἡ Κύπρος ἀκολουθεῖ
αἰῶνες τώρα
τὸ ξεραμένο αἷμα
τὸ σπαταλημένο αἷμα
τῶν νεκρῶν παιδιῶν της
στὸν Ἄδη.
Μὰ οἱ λέξεις μας, Ἀλέξη,
Ποίημα ἀγανάκτησης
γυρίζουν ξαφνικὰ
καὶ δαγκώνουν τὴν οὐρά τους.
Κι ἐγὼ ἀδάκρυτη
στρώνω χαλὶ στὴν ὀμορφιά σου
καθὼς ἡ Λευκωσία μισὴ
τρώει τὰ σωθικά της.»

Απόσπασμα από τη συλλογή «Ρε Αλέξης, Ο Ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης», Λευκωσία, 2015

Στη Σαλαμίνα τη Κύπρια

Ο νέος κατακτητής
ήλθε από τη Ανατολή
να ξεριζώσει τους Τευκρίδες ….
Μπήκε στη Κύπρο
από το λιμάνι της Σαλαμίνας
να διώξει λέει τους Αχαιούς
απο τη Βασιλική Νεκρόπολη
και τον Δία από τον θρόνο του !

Και καθώς έτριζαν οι ρίζες του Τεύκρου
το καύκαλο του Αίαντα
Τρίαινα τριπούσε τους βυθούς του Αιγαίου
ενώ η φωνή του Τελαμώνα
απο τη άλλη Σαλαμίνα
ανέβαινε οργή
χρησμός ν’ ακουμπίσει Πυθία…

Και καθώς ο Πέρσης στρατηγός Αρτύβιος
βομβούσε στρατό και στόλο
τη Σαλαμίνα να υποτάξει
ο Ονήσιλος
χωρίς τους Αμαθουσίους
έριχνε γροθιά στα έγκατα
τους Πέρσες ν αποτρέψει μη διαβούνε!
Κι εκεί που η Σαλαμίνα
έβρησκε το σώμα της
στο Κούριο ο Στασάνωρας
έριξε το κρανίο του Ονήσιλου στη γης
χρησμό μελίσσιο να διώξει
και τους Φοίνικες Τυράνους
στη Σαλαμίνα να στεριώσει!

Μια μέρα μες στο καύσωνα
και το ποδοβολητό των βαρβάρων
εκεί που γύρευα τη Ελένη
στ ακροθαλάσσι του Πρωτέα
τα μυστικά της να μοιραστώ
φόρεσα τη μνήμη μου ανάποδα
και ήλθα να σ ανταμώσω
φρουρός στις αυλάδες της φωνής σου

τους παλμούς της ψυχής σου
ν ακούσω..

Μα βρήκα το σώμα σου πυρπολημένο
να αιμορραγεί ολομόναχο
χωρίς ψυχή
ενώ η θάλασσα σου
είχε φάει το κορμί της
λουόμενη στο χώμα…

Και καθώς αγκάλιαζα
τις φαγωμένες κολόνες
στο Θέατρο, στη Αγορά, στο Γυμνάσιο
η φωνή σου ανέβαινε όρκος Ομηρικός
δεμένος με το χώμα
ενώ ο Δίας διαλαλούσε
τα ούρια και τα δούρεια του
μες στους Βασιλικούς Τάφους…

Ξεδιπλώνοντας τα έντερά του
ο Ευαγόρας άφριζε οργή
κι αγιάτρευτος επάσκιζε
τη μνήμη να στηλώσει
της ψυχής ο κισσός
να βρεί το δέντρο του
και το ποίημα Πατρίδα!

Το φεγγάρι βγαίνοντας σεριάνι
πίσω απο το Σαλαμίνειο δάσος
το νεκροταφείο της Μονής τ Αγίου Βαρνάβα
τον Αη̈ Σέργη
προς τα περίχωρα της Έγκωμης
στάθηκε λίγο πάνω στις κολόνες
και το άγαλμα του Δία
κι ο ασημένιος δίσκος του
πορευόμενος προς τη θάλασσα
πυροβολούσε με φώς
τον υπερπόντιο στόλο
αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Αρσινόης….

Κι εσύ να παραμένεις
στα φονευμένα μας όνειρα
Αταξίδευτη.
Και εκεί που έψαχνα τον Άδωνη
ναυαγό στο νεκρό ακρογιάλι
της ανατολικής θάλασσας
να του ξεπλίνω τις πληγές
να τον στεγνώσω στον ήλιο
να τυλίξω το σώμα του
στα σεντόνια της αθανασίας
ξεδιπλώνοντας όλα μου τα όνειρα στο φως ,
σε είδα από μακριά
αλυσοδεμένη στο διπλανό λιμάνι
να μυρίζεις ιδρώτα κι αλμύρα
ξεθεωμένης πόρνης
που κοιμάται χρόνια τώρα
σε ξένες αγκάλες
καθώς το μαχαίρι σε διαπερνά αμφίστομο
οι φλόγες σε τυλίγουν
και της οδύνης οι κραυγές
σε πλακώνουν.

Πυρακτωμένη λάβα
η μνήμη ξεφυτρώνει μέσα απο τη στάκτη
απειλητική σαν σπαθί
ενώ τα καρναβάλια στη Λεμεσιανή Αμαθούντα
ανάποδα ηχούν τον χρόνο!
Κι όπως η Ιστορία σε βλέπει
μόνο όταν την βλέπεις
έτσι και η Σαλαμίνα.
Κομμάτια απο τη ένδοξη ζωή της σου ανήκουν
αν ένδοξη είναι η ζωή σου
κι ελεύθερος εργάζεσαι
να εμποδίσεις τη θάλασσα να εισβάλει στη γης
μη τύχει και ξεράνει τις λεμονιές
μη τύχει και ξεράνει τη μνήμη…
κι ο Ονήσιλος στο τέλος θρυμματίσει το καύκαλο του
πάνω στο κεφάλι σου…

Από τη συλλογή «Ρε Αλέξης, Ο Ηγέτης μιας καταδικασμένης επανάστασης», Λευκωσία, 2015