Γεωργίου Β. Γιώργος

foto giorgos georgiou

Ο δρ. Γιώργος Β. Γεωργίου σπούδασε φιλολογία και γλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με υποτροφία του ΙΚΥ. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο στην Εφαρμοσμένη Γλωσσολογία από το Πανεπιστήμιο Κύπρου και Δίπλωμα Νομικής Γλωσσολογίας από το Πανεπιστήμιο του Aston Ηνωμένου Βασιλείου. Είναι διδάκτορας γλωσσολογίας από το τμήμα αγγλικών σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Εκπόνησε επίσης μεταδιδακτορική έρευνα στο τμήμα Ιταλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στις εφημερίδες και την τηλεόραση, όπου έλαβε εκατοντάδες συνεντεύξεις πολιτιστικού κυρίως περιεχομένου. Στη συνέχεια εργάστηκε ως ερευνητής στο Κέντρο Θησαυρού Κυπριακής Ελληνικής Γλώσσας και στο Κέντρο Μελετών της Ι.Μ.Κύκκου, καθώς και ως επιστημονικός συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Σήμερα είναι επισκέπτης καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Διευθύνει ακόμα την Ακαδημία Πολιτισμού “Κυπροπαίδεια” της Ιεράς Μητρόπολης Ταμασού. Επιμελείται την καθημερινή ραδιοφωνική εκπομπή που μεταδίδεται από το πρώτο ραδιοφωνικό πρόγραμμα του ΡΙΚ με τίτλο «Μιλάμε ελληνικά» καθώς και την καθημερινή στήλη “Γλωσσικές σφήνες» στον Πολίτη. Άρθρα του είναι δημοσιευμένα στον Τύπο, σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, σε τόμους βιβλίων και σε πρακτικά συνεδρίων. Εξέδωσε τα βιβλία Μοναστήρια της Κύπρου (Λευκωσία, 2004), Ελληνική γλώσσα και κοινωνία (εκδ. Εν Τύποις, 2013), Ορθογραφίες (εκδ. Εν Τύποις, 2013), 1099 κυπριακές παροιμίες και φράσεις (εκδ. Ηλία Επιφανίου, 2014), Τα ξημαρισμένα (εκδ. Ηλία Επιφανίου, 2015), –Σωστά Ελληνικά. Πόσα ξέρεις (;), Εκδ. Ηλία Επιφανίου, Λευκωσία, 2016. Τώρα εργάζεται γύρω από την έκδοση ενός πλήρους λεξικού της κυπριακής διαλέκτου, καθώς και σε μια εισαγωγή στη νομική γλωσσολογία. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη χρήση της γλώσσας στο νομικό σύστημα και στους σύγχρονους ρόλους της κυπριακής διαλέκτου.

Αργά το μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα;

Του Γιώργου Β. Γεωργίου

Οι εκφωνητές των δελτίων ειδήσεων, τοποθετώντας στο χρόνο την ίδια είδηση έκαναν λόγο άλλοι για «αργά το μεσημέρι» και άλλοι για «νωρίς το απόγευμα». Αντικειμενικά, πρόκειται για αναφορά στον ίδιο ακριβώς χρόνο, αλλά, όσο ενδιαφέρει τη γλώσσα, υφολογικά ο κάθε ξεχωριστός χρήστης προβαίνει σε μια επιλογή που εξυπηρετεί τις εκφραστικές του ανάγκες και το σκοπό του μηνύματος, που θέλει να υπηρετήσει.
Η γλώσσα είναι ένα σύστημα που κατεξοχήν υπάρχει για να υπηρετεί την επικοινωνία κι αυτό συνήθως θέλει να το επιτύχει εφαρμόζοντας την αρχή της «ήσσονος προσπάθειας». Όσο απλούστερες καταλήγουν να είναι οι γλωσσικές μας επιλογές, τόσο εναργένεστερα, καθαρότερα, σαφέστερα θα φτάσει το μήνυμά μας στο δέκτη, στο συνομιλητή, στον ακροατή, στον αναγνώστη μας.

«Απλούστερος» όμως δεν σημαίνει απλοϊκός. Αντίθετα, όσο πιο καλλιεργημένη είναι μια γλώσσα (αν δηλαδή παρέχει μεγαλύτερη υφολογική ποικιλία, περισσότερες επιλογές) –και πάλιν καλλιεργημένος δεν σημαίνει ανώτερος, γιατί υπάρχουν γλώσσες που δεν είναι «πολιτισμικές», όμως εξυπηρετούν άριστα τις ανάγκες επικοινωνίας των μελών της, στο περιβάλλον στο οποίο ζουν- τόσο ευκολότερη γίνεται και η υφολογική διαστρωμάτωση, δηλαδή η επιλογή μεταξύ πολλών παραδειγμάτων.

Αντίθετα, όταν οι επιλογές στενεύουν, τότε είναι που η γλώσσα καταντά απλοϊκή, με περιορισμένες δυνατότητες να εκφράσει με ακρίβεια αυτό που θέλουμε να πούμε. Αν, για παράδειγμα, υπερισχύει το ρήμα «κάνω» ρημάτων όπως «κατασκευάζω, αποκτώ, διαπράττω, προξενώ, διατυπώνω, υποβάλλω» κ.λπ., τότε μειώνουμε παρά διευκολύνουμε τις γλωσσικές μας επιλογές.

Επί του προκειμένου: «Αργά το μεσημέρι» είναι μια έκφραση που δίνει έμφαση στο χρόνο σε σχέση με το μεσημέρι και επομένως ο χρόνος της δράσης τοποθετείται «αργά». Αντίθετα, με πυρήνα το απόγευμα ο χρόνος της δράσης είναι «νωρίς». Αυτές οι φαινομενικά ταυτόσημες προτάσεις από σημασιολογικής πλευράς έχουν διαφορετικό υφολογικό περιεχόμενο και μάλιστα διαφορετική οπτική. Γιατί «αργά» σημαίνει καθυστέρηση, σημαίνει ότι «φάγαμε την ημέρα», ότι «όλο το μεσημέρι θα εργαζόμαστε» (σε ανάλογο κειμενικό περιβάλλον). Αντίθετα, «νωρίς» σημαίνει ότι «έγκαιρα», σημαίνει ότι «έχουμε χρόνο μπροστά μας» κ.λπ. Οι επιλογές μας, λοιπόν, στη γλώσσα, ακόμα και ασύνειδα, έρχονται να υπηρετήσουν συγκεκριμένες ανάγκες έκφρασης, εκπομπής μηνυμάτων που δεν είναι μόνο αμιγώς «γλωσσικά».

 

Γλώσσα δεν είναι μόνο τα λάθη της γραμματικής

Του Γιώργου Β. Γεωργίου

Γλώσσα δεν είναι μόνο τα λάθη που διαπράττουμε, ακόμα και όσοι απ’ εμάς είναι «επαγγελματίες» του λόγου, σε γραμματική και συντακτικό. Παρόλο που υπήρχε ανέκαθεν η έντονη τάση η Φιλολογία (και πόσο μάλλον, η Γλωσσολογία) να ταυτίζεται με την προσπάθεια ανεύρεσης γλωσσικών λαθών στον προφορικό και γραπτό λόγο και με τη θεραπεία τους, καθώς και με την ανεύρεση της ετυμολογίας των λέξεων, της εξέλιξης και του μετασχηματισμού των εννοιών τους μέσα στο χρόνο, στην πραγματικότητα η Γλωσσολογία είναι αυτό στον ελάχιστο δυνατό βαθμό. Ή για να το θέσουμε με όρους της σύγχρονης Γλωσσολογίας δεν είναι ούτε καν αυτό. Γιατί, όπως δεν κουραστήκαμε να επαναλαμβάνουμε πολλές φορές απ’ αυτήν τη στήλη, έχοντας επίγνωση της δύναμης που έχουν οι εγκατεστημένες προκαταλήψεις, το να προσπαθεί κανείς να ανευρίσκει γραμματικά και συντακτικά λάθη (αναμενόμενα και αναπόφευκτα), ώστε μετά να κατακεραυνώνει συλλήβδην τη Γλώσσα των συγχρόνων του, καθώς και το πνευματικό και πολιτιστικό τους επίπεδο είναι ένα σπορ (γιατί δεν πρόκειται για επιστημονική προσέγγιση) εντελώς ξένο προς τη Γλωσσολογία.

Αντίθετα, η Γλωσσολογία οδήγησε στην ανοχή των «λαθεμένων» τύπων, εξήγησε πως η γλώσσα βρίσκεται υπό διαρκή ζύμωση, πως το «σωστό» και το «λάθος» διέπονται από νόμους εσωτερικούς (γλωσσικούς), αλλά και εξωτερικούς (κοινωνικούς, ψυχολογικούς και άλλους), πως πολλές φορές «τα λάθη του σήμερα αποδεικνύονται τα σωστά του αύριο» και πως εν τέλει χρειάζεται ψυχραιμία στον τρόπο με τον οποίο αποκωδικοποιούμε τη γλωσσική πραγματικότητα.

Αν έχει κάτι να μας προσφέρει, εξάλλου, η κατανόηση των γλωσσικών μηχανισμών δεν είναι η ανεύρεση του σωστού και του λάθους, αλλά η συνειδητοποίηση γύρω από τον εξουσιαστικό ρόλο της γλώσσας.

Ασφαλώς, δεν είναι κατακριτέο να προσπαθεί κανείς να βελτιώνει το λόγο του, να μην υποπίπτει σε συνήθη γραμματικά και συντακτικά λάθη της τρέχουσας γραμματικής συγχρονίας, να μην παραβιάζει γλωσσικούς-νοηματικούς μηχανισμούς, ώστε το μήνυμά του να φτάνει στον αποδέκτη του με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. (Γιατί όσο επιτηδευμένος, καλλιεργημένος ή κυριολεκτικός και να είναι ο λόγος, υφίσταται ένα βαθμό αλλοίωσης στη μετάβασή του από τον πομπό στο δέκτη).

Όμως αν είναι να αναχθεί η προσπάθεια για καλύτερη επικοινωνία στο άλφα και το ωμέγα των αναζητήσεών μας για τη Γλώσσα (όπως βλέπω να γίνεται από τους περισσότερους επιφυλλιδογράφους), τότε κάπου έχουμε χάσει το πραγματικό νόημα της Γλωσσικής Επιστήμης. Εξάλλου, και αυτοί ακόμα που ασχολούνται με την ανεύρεση των γλωσσικών λαθών (που επαναλαμβάνουμε, πως δεν είναι καθόλου κατακριτέο. Άλλωστε όχι λίγες φορές κάναμε το ίδιο και απ’ αυτήν εδώ τη στήλη) συνηθίζουν να ασχολούνται με το λεξιλόγιο, που είναι και ο πιο πρόσφορος τρόπος να εντοπίζει κανείς –τετριμμένα– συνήθως λάθη. Αφού επιδεικνύουν τόση σπουδή για το θέμα, γιατί δεν λένε τίποτα για τη Φωνολογία της γλώσσας, για την προφορά, για τη δομή του κειμένου (τη μακροδομή), για την ανάλυση του προφορικού λόγου (Discourse Analysis) και για τόσα άλλα;

 

Γλωσσολογία παντού

Του Γιώργου Β. Γεωργίου

Το αμερικανικό Πεντάγωνο επεκτείνει την εξουσία του με μια νέα υπηρεσία πληροφοριών, ώστε ο υπουργός Αμυνας (Ντόναλτ Ράμσφελντ) να αποκτήσει εξουσία πάνω σε μυστικές επιχειρήσεις που θα γίνονται στο εξωτερικό. Η μυστική υπηρεσία με την επωνυμία Τμήμα Στρατηγικής Υποστήριξης εργοδοτεί μεταξύ άλλων και γλωσσολόγους. Τι σχέση μπορεί να έχει η γλώσσα με τέτοιου είδους επιχειρήσεις; Καταρχήν την προφανή: χρειάζεται γνώση των γλωσσών για τις περιοχές όπου θα διεξάγονται επιχειρήσεις. Αλλά θα έλεγε κανείς ότι τη δουλειά αυτήν την κάνουν ίσως καλύτερα οι μεταφραστές. Τότε ποια είναι η δουλειά των γλωσσολόγων σε μια μυστική υπηρεσία; Η αλήθεια είναι πως γλωσσολόγοι εργάζονταν για μυστικές υπηρεσίες με γενικευμένο τρόπο ήδη από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ σήμερα παράλληλα με την ανάπτυξη ποικίλων κλάδων της Γλωσσολογίας αυξήθηκε και η χρήση των γλωσσολόγων από ποικίλες κρατικές υπηρεσίες, από την Αστυνομία μέχρι τις Μυστικές Υπηρεσίες, από την απονομή της δικαιοσύνης μέχρι τη σύνταξη συνθηκών και άλλων επισήμων εγγράφων.

Στην Αμερική, όπου τα πορίσματα νέων κλάδων της Γλωσσολογίας έχουν ευρεία πρακτική εφαρμογή, γλωσσολόγοι χρησιμοποιούνται ως ειδικοί μάρτυρες στα Δικαστήρια, των οποίων η επιστημονική μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη για μια πληθώρα υποθέσεων, από την απόφανση αν ήταν ο κατηγορούμενος που έκαμε το απειλητικό τηλεφώνημα για ύπαρξη βόμβας μέχρι με τι ισοδυναμεί μια έκφραση σε μια τοπική διάλεκτο.

Γλωσσολόγοι εργάζονται ως συνεργάτες μυστικών υπηρεσιών, για να εξάγουν συμπεράσματα για την προσωπικότητα, τη μόρφωση, την καταγωγή ανθρώπων με βάση την ομιλία τους. Για να αποφαίνονται σχετικά με το πραγματολογικό περιβάλλον εκφράσεων. Για να συντάσσουν δελτία Tύπου που έχουν συγκεκριμένη στόχευση.

Όλα αυτά δεν τα λέμε, ασφαλώς, για να προσφέρουμε χρήσιμο επαγγελματικό προσανατολισμό σε νέους που ψάχνουν επαγγέλματα με μέλλον.

Θα έλεγε κανείς ότι μια τέτοια χρήση της επιστήμης κινείται έξω από ηθικούς φραγμούς και το πραγματικό στόχο της επιστημονικής γνώσης. Αλλά όπως συμβαίνει με όλες τις πλευρές του επιστητού η αποκτηθείσα εμπειρία από την εξαγωγή επιστημονικών συμπερασμάτων μπορεί να βρει πρακτικές εφαρμογές παντού, πέρα από την ηθική τους βάση.

Αυτό που έχει σημασία είναι να γίνει κατανοητή η τεράστια δύναμη της γλώσσας και η ανάγκη ερμηνείας των ποικίλων γλωσσικών φαινομένων, όχι μόνο αυτών που έχουν σχέση με τη «Γραμματική», αλλά και των αποτελεσμάτων της διάδρασης γλώσσας και κοινωνίας, γλώσσας και προσωπικών ιδιαιτεροτήτων, της γλώσσας όπως εξακτινώνεται σε όλες τις πιθανές εκδηλώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς που δεν μένει μόνο στην αντίληψη ότι η γλώσσα χρησιμοποιείται απλά για να επικοινωνούμε.

Μαζί με την επικοινωνία εκπέμπονται και πολλά άλλα μηνύματα που χρειάζεται η εφαρμογή συγκεκριμένων επιστημονικών προτύπων για να ανευρεθούν και να αναλυθούν. Τα δε συμπεράσματα δεν είναι καθόλου αμελητέα, ακόμα και για μια… μυστική υπηρεσία.

 

Κυπριακή διάλεκτος και ο ρόλος των εκπαιδευτικών

Του Γιώργου Β. Γεωργίου

Το θέμα της κατάκτησης της γλώσσας (language acquisition) αποτελεί τις τελευταίες δεκαετίες αντικείμενο συστηματικής έρευνας στο χώρο της θεωρητικής και εφαρμοσμένης γλωσσολογίας. Είναι ακόμα ένα από τα πρώτα πρακτικά ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει ο δάσκαλος των πρώτων τάξεων του δημοτικού.

Τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα σε [γλωσσικές] κοινότητες στις οποίες παρατηρείται διαλεκτική φόρτιση. (Συναντάται και ο όρος διαλεκτική επιβάρυνση, δείχνοντας έτσι τη δυσκολία που συνεπάγεται η ομαλή ένταξη των παιδιών από διαλεκτικές κοινότητες σε χώρους -όπως το σχολείο- όπου γίνεται συστηματική διδασκαλία και χρήση της επίσημης γλώσσας).

Στα πλαίσια αυτά, θα επιχειρήσουμε πιο κάτω μια πιο συστηματική ανάλυση των κοινωνιογλωσσικών παραμέτρων, που αφορούν στην τεχνητή, εν πολλοίς, σύγκρουση στην οποία οδηγεί την Κυπριακή Διάλεκτο (στο εξής Κ.Δ.) και την Κοινή Ελληνική Γλώσσα η λανθασμένη στάση των εκπαιδευτικών απέναντι στη γλωσσική ποικιλία.

Έτσι, πρόσθετα στα προβλήματα που δημιουργεί η επαφή με τη γραπτή μορφή του λόγου, και την πρώτη ανάγνωση προστίθεται και το πρόβλημα της «γλωσσικής ασυνέχειας», δηλαδή το φαινόμενο όπου ο μαθητής βιώνει ένα είδος γλωσσικής αποξένωσης, απομάκρυνσης από τη γλώσσα του σχολείου, που παρουσιάζεται διαφορετική από τη γλώσσα που έμαθε στο σπίτι του, δηλαδή από τη μητρική του γλώσσα.

Η αστοχία των εκπαιδευτικών στην αντιμετώπιση του προβλήματος διαιωνίζει την κατάσταση μέχρι τέλους και έτσι ο απόφοιτος πλέον μαθητής του Λυκείου φεύγει από το σχολείο, πιστεύοντας πως η μητρική του παραλλαγή είναι «λάθος» ή «κακή ποιότητα γλώσσας» ή, στην καλύτερη (;) περίπτωση, συνεχίζει να βιώνει τη γλωσσική σύγκρουση.

Στο τέλος θα παγιώσει τις προκαταλήψεις του, τις οποίες θα του συντηρεί και το περιβάλλον, γιατί θα εκτιμήσει ότι με τον τρόπο αυτό ανταποκρίνεται καλύτερα στις πιέσεις για κοινωνική προσαρμογή, από τη μια, ενώ ενισχύει την πιθανότητα να ανέλθει κοινωνικά, από την άλλη.
Έτσι, η διάλεκτος απορρίπτεται πλέον όχι ως κατώτερη μορφή λόγου, αλλά ως πολιτιστική ένδειξη, κουλτούρα, που τον συνδέει με χαμηλότερα στρώματα, απαίδευτα.

Με αυτά και με άλλα η γλωσσική σύγχυση επιτείνεται (τόσο μεταξύ των μαθητών, όσο και μεταξύ των διδασκόντων, θυμάτων και αυτών της γλωσσικής προκατάληψης) οδηγώντας σε μια νέα σημειολογία της επικοινωνίας αντιφατική και αγλωσσολόγητη.

Η γλωσσολογική βάση

Θα πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι, παρά τις κοινωνικές προκαταλήψεις, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν διάλεκτοι «κατώτερες» ή «απορριπτέες». Όπως πολύ δηκτικά σημειώνει ο Michael Halliday, «οι αξιολογήσεις που ονομάζουν “κατώτερη” ή “ατελέστερη” οποιαδήποτε γλώσσα ή γλωσσική παραλλαγή είναι από επιστημονική άποψη ανοησίες και μάλιστα επικίνδυνες ανοησίες».1

Η «ποιοτική» αποτίμηση γλωσσών και διαλέκτων δεν γίνεται με κριτήρια γλωσσικά, αλλά έχει σχέση με την εκπαιδευτική πολιτική, τους μηχανισμούς κοινωνικής συνοχής (όπως η ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας) και γενικώς κριτήρια που θέτουν οι κοινωνίες για να παγιώσουν τους θεσμούς τους. Όπως το θέτει ο διάσημος κοινωνιολόγος P.Bourdieu, «η γλώσσα είναι ένα συμβολικό αγαθό που είναι δυνατό να λαμβάνει διάφορες αξίες πολύ διαφορετικές, ανάλογα με την αγορά όπου “πλασάρεται” και στη σημερινή αγορά του σχολείου τα ιδιώματα όχι απλώς είναι υποτιμημένα, αλλά και απαγορευμένα».2

Ξεπερνώντας αυτές τις αγκυλώσεις στη γλώσσα, είναι δυνατή η αποκατάσταση (εδώ στην Κύπρο) της γλωσσικής ισορροπίας των παιδιών, ώστε να πάψουν να ταλαντεύονται ανάμεσα στην «επίσημη» και την κυπριακή διάλεκτο μέσα από «ψευδοδιλήμματα».

Μια διάλεκτος είναι οργανικό κομμάτι μιας γλώσσας, που, αν χρησιμοποιηθεί ορθά, ενισχύει μάλλον παρά περιστέλλει τη γλωσσοπλαστική φαντασία, τη γλωσσική ικανότητα στο σύνολό της.

Τι συμβαίνει στο σχολείο

Η ύπαρξη διαλέκτου γεννά στην εκπαίδευση προβλήματα ανάλογα με την κοινωνική καταγωγή των μαθητών. Έτσι, παρατηρείται μια υπεροχή των μαθητών που προέρχονται από αστικά κέντρα έναντι των μαθητών της περιφέρειας, υπεροχή που δεν δικαιολογείται επαρκώς για την κοινωνική σύνθεση της Κύπρου από κριτήρια όπως μόρφωση των γονέων, οικονομική κατάσταση κ.λπ. Ένας από τους ουσιαστικότερους παράγοντες αυτής της υπεροχής φαίνεται πως είναι η γνώση και η ικανότητα χρήσης της «επίσημης» γλώσσας σε περιβάλλοντα όπως αυτό του σχολείου.

Ενώ, λοιπόν, πρέπει να είναι αναμενόμενη η ανομοιογένεια των μαθητών (αφού προέρχονται από διάφορα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα) το σχολείο επιμένει να αγνοεί αυτές τις διαφορές, που φαίνονται τόσο έντονα στη γλώσσα, νομίζοντας ίσως πως με τον τρόπο αυτό περιορίζει την κοινωνική ανισότητα. (Κάτι ανάλογο του πάλαι πότε κανόνα για όμοια περιβολή).

Στην πραγματικότητα, πετυχαίνει το ακριβώς αντίθετο, δυσχεραίνοντας τις προϋποθέσεις μάθησης για τα παιδιά αυτής της κατηγορίας, αφού ως γνωστόν τα ίδια μέσα δεν οδηγούν διαφορετικά άτομα στους ίδιους στόχους. Έτσι, παρατηρεί στην κλασσική εισαγωγή της η Βάσω Τοκατλίδου, «όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από τη γλωσσική τους ανομοιογένεια, αντιμετωπίζονται με τα ίδια μέσα, τις ίδιες μεθόδους, το ίδιο μοναδικό βιβλίο, που μαζί με το δάσκαλο αντιπροσωπεύει μέσα στο σχολείο τη νόμιμη γλώσσα. Αυτό δεν περνάει απαρατήρητο από τα παιδιά, που ειδικά στις ιδιωματικές γλωσσικές κοινότητες, αισθάνονται σαφώς τη διαφορά ως μειονεξία δική τους».3

Διάλεκτος και κοινωνική θέση

Οι πρωτοποριακές μελέτες στο χώρο της κοινωνικής διάστασης της γλώσσας συμφωνούν τουλάχιστον στο ότι ο τρόπος ομιλίας και γενικά η γλωσσική συμπεριφορά έχει άμεση σχέση με την κοινωνική τάξη από την οποία προερχόμαστε.

Έτσι, αδυναμία χρησιμοποίησης της επίσημης γλώσσας δεν σημαίνει και αδυναμία μάθησης. Αυτή η μερίδα των μαθητών εξαιτίας του οικογενειακού περιβάλλοντος δεν νιώθει ελεύθερη να εκφραστεί με αποτέλεσμα να φαίνεται ότι υστερεί.

Όπως τελικά αποδείχθηκε, τα γλωσσικά ερεθίσματα των παιδιών από χαμηλότερες κοινωνικά τάξεις είναι εξίσου σημαντικά, αλλά μέσα στην τάξη δείχνουν να αμύνονται,4 πράγμα που καταρρίπτει την προηγούμενη θεωρία5 ότι τα παιδιά αυτά έχουν «περιορισμένο» γλωσσικό κώδικα, έναντι των άλλων που παρουσιάζεται «διευρυμένος».

Εξαιτίας αυτών των προκαταλήψεων του εκπαιδευτικού συστήματος στο τέλος περιστέλλεται η όποια εκφραστική δυνατότητα των μαθητών αυτών, τους οποίους το σχολείο απομονώνει αποκαλώντας τους στο τέλος «αδύνατους». Παλιότερη μελέτη για τα δεδομένα της ελληνικής έδειξε πως «η σημερινή κοινωνιογλωσσική κατάσταση είναι δυνατό να θεωρηθεί ως εμπόδιο στην ακαδημαϊκή εξέλιξη των παιδιών της εργατικής τάξης και της επαρχίας».6

Τρόποι αντιμετώπισης

Αφού ο εκπαιδευτικός κάνει σαφές πως η χρήση της διαλέκτου στις ανεπίσημες συνθήκες επικοινωνίας δεν είναι σε καμιά περίπτωση κατακριτέα -αντίθετα αποτελεί για τους Κυπρίους μια όμορφη ιδιαιτερότητα, που ιστορικά στάθηκε πολύτιμη- θα πρέπει να διευκρινίσει πως περιβάλλοντα όπως αυτό του σχολείου, έχουν ανάγκη από μια πιο απαιτητική γλώσσα, που έχει δουλευτεί στο γραπτό λόγο, τις επιστήμες, την εκπαίδευση και η οποία βεβαίως δεν είναι «άλλη» γλώσσα.

Με τον τρόπο αυτό ο μαθητής και μέλος της γλωσσικής κοινότητας της Κύπρου, θα μπορεί να θέτει και να υλοποιεί με επιτυχία επικοινωνιακούς στόχους, χωρίς να αξιολογεί ως «κακή» τη μητρική του παραλλαγή, αλλά και χωρίς να αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα ή και εχθρότητα την επίσημη γλώσσα, γιατί θα θεωρεί ότι του «υπονομεύει» τη βιωματική του έκφραση.

Συμπεράσματα

[1] H αντιμετώπιση από το σχολείο της μητρικής παραλλαγής ως κακής ποιότητας γλώσσας οδηγεί αναπόφευκτα στη γλωσσική σύγκρουση.
[2] H κυπριακή διάλεκτος δεν είναι κατώτερη μορφή γλώσσας, αλλά μια μορφή έκφρασης με βιωματική λειτουργία, που λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι αντιθετικά σε σχέση με την επίσημη γλώσσα.
[3] Υπό προϋποθέσεις, μια διάλεκτος μπορεί να γίνει ζωοδόχος πηγή της ίδιας της επίσημης γλώσσας. («Οι διάλεκτοι ενός λαού είναι κι αυτές από τις πολυτιμότερες πηγές για τον πλουτισμό της γραφομένης του…» Μ. Τριανταφυλλίδης).
[4] Tο παιδί θα πρέπει να μάθει να ανταποκρίνεται στους εκάστοτε επικοινωνιακούς του ρόλους. Έτσι θα αντιλαμβάνεται γιατί λ.χ. θα πρέπει να μεταχειρίζεται διαφορετικό κώδικα μιλώντας στην τάξη, ενώ διαφορετικός είναι ο κώδικάς του στις καθημερινές του συναναστροφές. Με τον τρόπο αυτό θα μπορεί να διευκρινίζει τους εκάστοτε επικοινωνιακούς του στόχους αντιμετωπίζοντας τη μητρική του παραλλαγή επί ίσοις όροις. Αυτή η «εναλλαγή» (stwiching) δεν περιέχει κάτι περίπλοκο ή κάτι που πρέπει να διδαχθεί. Η δυνατότητα διάκρισης του πώς μιλάμε σε κάθε περίπτωση παρουσιάζεται από τους πρώτους 18 μήνες της ζωής.
[5] Η διδακτική στη γλώσσα, χρειάζεται, εδώ στην Κύπρο με την ύπαρξη της διαλέκτου, να τεθεί σε πιο επιστημονικές βάσεις για να αποκτήσει πραγματικό εκπαιδευτικό προσανατολισμό και να ξεφύγει από άσκοπες περιχαρακώσεις και αγκυλώσεις. Προς το σκοπό αυτό δεν αρκεί μόνη η έγνοια για τη γλώσσα, αλλά και η ανάλογη ενημέρωση.

1 Μ.Α.Κ. Halliday: Language as social semiotic: the social interpretation of language and meaning, 1978, σελ. 23.

2 P.Bourdieu: L’ economie des echanges linguistiques, Περιοδ. (Langue francaise (no 34), Paris, Larousse, 1977.

3 Β. Τοκατλίδου: Εισαγωγή στη διδακτική των ζωντανών γλωσσών, εκδ. Οδυσσέας, 1986, σελ. 17.

4 W.Labov: The logic of non-stantard English, Penguin, 1973 (1969), σελ. 21-22.

5 B. Bernstein: Some sociological determinants of perception in Class, Codes e.t.c. Vol.1, σελ. 23.

6 Ι.Ν.Μπασλή: Κοινωνική-γλωσσική διαφοροποίηση και σχολική επίδοση, Αθήνα, 1988, σελ. 151. 

Λεξιλογικά για το «θέατρο»

Του Γιώργου Β. Γεωργίου

Οι φίλοι του θεάτρου έμαθαν να χρησιμοποιούν τη λέξη «θέατρο» ως αυτονόητη, για να εκφράζουν μια ποικιλία σημασιών, που χρήζουν όμως περιγραφής και ανάλυσης.

Καταρχήν, για την ετυμολόγηση της λέξης: από το αρχαίο θέατρον, τύπος του θεώμαι (=βλέπω, παρατηρώ), ρήμα που προέρχεται από το ουσιαστικό θέα (η). Θέατρον, λοιπόν, για τους αρχαίους ήταν ο χώρος όπου παρακολουθούσαν μια θεατρική παράσταση.

Θέατρο όμως είναι κατά πρώτο λόγο η ίδια η τέχνη της παράστασης επί σκηνής και κατά συνεκδοχή το οικοδόμημα που στεγάζει το θέατρο, αλλά και το σύνολο των θεατών («όλο το θέατρο χειροκροτούσε»), οι άνθρωποι που ασχολούνται με το θέατρο («το θέατρο τίμησε το μεγάλο ηθοποιό») κ.λπ.

Έτσι, αναφερόμενοι στο θέατρο ως θεατρική πράξη συναντάμε φράσεις όπως «βγαίνω στο θέατρο», «κάνω θέατρο», «παίζω θέατρο», καθώς και μια ποικιλία παραγώγων όπως «θεατράκι, θεατράνθρωπος (=ο άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στο θέατρο, ο καταξιωμένος ηθοποιός), θεατρίζομαι (γι’ αυτόν που παρακολουθεί θεατρικές παραστάσεις), θεατρικογράφος, θεατρικός, θεατρικότητα, θεατρίνος, θεατρολογία, θεατρομανής, θεατρόφιλος, θεατρώνης (=ο επιχειρηματίας που ασχολείται με το θέατρο).

Υπάρχουν όμως και διάφορες λέξεις και εκφράσεις με αρνητικό περιεχόμενο ή αντίστοιχες εκφράσεις που χρησιμοποιούνται και με κακόφημη σημασία (αυτές που συνήθως αποποιούνται οι εραστές του θεάτρου ως μειωτικές του ρόλου του ή για να τις αντιπαραβάλλουν με το θέατρο προβάλλοντας έτσι τη σημασία του), σχετικές με το λέξημα «θέατρο».

Έτσι η έκφραση «παίζω θέατρο» μπορεί να σημαίνει και «προσποιούμαι», θεατρίνος «αυτός που προσποιείται», η έκφραση «θέατρο του παράλογου» (είδος θεάτρου που ανέπτυξε κυρίως ο Σ. Μπέκετ) χρησιμοποείται ως έκφραση που δηλώνει την εκδήλωση μιας παραλογίας, τον παραλογισμό (πρβ. φρ. «είναι το θέατρο του παράλογου αυτή η οικογένεια»= τα μέλη της δεν συμπεριφέρονται κατά λογικό τρόπο). Υπάρχει ακόμα η έκφραση «γίνομαι θέατρο» με την έννοια «γίνομαι ρεζίλι, αυτοεξευτελίζομαι».

Το γεγονός, πάντως, ότι η λέξη «θέατρο» παρουσιάζει τέτοια επίδοση, συναντάται δηλαδή τόσο συχνά και με τόσα διαφορετικά περιεχόμενα δείχνει και τη σπουδαιότητά του για τον άνθρωπο, για τις εσωτερικές του ανάγκες, ακόμα και για την καθημερινότητά του. Γιατί από γλωσσικής άποψης ακόμα και οι θεωρούμενες ως «κακόφημες» σημασίες του θεάτρου ως λεξήματος, δεν είναι παρά η παραπληρωματική πλευρά της σπουδαιότητάς του και της σημασίας που του αποδίδει ο άνθρωπος.

Νομική Γλωσσολογία: Ο ρόλος της γλώσσας στο νομικό σύστημα. Η περίπτωση της Κύπρου

Γιώργος Β. Γεωργίου
Πανεπιστήμιο Κύπρου

Η γλώσσα, κατά τη συχνά επαναλαμβανόμενη φράση του F. De Saussure «αποτελεί ένα κοινωνικό φαινόμενο». Η καταρχήν αναγνώριση αυτού του γεγονότος αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην εξέταση της «γλώσσας» ως του αντικειμένου της Γλωσσολογίας. Η πρώιμη αυτή δήλωση του Saussure, αλλά και άλλων πριν απ’ αυτόν, που ήταν κάπως περιοριστική σε σχέση με τον τρόπο που καταλαβαίνουμε σήμερα την κοινωνική σημασία της γλώσσας έθεσε ήδη τα θεμέλια, μαζί με τους ποικίλους μετασχηματισμούς της κοινωνίας που συντελέστηκαν τα τελευταία 100 χρόνια, της ανάπτυξης ποικίλων κλάδων της Γλωσσολογίας που έχουν άμεση σχέση με την κοινωνία. Ένα από τα τελευταία είναι και η Νομική Γλωσσολογία, ο οποίος είναι ένας κλάδος της γλωσσολογίας που αναπτύσσεται τα τελευταία 40 χρόνια.

Πολλοί, ακόμα και μεταξύ γλωσσολόγων, δεν γνωρίζουν καθόλου την ύπαρξη του κλάδου της νομικής γλωσσολογίας. Εναλλακτικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο όρος «Δικαστηριακή Γλωσσολογία», που ανταποκρίνεται με περισσότερη ακρίβεια στο διεθνή όρο «Forensic Linguistics», ωστόσο αυτό ο όρος είναι περιοριστικός σε σχέση με τη θεματική της Νομικής Γλωσσολογίας όπως είναι σήμερα.
Μέχρι πρότινος (τουλάχιστον στον ελληνικό χώρο) η αναφορά στη σχέση γλώσσας και Νομικών εξαντλούνταν στη μεταγραφή των νόμων από την καθαρεύουσα στη Δημοτική και, προκειμένου για την Κύπρο, από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. Κατά τα άλλα, μόλο που τα Νομικά σχετίζονται άμεσα με τη γλώσσα -και γιατί τα κείμενα νόμων απαιτούν συμβατικότητες μέσω γλωσσικών δεσμεύσεων και γιατί απαιτούνται προφορικές αγορεύσεις εντός των δικαστικών αιθουσών, που συχνά δανείζονται τεχνικές από τη Θεωρία της Επικοινωνίας (την παλιά ρητορική)- δεν έχει μέχρι τελευταία απασχολήσει τους επιστήμονες η δυναμική αυτή σχέση, που αποδεικνύεται πως μπορεί να έχει ποικίλες πρακτικές εφαρμογές.

Αντίθετα, στην Αμερική έχει αναπτυχθεί ξεχωριστός, συναφής κλάδος, της Κοινωνιογλωσσολογίας που ασχολείται με αυτές ακριβώς τις σχέσεις, και μάλιστα όχι σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά μέσα από την εμπειρία που έχει αποκομισθεί από τη δικανική πράξη.

Στην Κύπρο, για παράδειγμα, εκατοντάδες ξένοι δικάζονται κάθε χρόνο, συνήθως για σοβαρές, ποινικές υποθέσεις, στην παρουσία μεταφραστή που μισθώνει για το σκοπό αυτό το κράτος. Μια σοβαρή κοινωνιογλωσσική ανάλυση θα μπορούσε να αναδείξει σημαντικές πλευρές αυτής της διαδικασίας, ώστε να αποδειχθεί αν η μετάφραση μπορεί να λειτουργεί αξιόπιστα για να ερμηνευθούν σωστά οι προθέσεις ενός κατηγορουμένου.

Γιατί, όπως είναι γνωστό στην κοινωνιογλωσσική ανάλυση, η γλώσσα δεν μεταφέρει μόνο πληροφορίες, αλλά κουβαλά και ένα συγκεκριμένο βιωματικό φορτίο, που σχετίζεται άμεσα με την ψυχοσύνθεση και τη νοοτροπία ενός λαού, με τη στάση του απέναντι στη ζωή, με ό,τι ονομάζουμε «κουλτούρα». Αν ζωτικά στοιχεία αυτής της κουλτούρας «χαθούν» στη μετάφραση τότε υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το δικαστήριο να οδηγηθεί σε λάθος συμπεράσματα.

Μάλιστα, στην ξένη βιβλιογραφία υπάρχει μια πληθώρα υποθέσεων που οδηγήθηκαν στην κακοδικία, εξαιτίας ακριβώς αυτού του πολιτιστικού χάσματος που υφίσταται μεταξύ ομιλητών διαφορετικών γλωσσών, ακόμα και σε περιπτώσεις που ήταν άρτιοι ομιλητές της γλώσσας στη χώρα που ήταν το δικαστήριο. Και το θέμα αυτό, αποδεικνύεται απείρως περιπλοκότερο, όπως ήδη απέδειξε ο διάσημος κοινωνιογλωσσολόγος John Gumperz, που συχνά καλείται ως εμπειρογνώμονας στα δικαστήρια, από το πρόβλημα που γεννιέται στη μεταφορά γραμματικών χαρακτηριστικών από τη μητρική γλώσσα του ομιλητή στη δεύτερη γλώσσα.

Σε ένα άλλο παράδειγμα, που σχετίζεται με τους ιθαγενείς πληθυσμούς της Αυστραλίας (Απορίτζιναλ) συλληφθείς νεαρός για κλοπή μαζί με τρεις άλλους ομοεθνείς του, ομολόγησε ενοχή (ενώ ο ίδιος δεν μετείχε στην παράνομη πράξη) μόνο και μόνο γιατί δεν ήθελε να αποχωριστεί τους φίλους του εντός της αίθουσας του δικαστηρίου. Η αντεξέτασή του στη μητρική του γλώσσα, ωστόσο, κατέδειξε, μέσω των γλωσσικών μηχανισμών που επεστράτευσε, οι οποίοι αντανακλούν τον ιδιαίτερο πολιτιστικό κόσμο του συγκεκριμένου ιθαγενούς πληθυσμού, ότι η «ενοχή» του ήταν μόνο η προσήλωσή του στην ομάδα.

Αλλά η μετάφραση είναι μόνο ένα από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η Νομική Γλωσσολογία. Αλλά είναι ο εντοπισμός του συγγραφέα ενός κειμένου μέσω συγκεκριμένων γλωσσολογικών τεχνικών (authoriship identification π.χ. κείμενα του Τζέφφερσον) που μπορεί να αφορά τη λογοκλοπή (plagiarism), αλλά και τον εντοπισμό του αποστολέα ενός ανώνυμου ή απειλητικού γράμματος, ενός μηνύματος στο κινητό κ.τ.λ. Άλλο θέμα είναι η μεταγραφή των καταθέσεων στην Αστυνομία και το Δικαστήριο, ώστε να είναι ακριβείς χρησιμοποιώντας τεχνικές του κλάδου της Ανάλυσης Ομιλίας. Άλλο θέμα είναι η εξέταση των αμφισβητούμενων λογοτύπων και της δυνατότητας να χρησιμοποιεί κανείς συγκεκριμένες λέξεις ως λογότυπα (trademark disputes). Άλλο θέμα είναι η γλώσσα και η διάδραση μεταξύ των συμμετεχόντων στη δικαστηριακή διαδικασία. Εδώ αναλύονται θέματα εξουσιαστικής χρήσης της γλώσσας, στα οποία θα γίνει εκτενής αναφορά στη συνέχεια, πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων κ.λπ. Είναι το θέμα των γλωσσικών δικαιωμάτων μειονοτικών ομάδων που βρίσκονται υπό την κηδεμονία άλλων γλωσσών ή άλλων διαλέκτων της ίδιας γλώσσας, η καταπίεση από τη γλώσσα της γραφειοκρατίας κ.ά. Τέλος, ο κλάδος της Νομικής Φωνητικής ασχολείται με την ανάλυση ακουστικού υλικού με σκοπό την αναγνώριση ενός ομιλητή από τα ιδιαίτερα γλωσσικά χαρακτηριστικά του.

Ανακεφαλαιωτικά, η Νομική Γλωσσολογία ασχολείται με:
1. Τη μελέτη της γλώσσας του νόμου, των νομικών κειμένων και της γλώσσας των δικαστηρίων, της αστυνομίας και των φυλακών.
2. τη μελέτη και ανάπτυξη της επαγγελματικής, νομικής μετάφρασης.
3. τη ανάπτυξη των αποδεικτικών στοιχείων που παρέχει η Νομική Γλωσσολογία ως επιστήμη, τα οποία στηρίζονται στην όσο το δυνατό καλύτερη γλωσσολογική κατάρτιση.

Μερικές από τις εφαρμογές της Νομικής Γλωσσολογίας είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθούν για να ενισχύσουν το κυπριακό νομικό σύστημα λόγω του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί στη χώρα μας το δίκαιο της απόδειξης. Πολλές άλλες εφαρμογές όμως, καθώς και η αποκάλυψη των ποικίλων γλωσσικών μηχανισμών που αναπτύσσονται εντός της αίθουσας του δικαστηρίου και παραμένουν λανθάνοντες, μπορούν να οδηγήσουν σε μια καλύτερη ποιότητα τις διαδικασίες του νόμου προς όφελος όλων των εμπλεκομένων και της δικαιοσύνης.

Στο εξωτερικό, η νομική γλωσσολογία χρησιμοποιείται από τους δικηγόρους, αλλά και από τις κρατικές υπηρεσίες, συμβουλευτικά για την ανάλυση των γλωσσικών στοιχείων κατά τη διάρκεια ακόμα της προδικάσιμης έρευνας.
Τα στοιχεία μπορούν να ταξινομηθούν σε ορισμένα γλωσσικά επίπεδα: φωνολογία, λεξιλόγιο, γραμματική, ομιλία, γλωσσική παραλλαγή, ύφος και κοινωνικογλωσσική παραλλαγή.

Τα στοιχεία που αναλύονται συνήθως από τους γλωσσολόγους σε εγκληματικές περιπτώσεις περιλαμβάνουν τα αντίγραφα των συνεντεύξεων που λαμβάνει η Αστυνομία, των θεωρούμενων ως «γλωσσικών» εγκλημάτων (όπως η απειλή ή η προσπάθεια δωροδοκίας) και των ανώνυμων ή εξεταζομένων κειμένων.
Φυσικά, συχνά αμφισβητείται η αξιοπιστία των γλωσσολόγων ως εμπειρογνωμόνων με τη λογική ότι υποστηρίζουν τις αξιώσεις της πλευράς που τους έχει μισθώσει.

Εντούτοις, οι νομικοί γλωσσολόγοι έχουν την ηθική και επαγγελματική ευθύνη να παρέχουν στη νομική κοινότητα αξιόπιστες και αποδεκτές πληροφορίες στη βάση της επιστημονικής τους κατάρτισης, χωρίς να αποβλέπουν στη δημιουργία λανθασμένης πεποίθησης ή στην αθώωση των ενόχων. Η νομική αποδοχή της πείρας των νομικών γλωσσολόγων μπορεί να αυξηθεί καθώς οι μέθοδοι βελτιώνονται και οι νομικοί γλωσσολόγοι προσαρμόζονται στους νομικούς κανόνες. Στο εξωτερικό, οι νομικοί γλωσσολόγοι καλούνται όλο και συχνότερα στο δικαστήριο ως εμπειρογνώμονες, αλλά και από διάφορες κρατικές υπηρεσίες για να ενισχύσουν την προσπάθεια διερεύνησης εγκλημάτων, ποινικής, οικονομικής ή άλλης μορφής.

Πέρα όμως από την πρακτική αυτή διάσταση της προσφοράς υπηρεσιών από τους γλωσσολόγους, οι ίδιοι ως επιστήμονες αναλύουν τη γλώσσα του νόμου και οδηγούν σε μια καλύτερη κατανόηση των μηχανισμών που αφορούν τη γλώσσα και εμπλέκονται στη δικαστηριακή διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της δίκης υπάρχουν συγκεκριμένες στρατηγικές, κανονιστικές πρακτικές και πραγματολογικοί κανόνες τους οποίους μεταχειρίζονται οι δικηγόροι στην ιδιαίτερα ανταγωνιστική αρένα του δικαστηρίου. Ορισμένες μάλιστα γλωσσικές τεχνικές –αν και κανονικά δεν βρίσκονται διατυπωμένες στα εγχειρίδια του νόμου- έχουν καταγραφεί από δικηγόρους ως καθοδηγητικές στρατηγικές για την επιτυχία μιας δίκης. Το πώς για παράδειγμα μπορεί ένας δικηγόρος να χειριστεί ένα παιδί ως μάρτυρα για να λειτουργήσει υπέρ του πελάτη του έχει καταγραφεί στη βιβλιογραφία. Η γλώσσα του νόμου, λοιπόν, έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που για την περίπτωση της Ελληνικής είναι:

• 1. συχνή χρήση των κοινών λέξεων με ασυνήθιστες έννοιες
• 2. συχνή χρήση λέξεων της Καθαρεύουσας, που κάποτε βρίσκονταν σε κοινή χρήση, αλλά τώρα είναι σπάνιες.
• 3. συχνή χρήση λατινικών λέξεων και φράσεων
• 4. χρήση τεχνικών όρων
• 5. χρήση λέξεων αργκό
• 6. συχνή χρήση «επίσημων» λέξεων
• 7. σκόπιμη χρήση λέξεων και εκφράσεων που επιδέχονται παρερμηνείες.
• 8. προσπάθεια χρήσης εκφράσεων που εκφράζουν υπερβολική ακρίβεια.
• 9. ιδιομορφίες που συνδέονται με τις επαγγελματικές εκφράσεις.
• 10. Αξιολογικές κοινωνικές/ψυχολογικές κρίσεις για τους ομιλητές: Η χρήση της κυπριακής διαλέκτου
Θα δούμε στη συνέχεια πιο αναλυτικά μερικά απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά.

1. Συχνή χρήση των κοινών λέξεων με ασυνήθιστες έννοιες

Τίποτα δεν χρησιμεύει καλύτερα στο να χαρακτηρίσει τη διαφορά μεταξύ της γλώσσας του νόμου και της κοινής ομιλίας από μια λίστα των κοινών λέξεων που σημαίνουν ένα πράγμα για το μη δικηγόρο, αλλά μπορεί να σημαίνουν κάτι εντελώς διαφορετικό για το δικηγόρο.

Ας δούμε το επόμενο –πραγματικό- παράδειγμα:
«Στην κρινόμενη υπόθεση η εξ απρόοπτου προβολή της ύπαρξης του Τεκμηρίου 28 προβάλει ως κοινό έδαφος. Είναι μέρος της θέσης του Κατηγορούμενου ότι λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στην Αστυνομία δεν παρουσιάζει το έγγραφο αυτό. Στη δε έναρξη της δίκης ο συνήγορος του ομιλεί γενικά για “ύπαρξη απόδειξης” πλην όμως η παρουσίασή της λαμβάνει χώρα για πρώτη φορά μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής”.

Στο [δηλώνεται ο αριθμός της υπόθεσης] 2004 γίνεται ακριβώς διαχωρισμός της αναγκαιότητας διαταγής για αντικρουστική μαρτυρία όταν η Κατηγορούσα Αρχή καταλαμβάνεται εξ απρόοπτου και όταν το θέμα για το οποίο θα δοθεί είναι ουσιώδες ως προς τα επίδικα θέματα (αν και γενικά στην Αγγλία αναγνωρίζεται και ευρύτερη εξουσία του Δικαστηρίου να διατάζει αντικρουστική μαρτυρία σε παρεμφερή θέματα μ’ ορισμένες προϋποθέσεις […]»

2. Τεχνικοί όροι
Οι τεχνικοί όροι είναι συνήθως ακατανόητοι στους αμύητους. Για παράδειγμα όροι όπως «Μαχητό τεκμήριο» ή «Αντικρουστική μαρτυρία» δεν λένε πολλά σε όσους δεν παροικούν την Ιερουσαλήμ της νομικής γλώσσας.

3. Χρήση λέξεων αργκό
Η αργκό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει το σύνολο της γλώσσας του νόμου. Γιατί η αργκό αποτελεί γλώσσα επικοινωνίας εντός της ομάδας, σκόπιμα σχεδιασμένη για να αποκλείσει τον ξένο.

Η γλώσσα του νόμου, μερικές φορές ακόμη και μια συγκεκριμένη λέξη, έχει μια διπλή πτυχή. Οι δικηγόροι χρησιμοποιούν τη γλώσσα που προορίζεται για τους συναδέλφους τους, πρώτα για να συνεννοηθούν μεταξύ τους και στη συνέχεια για τη διατύπωση κειμένων που απαιτούν ανάλογη νομική γλώσσα, ακόμα κι αν απευθύνονται σε μη νομικούς. Τα άλλα χαρακτηριστικά της γλώσσας του νόμου χωριστά ή σε συνδυασμό οδηγούν συχνά στην αργκό.

4. Συχνή χρήση των επίσημων λέξεων
Υπάρχει μια εθιμοτυπική ποιότητα στη γλώσσα του νόμου που επιτυγχάνεται με την χρήση «επίσημων λέξεων», οι οποίες κινούνται έξω από τη νόρμα. Το ύφος έχει περιγραφεί ως σοβαρό, μυστικοπαθές, αξιοπρεπές. Πάντως, η επίδραση προκύπτει από τη χρήση των επίσημων λέξεων: εκφράσεις όπως “πλησιάστε στην έδρα” αντί “ελάτε εδώ”, ευφημισμοί (“θανών” αντί “πεθαμένος”), χρήση λατινικών όρων.

Τώρα που θέσαμε τις κατευθυντήριες γραμμές του κλάδου της Νομικής Γλωσσολογίας και αναφερθήκαμε στα κυριότερα χαρακτηριστικά της γλώσσας του νόμου, θα συνεχίσουμε με μικρογλωσσική ανάλυση πλευρών της γλωσσικής διάδρασης, της επικοινωνίας κυρίως εντός της αίθουσας του δικαστηρίου.

Οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων του δικαστικού συστήματος (δικηγόρων, αστυνομίας κ.ά. ) και του κοινού χαρακτηρίζονται από ό,τι ονομάζουμε «εξουσία» (power) και «αλληλεγγύη» (solidarity), σχέσεις που καθρεφτίζονται στη γλώσσα. Το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί τόσο από τους γλωσσολόγους όσο και από τους κοινωνικούς ψυχολόγους και τους ανθρωπολόγους (Brown and Levinson 1978; Brown and Gilman 1960; Giles and Coupland 1991; Giles and Powesland 1975).
Σχετικά με τη δύναμη, το δικαστικό σύστημα είναι αδιαμφισβήτητα ο πιο άμεσος φορέας εξουσίας στις κοινωνίες οι οποίες υπάγονται στο «κράτος δικαίου».

Οι πολιτικοί μπορεί να θεσπίζουν τους νόμους, αλλά είναι το δικαστικό σύστημα που τους ερμηνεύει και –εν τέλει- τους επιβάλλει. Στην καθημερινή ζωή ένας αστυνομικός είναι πιθανώς το ισχυρότερο πρόσωπο που έχει να αντιμετωπίσει ένας κοινός πολίτης. Μια σημαντική εκδήλωση των σχέσεων δύναμης είναι η γλωσσική συμπεριφορά. Ο τρόπος με τον οποίο η δύναμη και η εξουσία ασκούνται μέσω της γλώσσας είναι ένα σημαντικό ζήτημα στη μελέτη της γλώσσας και του νόμου.

Ο Goodrich (1987: 3) παρατηρεί ότι η νομολογία αποτελεί μια “ιεραρχική, αυταρχική, μονολιθική και αποξενωμένη χρήση της γλώσσας “.

Για να κατανοήσει κανείς την ανθρώπινη αλληλεπίδραση, πρέπει να καταλάβει τα πλαίσια μέσα στα οποία λειτουργεί, γιατί διαφορετικά, αν δεν γνωρίζει τους κανόνες, δεν μπορεί να αντιληφθεί πού υπάρχει σκόπιμη παραβίασή τους.

Υπάρχει μια σειρά περιορισμών σε σχέση μ’ αυτήν την αλληλεπίδραση, μεταξύ δικηγόρων και πελατών που επιβάλλεται από την ηθική της δικηγορίας. Έτσι, είναι συγκεκριμένα πράγματα που θα επιτρέψει ο δικηγόρος στον πελάτη του να πει στο δικαστήριο, αλλά και στον ίδιο το δικηγόρο και οι συμβουλές που μπορεί να προσφέρει ο ίδιος ο δικηγόρος. Έτσι, αν ο πελάτης ισχυρίζεται ότι είναι αθώος, ο δικηγόρος οφείλει να προχωρήσει δεχόμενος αυτή τη δήλωση ως ορθή.

Σε γενικές γραμμές, οι κανόνες της αλληλεπίδρασης σε όλα τα δικαστήρια περιλαμβάνουν την ευγένεια και την τυπικότητα. Ένας τύπος που χρησιμοποιείται από τους δικαστές για να εκφράσει την έννοια “έλα εδώ” λ.χ. είναι “προσέλθετε στην έδρα “.

Γίνεται συχνά λόγος για τη σχέση της δύναμης/εξουσίας με τη γλώσσα, και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επηρεάσει τη σκέψη, ειδικά σε ό,τι αφορά τη γλώσσα της διαφήμισης, της πολιτικής, του τύπου –έντυπου και ηλεκτρονικού- κ.λπ. Υπάρχουν ωστόσο άλλες λιγότερο εμφανείς πλευρές άσκησης εξουσίας μέσω της γλώσσας οι οποίες μάλιστα έχουν περισσότερη επίδραση. Η γλώσσα εδώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξαπατήσουμε, για να ευχαριστήσουμε, για να δώσουμε υποσχέσεις, για να κάνουμε τους ανθρώπους να γελάσουν, για να ορκιστούμε. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις η ίδια η γλώσσα δημιουργεί τα πράγματα: επικυρώνει ένα γάμο, μια βάπτιση, δίνει υπόσταση σε ένα όρκο. Όλες αυτές οι περιπτώσεις αναφέρονται στη Γλωσσολογία ως «γλωσσικές πράξεις» (speech acts).

Γενικώς, η γλωσσική στρατηγική είναι μέρος της καθημερινής μας ζωής.
Ας έρθουμε όμως στη γλωσσική πραγματικότητα του Δικαστηρίου. Ακόμα και στην καθημερινή ομιλία είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς μια ερώτηση. Όμως εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και κατά την επίσημη διαδικασία κινδυνεύει κανείς να πάει ακόμα και στη φυλακή αν αρνηθεί να απαντήσει σε μια ερώτηση.

Η γλωσσική διαδικασία στηρίζεται εδώ στα εξής δεδομένα:
1. Η εξουσία των δικηγόρων έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν απαντήσεις στις ερωτήσεις τους.
2. Η εξουσία αυτή ισοδυναμεί με τον έλεγχο του μάρτυρα.
3. Υπάρχουν 3 κυρίως μέθοδοι για να επιτευχθεί ο έλεγχος του μάρτυρα: επιμονή στην ακεραιότητα του ρόλου του δικηγόρου, έλεγχος της ατζέντας, και το πιο σημαντικό, επιλογή του είδους της ερώτησης για να λιγοστεύουν οι επιλογές στις απαντήσεις και για να επιτρέπεται στον ερωτώντα όχι σ’ αυτόν που δίνει τις απαντήσεις να σχηματοποιεί τη μαρτυρία.
4. Αντίθετα από τα περισσότερα γλωσσικά φαινόμενα, κάθε ένας απ’ αυτούς τους μηχανισμούς ελέγχου του μάρτυρα λειτουργεί κάτω από τον ενσυνείδητο έλεγχο του δικηγόρου.

Πέρα από την κοινωνικοπολιτιστική και νομική βάση της εξουσιαστικής δύναμης των ανθρώπων του νόμου υπάρχει και η γλωσσική βάση. Κατά τον Goody (1978, σ. 23) «το πιο γενικό πράγμα που μπορεί να ειπωθεί για την ερώτηση είναι ότι υποχρεώνει, ζητά, ακόμα θα έλεγε κανείς απαιτεί μια απάντηση. Είναι αυτό το γεγονός το οποίο οδηγεί σε ερωτήσεις που κουβαλούν ένα ισχυρό μήνυμα προσταγής».

Ο νόμος που εφαρμόζεται από το δικαστήριο προέρχεται από μια υψηλότερη πηγή: είτε πρόκειται για νομολογίες, είτε για δεδικασμένα που τίθενται από τα ανώτερα δικαστήρια. Και στις δύο περιπτώσεις, ο νόμος προϋποθέτει μια γραπτή μορφή που αντιπροσωπεύει το ιδιαίτερο ύφος της νομικής γλώσσας.

Η δίκη διεξάγεται υπό την εποπτεία ενός ουδετέρου, αρμόδιου τρίτου μέρους (του δικαστή) που είναι επαγγελματίας, μέλος της “νομικής κοινότητας”, ενώ η απόφαση σχετικά με την ενοχή λαμβάνεται και πάλι από το δικαστή (στο κυπριακό σύστημα). Σε άλλα συστήματα νόμου η απόφαση λαμβάνεται από τους ενόρκους, που είναι επίσης ουδέτεροι και αρμόδιοι, αλλά δεν είναι επαγγελματίες, ούτε ανήκουν στη “νομική κοινότητα”.

Ο προσδιορισμός των γεγονότων γίνεται μόνο στη βάση αποδείξεων που παρουσιάζονται στο δικαστήριο, πρώτιστα υπό μορφή προφορικής κατάθεσης των μαρτύρων. Ο δικαστής χρησιμοποιεί συχνά τη λεγόμενη “κοινή λογική” στην αξιολόγηση των στοιχείων.

Όλα τα ανωτέρω πραγματοποιούνται δημόσια. Ο νόμος είναι διαθέσιμος στο κοινό, οι δίκες είναι ανοικτές στο κοινό (εκτός από ειδικές περιπτώσεις που πραγματοποιούνται «κεκλεισμένων των θυρών»), οι μαρτυρίες δίνονται δημόσια, η ετυμηγορία του δικαστή δηλώνεται δημόσια.

Αυτά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αναφέρονται σε μια πολιτιστικά προσδιορισμένη μορφή νόμου, αφού δεν υπάρχει καμία “φυσική” ή καθολική μορφή νόμου. Όλες οι μορφές νόμου απεικονίζουν τις πτυχές του πολιτισμού και τις αξίες της κοινωνίας στην οποία ανήκουν.

Επομένως, και το νόημα που αποδίδουμε στο νόμο σχετίζεται άμεσα με το πρότυπο του νόμου που υιοθετούμε, ενώ και η θεωρούμενη ως «γλώσσα του νόμου» έχει σχέση και με τις πολιτιστικές αξίες των διάφορων κοινωνιών.

Στην πράξη, η γλώσσα χρησιμοποιείται για διάφορους λόγους: όχι μόνο για να μεταφερθούν μηνύματα διάφορων ειδών (σχετικά με γεγονότα, με κανόνες, με συναισθήματα), αλλά και για να τελέσει πράξεις (βεβαίωση, υπόσχεση, ονομασία, υπόδειξη, κ.λπ.), ειδικά μάλιστα για να πείσει και για να αλληλεπιδράσει με άλλους ανθρώπους. Έτσι, η έννοια του νοήματος στη γλώσσα του νόμου έχει σχέση με αυτά που επιδιώκει (ακριβέστερα: που πράττει) ο ομιλητής και όχι μόνο με αυτά που λέγονται ως μηνύματα.

4. Η προσωπικότητα των δικαστών
Η “προσωπικότητα” των δικαστών είναι ένας παράγοντας που διαδραματίζει σοβαρό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων εντός του δικαστηρίου. Η «προσωπικότητα» του δικαστή, αλλά και ο τρόπος συμπεριφοράς των μαρτύρων είναι θέματα που απασχόλησαν την ψυχολογία, αλλά εξίσου ενισχύουν την κατανόησή μας γύρω από τη συμπεριφορά των συμμετεχόντων στη δικαστηριακή διαδικασία οι γλωσσικές και σημειωτικές προοπτικές.

Οι δικαστές μιλούν την ίδια γλώσσα με μας τους υπόλοιπους. Πρόκειται για ένα έμφυτο μηχανισμό που επιτρέπει ελευθερίες στην ερμηνεία των γλωσσικών εκφορών. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο κατανοεί ένας δικαστής τις γλωσσικές εκφορές έχει διαφορετικά αποτελέσματα απ’ ό,τι συμβαίνει με τους υπόλοιπους από εμάς.

Οπλισμένοι με αυτήν την τεράστια δύναμη, και αντιμέτωποι με την ευθύνη της ερμηνείας σε καθημερινή βάση, οι δικαστές, τείνουν συνήθως να ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο αφήνεται με μια μόνο επιλογή, έτσι όπως διατυπώνεται στην ερμηνεία του νόμου. Συχνά όμως αποδεικνύεται ότι η ερμηνεία του νόμου μπορεί να εφαρμοστεί με διαφορετικό τρόπο από περίπτωση σε περίπτωση.

Όντως, η γνώση της γλώσσας εξυπακούει πως το μεγαλύτερο μέρος της ερμηνείας γίνεται αυτόματα και με τρόπο αδιαμφισβήτητο, όμως οι γλωσσικοί κανόνες που εφαρμόζουμε ασύνειδα δεν περιορίζουν σε μία την όποια πιθανή ερμηνεία για την κάθε πλευρά του κάθε εκφωνήματος.

Η αντιμετώπιση της γλώσσας του νόμου ως «συνωμοσίας» των δικηγόρων

Ευρεία κριτική έχει δεχθεί και η «νομικίστικη» γλώσσα, που σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι μια ακόμα επαγγελματική διάλεκτος. Όπως σημειώνεται από το David Mellinkoff, ο οποίος έγραψε μια κλασική κριτική για τη γλώσσα του νόμου: «Ποιος καλύτερος τρόπος για να διατηρήσει κανείς ένα επαγγελματικό μονοπώλιο από το να κλειδώσει τα εμπορικά μυστικά του στο χρηματοκιβώτιο μιας άγνωστης γλώσσας;»

Βέβαια, θα ήταν ενδεχομένως υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι οι δικηγόροι «εφηύραν» τη γλώσσα της νομικής, απλά και μόνο για να αφήσουν τον απλό κόσμο στο σκοτάδι. Σίγουρα, η διακριτή γλώσσα, τους βοηθά να αναγνωριστούν ως μέλη του επαγγέλματος, ενώ οι χιλιάδες νομικοί όροι προσφέρονται ως μια πλούσια δεξαμενή για να αντλήσει κανείς τεχνικούς όρους που θα τον βοηθούσαν να ακούγεται ως δικηγόρος.

Το κόστος είναι ένας ακόμα λόγος για τη διατήρηση μιας απαρχαιωμένης καθαρεύουσας, αφού είναι πολύ ευκολότερο να αναπαράγει κανείς έγγραφα (που είναι χιλιάδες) των προηγούμενων εποχών, παρά να επαναδιατυπωθούν τα πάντα για τις νέες συναλλαγές.

Επιπλέον, το ίδιο το νομικό σύστημα αντιφάσκει με ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ελεύθερη επικοινωνία, αφού επιδιώκει την όσο το δυνατό εγκυρότερη ερμηνεία του νόμου, ενώ το επίσημο, αρχαΐζον, σχεδόν «τελετουργικό» ύφος μεταδίδει μια αύρα μακροβιότητας, που κάνει το νόμο να φαντάζει σχεδόν «αιώνιος», άρα περισσότερο αξιόπιστος και άξιος σεβασμού. Η γλώσσα, λοιπόν, ως κοινωνικό φαινόμενο, αλλά και ως εργαλείο, κατέχει εξέχοντα ρόλο στη διαδικασία εφαρμογής του νόμου, αφού ο νόμος λαμβάνει περιεχόμενο μόνο μέσα από προσεκτικά διατυπωμένα κείμενα, πολύ συχνά ακατάληπτα για τους μη μυημένους. Ο νόμος είναι, επομένως, γλωσσικός θεσμός. Έτσι, μια πρόταση ενός περιοδεύοντος μανάβη «πουλώ πατάτες», αν διατυπωνόταν σε νομική γλώσσα θα μπορούσε να λάβει την εξής μορφή:

ΕΓΩ/ΕΜΕΙΣ που υπογράφουμε παρακάτω με το έγγραφο αυτό από κοινού και χωριστά εγγυούμαστε την πρέπουσα και επακριβή πληρωμή από το μισθωτή όλων των ποσών, τα οποία δυνατόν να καταστούν οφειλόμενα σε σας σύμφωνα με τη Συμφωνία αυτή του μισθωτή για τη λήψη πατατών. Και εμείς συμφωνούμε ότι τα δικαιώματά σας σύμφωνα με την εγγύηση αυτή δεν θα επηρεαστούν από την παροχή χρόνου από σας ή από άλλη ευκολία προς το μισθωτή ή από την τροποποίηση οποιουδήποτε όρου της Συμφωνίας χωρίς να διακηρύσσουμε ότι θα είστε ελεύθεροι να ενεργείτε ως εμείς να παραιτούμαστε από οποιοδήποτε ή οποιαδήποτε δικαίωμα ή δικαιώματα μας ως εγγυητές τα οποία είναι ή σε οποιοδήποτε χρόνο γίνονται ασυμβίβαστα με οποιαδήποτε από τις παραπάνω πρόνοιες. Και εμείς αναλαμβάνουμε από κοινού και χωριστά να σας αποζημιώσουμε και να σας κρατούμε καλυμμένους ανεξάρτητα από την πιο πάνω εγγύησή μας για οποιαδήποτε ζημιά που απορρέει από τη Συμφωνία παραχώρησης πατατών και μόλις τελειώσει η Συμφωνία αυτή ή η μίσθωση που δημιουργείται σύμφωνα με τη τη Συμφωνία αυτή εμείς θα πληρώσουμε σε σας το ποσό της ζημίας αυτής, ανεξάρτητα από το αν ο μισθωτής των πατατών θα έχει υποχρέωση να πληρώσει ή όχι οποιοδήποτε ποσό ανεξάρτητα από την ακυρότητα ή εγκυρότητα της Συμφωνίας και ανεξάρτητα από το αν έχετε ενασκήσει οποιοδήποτε ή οποιαδήποτε δικαιώματά σας εναντίον του μισθωτή ή σχετικά με το αγαθό της πατάτας».

Και συνεχίζεται…

6. Νομική, γλωσσική ποικιλία

Ένας τύπος γλωσσικής ποικιλίας είναι (α) οι νομικές διάλεκτοι ανάμεσα στα διαφορετικά νομικά συστήματα, ακόμα και στις περιπτώσεις της ίδιας γλώσσας (πρβλ. βρετανικά και αμερικανικά νομικά Αγγλικά).

Άλλος είναι (β) η διαφορά μεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου. Ο γραπτός λόγος προσφέρεται εδώ καλύτερα, ως πιο συντηρητικός και εν πολλοίς «στεγνός» για να αποδώσει τη νομολογία, αφού είναι εκ φύσεως πιο σύνθετος και πιο πυκνός συντακτικά. Το γεγονός ότι «τα γραπτά μένουν» παρακινεί τους ανθρώπους να είναι πιο προσεκτικοί στις γλωσσικές τους επιλογές, ιδιαίτερα σε ένα χώρο όπως η νομική γλώσσα.

Η πολυπλοκότητα, η πυκνότητα, και η τυπικότητα της νομικής γλώσσας συσχετίζονται έτσι σε μεγάλο βαθμό με το γεγονός ότι η νομική γλώσσα είναι κυρίως γραπτή.

Τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά της νομικής γλώσσας ισχύουν λιγότερο για την προφορική νομική γλώσσα. Τα ιδιαίτερα συντακτικά και υφολογικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νομικής γλώσσας, οι μπερδεμένες και μεγάλες προτάσεις θα ήταν ουσιαστικά αδύνατο να χρησιμοποιηθούν κατά την ομιλία. Πάντως, το τεχνικό λεξιλόγιο παραμένει, ακόμα και στη σχετικά ανεπίσημη ομιλία των δικηγόρων.

Επειδή η νομική γλώσσα συνδέεται τόσο πολύ με τη γραφή, έχει υπάρξει σχετικά λιγότερη ανάλυση της προφορικής γλώσσας του επαγγέλματος. Όπως με τη γραπτή νομική γλώσσα, υπάρχει μια συνέχεια της προφορικής γλωσσικής χρήσης από τους δικηγόρους, που κυμαίνεται από πολύ επίσημα προφορικά νομικά μέχρι και την επαγγελματική slang, δηλαδή είδος λαϊκού, επαγγελματικού ιδιώματος.

Μια λιγότερο συνηθισμένη ποικιλία της νομικής γλώσσας είναι (γ) η τηλεγραφική ομιλία. Η τηλεγραφική ομιλία εμφανίζεται περιστασιακά στη γραπτή νομική γλώσσα. Η τηλεγραφική ομιλία, αν και λειτουργεί άτυπα, είναι ένας γρήγορος και αποδοτικός τρόπος να υπάρξει επικοινωνία γύρω από τα πρότυπα μηνύματα, ειδικά όταν το περιεχόμενο είναι τόσο προβλέψιμο που οποιεσδήποτε διαγραμμένες λέξεις μπορούν εύκολα να ανακτηθούν. Η χρήση της στις ενστάσεις προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία από την απροθυμία των δικαστηρίων να ανεχτούν τις μακροχρόνιες διακοπές.

Ένας άλλος τύπος της νομικής γλώσσας είναι μια ιδιαίτερα άτυπη γλώσσα, ή (δ) λαϊκό ιδίωμα (slang). Όπως συμβαίνει με την επαγγελματική γλώσσα, το λαϊκό ιδίωμα τείνει να αναφέρεται κυρίως στα μεμονωμένα λεκτικά τεμάχια ή τις φράσεις. Ενώ κάποιο λαϊκό ιδίωμα είναι γνωστό από ολόκληρη τη γλωσσική κοινότητα, διάφορες κοινωνικές υποομάδες έχουν συχνά το δικό τους λαϊκό ιδίωμα, το οποίο προωθεί τις σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ της ομάδας και κάνει δυσκολότερη τη γλωσσική πρόσβαση σε ξένους.

Παρά το γεγονός ότι η νομική γλώσσα είναι επίσημη και επιτηδευμένη, υπάρχει ένα ποσοστό λαϊκού ιδιώματος, που σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα του λόγου ή με τη δημιουργία νέων όρων για τους οποίους δεν υπάρχει αντίστοιχος επίσημος.

Έτσι χρησιμοποιείται η συντόμευση (συντομογραφία στη γραπτή γλώσσα: κατηγ., Ποιν., Αρ.υποθ., Εφ. ) ή και προφορική συντόμευση.

Τα αρκτικόλεξα είναι ένας άλλος τρόπος να σμικρύνει κανείς τις νομικές εκφράσεις. Μερικά παραδείγματα είναι Π.Ε.Δ. Α.Ε.Δ. Ε.Δ. (Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής, Επαρχιακός Δικαστής).

Ένας διαφορετικός τρόπος συντόμευσης είναι η αντικατάσταση μιας φράσης που αποτελεί συνδυασμό επιθέτου και ουσιαστικού με ένα επίθετο που λειτουργεί και ως ουσιαστικό. Στα Ελληνικά έχουμε παραδείγματα όπως «παραδεκτά» (τεκμήρια) «επιδικαζόμενες» (αποζημιώσεις), κ.λπ.

Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στη νομική γλώσσα, ως προς το (ε) ύφος.

Το ύφος στη νομική γλώσσα τείνει να είναι κοινό σε τυποποιημένα νομικά έγγραφα, τα οποία χαρακτηρίζονται επιπλέον από μια πολύ άκαμπτη δομή, εξού και είναι διατυπωμένα, πολλές φορές, σε μια ιδιαίτερα φορμαλιστική Καθαρεύουσα.

Υπάρχουν, βέβαια, και έγγραφα με μεγαλύτερες ελευθερίες, αν και η χρήση της νομικής ορολογίας είναι σχεδόν αναπόφευκτη.

Σαφώς, η νομική γλώσσα δεν είναι μονοδιάστατη. Ακόμα κι αν περιοριζόμαστε στη γραπτή ποικιλία, υπάρχει ουσιαστική παραλλαγή μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων ύφους των εγγράφων.

Αποτελεί, πάντως, ειρωνεία το γεγονός ότι τα έγγραφα που απευθύνονται κυρίως στους πολίτες (διαθήκες, καταστατικά κ.λπ.) διαθέτουν το μεγαλύτερο βαθμό νομικίστικης γλώσσας, ενώ έγγραφα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν εσωτερικά (που ενδιαφέρουν δικαστές και δικηγόρους) εμφανίζουν μεγαλύτερες ελευθερίες.

Το φαινόμενο αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί, εν μέρει, ως προσπάθεια των δικηγόρων να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του κλάδου τους, δικαιολογώντας τη θεωρία περί «συνωμοσίας», αλλά και επειδή έγγραφα που απευθύνονται στο κοινό συνήθως έχουν άμεσες και σημαντικές συνέπειες.

Η χρήση της κυπριακής διαλέκτου

Η κυπριακή διάλεκτος ασκεί σημαντική επίδραση στη διαδικασία στο δικαστήριο για πολλούς λόγους. Πολλοί κατηγορούμενοι, λόγω του μορφωτικού επιπέδου τους, τείνουν να χρησιμοποιήσουν τη διάλεκτο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ακρόασης, αλλά και πολλοί δικηγόροι, όταν θέλουν “να έρθουν κοντά” στο μάρτυρα. Σε μια άλλη εργασία μας, με τη χρήση ποσοτικών δεδομένων, που πραγματοποιείται αυτόν τον καιρό, προσπαθούμε να διερευνήσουμε υπό ποια έννοια η χρήση της διαλέκτου από τους κατηγορουμένους και τους μάρτυρες επηρεάζει (θετικά ή αρνητικά) τους δικαστές.

Οι γλωσσολόγοι γνωρίζουν εδώ και καιρό ότι οι ακροατές αντιδρούν υποκειμενικά στις πολυάριθμες πτυχές της ομιλίας ενός προσώπου. Οι ακροατές αποδίδουν τα διαφορετικά είδη των κοινωνικών/ψυχολογικών ιδιοτήτων ενός ομιλητή σε σχέση με τη διάλεκτό του, το ύφος, και την ποιότητα της φωνής του. Οι διάφορες πτυχές της ομιλίας ενός μάρτυρα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο σχηματισμό της εντύπωσης που έχουν οι δικαστές για τους μάρτυρες.

Είναι κλισέ –που δηλώνεται ξεκάθαρα και από το νόμο- ότι ενώπιον του νόμου είναι όλοι ίσοι, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας, φύλου. Όμως, δυστυχώς, η έρευνα έχει δείξει το αντίθετο. Ποικίλοι μηχανισμοί παρεμβάλλονται μεταξύ του πώς πρέπει να απονέμεται η δικαιοσύνη και πώς απονέμεται τελικά. Όσον αφορά τη γλώσσα, η έρευνα –κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά και αλλού– έδειξε ότι διάφορα γλωσσικά χαρακτηριστικά καθορίζουν και τον τρόπο υποδοχής του μάρτυρα.

Για τα δικό μας νομικό σύστημα δεν υπήρξε ακόμα καμιά συστηματική παρατήρησή της εκτός από μερικές πρώιμες ποσοτικές και ποιοτικές έρευνες που διενεργήσαμε στο πρόσφατο παρελθόν για να ανιχνεύσουμε το πεδίο.

Πολλές μελέτες, πάντως, έχουν διαπιστώσει ότι οι ακροατές αντιδρούν υποκειμενικά έναντι των ομιλητών, ανάλογα με τη διάλεκτο που χρησιμοποιούν. Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στις ΗΠΑ κατέδειξαν την προτίμηση τόσο των μεγάλων ομάδων του πληθυσμού, όσο και των μειοψηφιών υπέρ της Κοινής Αγγλικής (standard) σε σχέση με την Αγγλική των μαύρων (Black Vernacular English) (Tucker και Lambert 1969), και τα Μεξικανοαμερικάνικα Αγγλικά (Ryan και Carranza 1977).

Η γενική διαπίστωση ότι οι ακροατές προβαίνουν σε αξιολογικές κοινωνικές/ψυχολογικές κρίσεις σε σχέση με τους ομιλητές τεκμηριώνεται από πολυάριθμες μελέτες που διεξήχθησαν σε γλωσσικές κοινότητες, όπου ομιλούνται περισσότερες από μια γλώσσες.

Οι διαλεκτικές και διαγλωσσικές διαφορές, οι διαφορές σε επίπεδο προφοράς δεν είναι, πάντως, οι μόνες λεκτικές παραλλαγές που έχουν επιπτώσεις σ’ αυτές τις εκτιμήσεις, που αφορούν αξιολογήσεις ενός ακροατή της προσωπικότητας ενός ομιλητή.

Το ύφος, ακόμα και δευτερεύουσας σημασίας λεκτικοί χειρισμοί, όπως η ποιότητα της φωνής και η απουσία ευγλωττίας έχουν επιπτώσεις στις κρίσεις των ακροατών για τους ομιλητές. Κατά συνέπεια, έχει διαπιστωθεί ότι ο δυναμισμός στο ύφος (Schweizer 1970 Pearce 1971 Pearce και Conklin 1971 Pearce και Brommel 1972), η γρήγορη ομιλία (Brown et al. 1973, 1974), η σχετική απουσία δυσκαμψίας στο λόγο, όπως οι μικρές διακοπές και οι επαναλήψεις (Miller and Hewgill 1964; Sereno and Hawkins 1967; McCroskey and Mehrley 1969), και η “κανονική” ποιότητα φωνής (Addington 1971) συσχετίζονται θετικά με τις υψηλότερες εκτιμήσεις σε ιδιότητες όπως η ικανότητα, η κυριαρχία, και ο δυναμισμός.

Ανάλογοι συσχετισμοί άρχισαν να γίνονται σε σχέση με τη γλώσσα και το νόμο. Διάφοροι ερευνητές (London 1973; Timney and London 1973; Scherer 1972, 1979) έχουν εξετάσει το ρόλο της ποιότητας της φωνής, το μήκος και τη συχνότητα των μικρών διακοπών, τα γλωσσικά ολισθήματα, τις παραλείψεις, τις επαναλήψεις κ.λπ. στις αντιλήψεις των ένορκων σχετικά με τη λήψη αποφάσεων.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η εργασία του O’Barr και των συναδέλφων του που κατάφερε να απομονώσει διάφορα στοιχεία της ομιλίας των μαρτύρων και να καταδείξει με ποιο τρόπο αυτά επηρεάζουν όσους λαμβάνουν τις αποφάσεις, όπως είναι οι ένορκοι. Η διαπίστωση ότι όσοι καταθέτουν χρησιμοποιώντας ένα περισσότερο αφηγηματικό ύφος αξιολογούνται θετικότερα από αυτούς οι οποίοι καταθέτουν με ύφος αποσπασματικό, θέτει το ερώτημα κατά πόσον τα είδη των γλωσσικών αλλαγών που πραγματοποιούνται τακτικά από τους διερμηνείς των δικαστηρίων ασκούν οποιαδήποτε επίδραση στον τρόπο με τον οποίο θα αξιολογηθεί εν τέλει το ύφος του μάρτυρα.

2. Αρχικές και δευτεροβάθμιες πραγματικότητες
Οι Hale και Gibbons (1999) κατέδειξαν ότι υπάρχουν δύο «πραγματικότητες» στη γλώσσα του δικαστηρίου: η πρωτοβάθμια πραγματικότητα που έχει σχέση με το δικαστήριο και τους παρόντες σ’ αυτό και η δευτεροβάθμια πραγματικότητα, τα γεγονότα που αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής στο δικαστήριο. Αν λ.χ. το θέμα της προσφυγής στο δικαστήριο είναι μια ληστεία, τότε οι μάρτυρες θα παρουσιάσουν στο δικαστήριο (πρωτοβάθμια πραγματικότητα) τα γεγονότα μέσω της γλώσσας (δευτεροβάθμια πραγματικότητα).

Οι δύο αυτές «πραγματικότητες» βρίσκονται σε σταθερή αλληλεπίδραση.

Η δευτεροβάθμια πραγματικότητα προβάλλεται (για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Halliday) μέσω της πρωτοβάθμιας πραγματικότητας. Εδώ ενδιαφερόμαστε κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζονται οι σχέσεις εντός της πρωτοβάθμιας πραγματικότητας του δικαστηρίου, του αστυνομικού τμήματος ή της φυλακής.

Οι σχέσεις δύναμης εντός του δικαστηρίου παρουσιάζονται πολύ καλά αν εξετάσουμε τους τρόπους προσφώνησης που ακολουθούν συγκεκριμένο τυπικό: Κύριε Δικαστά, Εντιμότατε/Εντιμοτάτη. Ακόμα και στο τρίτο πρόσωπο οι Δικαστές διατηρούν τα σύμβολα της εξουσίας τους: «Ο Εντιμότατος Δικαστής τάδε». Επιπλέον, οι ίδιοι οι Δικαστές συνηθίζουν να αναφέρονται στον εαυτό τους ως «το Δικαστήριο». Με τον τρόπο αυτό ο Δικαστής εδραιώνει την αντίληψη ότι λειτουργεί ως ο «αμερόληπτος τρίτος».

Μεταξύ τους οι δικηγόροι αναφέρονται, συνήθως, ως «ο ευπαίδευτος συνάδελφος».

3. Επίσημο λεξιλόγιο
Μια ενδιαφέρουσα πτυχή της γλώσσας του νόμου είναι, όπως είδαμε προηγουμένως, η χρήση του επίσημου παρά άτυπου λεξιλογίου: Το φαινόμενο αυτό γίνεται ιδιαίτερα έντονο όταν πρόκειται για τη γλώσσα όπως τη χειρίζονται οι αστυνομικοί, βασικός κρίκος στην αλυσίδα της επιβολής του νόμου, ώστε το φαινόμενο αναφέρεται συχνά στη διεθνή βιβλιογραφία ως “copspeak” («αστυνομογλώσσα»). Δεν υπάρχει συνήθως κανένας επιτακτικός λόγος για να γίνεται χρήση αυτής της γλώσσας. Μάλλον φαίνεται να είναι μια προσπάθεια «επισημότητας», με υπερβάλλοντα ζήλο, ώστε να προσδοθεί στη γλώσσα αυτή κύρος που τη συνδέει με τη δύναμη και την εξουσία.

Παραδείγματα λεξιλογίου «αστυνομογλώσσας»

Πίνακας 1

Λέξη Αντίστοιχο της καθημερινής γλώσσας
εφιστώ προειδοποιώ
βαρύνεται κατηγορείται
βίος ζωή
επάναγκες, αναγκαίο, υποχρεωτικό
διεξήλθα, ανέλυσα
ιδεχθές (έγκλημα), Αποτρόπαιο, απαίσιο
απορρίπτεται, διαφωνώ
επιλαμβάνομαι (της υπόθεσης), αναλαμβάνω
όχημα αυτοκίνητο

4. Γλωσσικοί δείκτες της δύναμης
Εφορμώμενοι από τη συζήτηση για τη γλώσσα και το γένος, ιδιαίτερα ο Lakoff (1975), αλλά και άλλοι ερευνητές (π.χ. Scherer 1979) απομόνωσαν τις λεκτικές ιδιότητες που παρουσίαζαν τους ομιλητές να ασκούν περισσότερη ή λιγότερη επίδραση στους ακροατές. Οι ιδιότητες που προκαλούν ισχυρότερη επίδραση περιλαμβάνουν:

• Ηχηρότητα
• Ποικιλία στην προσωδία
• Επανάληψη
• Σιωπηλές μικρές διακοπές παρά διακοπές με επιφωνήματα (εε, μμ)
• Λεκτικές παρεμβάσεις στο λόγο των άλλων
• Απουσία χρήσης εκφράσεων συμφωνίας
• Ευγλωττία
• Συνοχή

Οι λεκτικές ιδιότητες που μπορούν να κάνουν τους ομιλητές να φανούν λιγότερο ισχυροί είναι:
• αοριστολογίες
• δισταγμός
• αβεβαιότητα (συνδέεται με συχνή υποβολή ερωτήσεων)
• χρήση «κύριε», «κυρία».
• Ενισχυτικά επιρρήματα ( «κατηγορηματικά όχι”, “σίγουρα”: πρβλ. «τον είδα σίγουρα» σε σχέση με «τον είδα»).
• χρόνος (στη λιγότερο ισχυρή ομιλία χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να ειπωθούν τα ίδια πράγματα).
• Ηπιότητα στην έκφραση/μετριασμός («θα σας πείραζε αν…», «λυπάμαι αν σας ενοχλεί»)

Τα χαρακτηριστικά αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σημαντικά τόσο εντός του δικαστηρίου, όσο και κατά την αστυνομική ανάκριση, γιατί οι ισχυροί ομιλητές είναι πιθανότερο να είναι σε θέση να ασκούν έλεγχο στην ομιλία, ενώ οι λιγότερο ισχυροί ομιλητές καθίστανται λιγότερο πειστικοί ως μάρτυρες. Μια μεγάλου μεγέθους και σπουδαιότητας μελέτη διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο του Ντιουκ για να ερευνήσει τα αποτελέσματα τέτοιων λεκτικών ιδιοτήτων στα πλαίσια του νόμου. (Conley, O’Barr, και Lind (1978), Lind και O’Barr (1979) και O’Barr (1982).
Δεκαπέντε μικρά τμήματα από ομιλία δικαστηρίου επανακαταγράφηκαν για να ενισχύσουν κάθε φορά διαφορετικά από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά. Χρησιμοποιήθηκαν 2 ηθοποιοί, ένας άντρας και μια γυναίκα που μίλησαν και στις δύο εκδοχές της μαρτυρίας (μια για την ισχυρή εκδοχή και μια για την αδύναμη- συνολικά 4 ταινίες).
Στην πρώτη μελέτη, οι ταινίες παίχτηκαν στους φοιτητές, και εντός ενός τυποποιημένου κοινωνικού-ψυχολογικού πλαισίου, κλήθηκαν να συμπληρώσουν τις κλίμακες εκτίμησης σχετικά με τις φωνές. Οι κλίμακες εκτίμησης ήταν:
• ικανός, ευφυής, προσοντούχος
• συμπαθητικός
• αξιόπιστος
• ισχυρός, δυνατός, ενεργός
• πειστικός

Η διαφορά μεταξύ της ανδρικής και γυναικείας φωνής δεν είναι μεγάλη, και στις περισσότερες μεταβλητές είναι ασήμαντη. Εντούτοις, η διαφορά μεταξύ της “ισχυρής κατάθεσης” και της “ασθενούς κατάθεσης” είναι σημαντική (p <0.5) και για τα δύο φύλα σε όλες τις διαστάσεις αξιολόγησης. Ενώ όλες οι διαστάσεις έχουν επιπτώσεις στον τρόπο που αξιολογείται η κατάθεση, οι διαστάσεις που έχουν τις ισχυρότερες επιπτώσεις είναι η “εμπιστοσύνη” και η “πειστικότητα”. Από την άποψη του προτύπου που παρουσιάστηκε νωρίτερα, η συμπεριφορά των μαρτύρων στην πρωτοβάθμια πραγματικότητα (αυτήν των δικαστηρίων) έχει επιπτώσεις στις αντιλήψεις για τη δευτεροβάθμια πραγματικότητα, την περιγραφή των γεγονότων κατά την προσφυγή στο δικαστήριο.
O’Barr έπαιξε αργότερα τις ταινίες σε άλλους 96 σπουδαστές (46 άντρες, 50 γυναίκες), αλλά αυτήν τη φορά οι κλίμακες εκτίμησης άλλαξαν για να συνδεθούν με τις αντιλήψεις των ενόρκων σχετικά τις καταθέσεις των μαρτύρων. Οι κλίμακες ήταν:
• Πείθει
• Είναι ειλικρινής
• Είναι ικανός
• Είναι ευφυής
• Είναι αξιόπιστος
Η εισαγωγή της διάστασης της «ειλικρίνειας» είναι ιδιαίτερα σημαντική. Τα αποτελέσματα ήταν εξίσου ισχυρά:

Πηγή: O’Barr 1982: 74

Όλες οι διαφορές μεταξύ της “ισχυρής κατάθεσης ” και της “ασθενούς κατάθεσης” είναι στατιστικά σημαντικές (p < 0.5) και για τα δύο φύλα. O O’Barr (1982:75) σημειώνει ότι “αυτό το πείραμα καταδεικνύει ότι το ύφος στο οποίο δίνεται η κατάθεση έχει επιπτώσεις στο πόσο ευνοϊκά γίνεται δεκτός ο μάρτυρας. Με άλλα λόγια, η συμπεριφορά κατά την πρωτοβάθμια πραγματικότητα μπορεί να έχει επιπτώσεις στην απεικόνιση και την αντίληψη για τη δευτεροβάθμια πραγματικότητα.

Ανάλογες έρευνες έγιναν από τον O’Barr και άλλους και γύρω από άλλες παραμέτρους που συνθέτουν την ισχυρή και ασθενή κατάθεση, όπως η συνοχή, αλλά και με φαινόμενα όπως η υπερβολική ακριβολογία (οver-elaboration), όπως φαίνεται στο πιο κάτω παράδειγμα:

Επικοινώνησα με τον ©. Επικοινώνησα με το τηλέφωνο της οικίας του κ. © στον αριθμό τηλεφώνου που αναγράφεται στο χρεωστικό. Δεν τον βρήκα σπίτι και αυτός που ανταποκρίθηκε μου έδωσε και το τηλέφωνο εργασίας του το οποίο τηλέφωνο της εργασίας του αναγράφω και στο τεκμήριο 3 με κόκκινο μελάνι. Μετά από λίγες ώρες ξαναεπικοινώνησα με τον ©, μίλησα μαζί του […]

Πάντως, η έρευνα έδειξε ότι ο μάρτυρας που καταφεύγει στην υπερβολική ακριβολογία κρίνεται πιο αρνητικά σε όλες τις κλίμακες εκτίμησης.

Γενικά, από το σύνολο των μελετών καταδεικνύεται πως η συμπεριφορά στην πρωτοβάθμια πραγματικότητα μπορεί να έχει επιπτώσεις στην απεικόνιση της δευτεροβάθμιας πραγματικότητας. Οι μελέτες καταδεικνύουν πως οι μεταβλητές στη γλωσσική συμπεριφορά στην αρχική πραγματικότητα έχουν επιπτώσεις στην αξιοπιστία.

Τέτοιου είδους πορίσματα οδηγούν στο συμπέρασμα πως μάρτυρες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τον ασθενή τρόπο κατάθεσης γίνονται λιγότερο πιστευτοί, ενώ η θέση τους είναι ακόμα δυσχερέστερη αν είναι οι ίδιοι κατηγορούμενοι. Φυσικά, οι Δικαστές απαντούν με σκεπτικισμό στα πορίσματα των εργασιών αυτών με τη λογική ότι οι «προσομοιώσεις» μπορεί να είναι παροδηγητικές, όμως είναι προφανές πως οι άνθρωποι που είναι λιγότερο ισχυροί στην κοινωνία μπορούν να απεικονίσουν τη θέση τους μέσω της λεκτικής συμπεριφοράς τους, κατά τρόπον ώστε να είναι λιγότερο πειστικοί ως μάρτυρες.

© = αναφέρεται όνομα στο πρωτότυπο από τα πρακτικά του Δικαστηρίου

Όσον αφορά ειδικά τη διαφορά της κατάθεσης σε επίπεδο φύλου σε γνωστά εγχειρίδια πρακτικής δικηγορίας αναφέρονται συμβουλές όπως: να είστε ανεκτικοί με τις γυναίκες μάρτυρες. Μην τις κάνετε να κλαίνε κ.λπ. Οι παρατηρήσεις αυτές, ότι δηλαδή οι γυναίκες συμπεριφέρονται διαφορετικά από τους άντρες στο δικαστήριο οδήγησε σε ανάλογες έρευνες για τη διαφορετικότητα της γλώσσας τους, κυρίως από την Lakoff, που διενέργησε ποσοτική έρευνα διατυπώνοντας την άποψη ότι οι γυναίκες ως μάρτυρες προσιδιάζουν περισσότερο σε ό,τι ονομάζουμε ασθενή ομιλία. Εντούτοις, τα πορίσματά της αμφισβητήθηκαν, αφού δεν εφαρμόζονταν σε όλες τις περιπτώσεις και δεν περιορίζονταν μόνο σε γυναίκες. Θα ήταν πάντως ενδιαφέρουσα μια συγχρονική έρευνα του θέματος, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τα 30 χρόνια που μεσολάβησαν από το πείραμα της Lakoff. Τα γενικότερα αποτελέσματα των ερευνών που υπάρχουν, πάντως, δείχνουν μια σύνδεση της ασθενούς ομιλίας με την κοινωνική έλλειψη δύναμης παρά με το γένος.

5. Εναλλαγή του λόγου
Ένα άλλο ενδιαφέρον φαινόμενο που δείχνει τις σχέσεις εξουσίας εντός του δικαστηρίου είναι ο τρόπος εναλλαγής του λόγου. Στο δικαστήριο το ισχυρότερο πρόσωπο, ο δικαστής, μπορεί να μιλήσει και να διακόψει, έτσι οι δικαστές μπορούν να λάβουν το λόγο σχεδόν όποτε επιθυμούν. Οι λιγότερο ισχυροί άνθρωποι, όσοι παρακάθονται στη δίκη ως μάρτυρες ή παρατηρητές, μπορούν ακόμα και να φυλακιστούν για «περιφρόνηση του δικαστηρίου». Στους μάρτυρες δίνεται το δικαίωμα να λάβουν το λόγο για να απαντήσουν σε μια ερώτηση, αλλά έχουν ελάχιστο έλεγχο του λόγου, γι’ αυτό και συνήθως εμφανίζονται δυσαρεστημένοι, γιατί δεν είπαν αυτά που ήθελαν να πουν. Το ίδιο συμβαίνει και κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων από την Αστυνομία, όπου ο ανακριτής-αστυνομικός έχει τον πλήρη έλεγχο του ποιος έχει το λόγο, υποβάλλει τις ερωτήσεις κ.λπ. Μάλιστα, ο Τ. Ηλιάδης, Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο γνωστό εγχειρίδιό του για το Δίκαιο της Απόδειξης σημειώνει:
«Αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποδεικτικότητα εναντίον ενός προσώπου, τόσο (και εξίσου) μιας προφορικής απάντησης που δόθηκε από αυτό σε ερώτηση από αξιωματικό της Αστυνομίας όπως και κατάθεσης που έγινε από το πρόσωπο αυτό, ότι πρέπει να είναι θεληματική, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε από αυτό, από φόβο μήπως επηρεαστεί δυσμενώς η θέση του ή από ελπίδα για κάποιο όφελος που προκλήθηκε ή του δόθηκε από πρόσωπο που ασκούσε εξουσία ή με τρόπο που να αποτελεί καταπίεση». (Ηλιάδης, T., 1994 : 331). Θα μπορούσε κι εδώ να καταγραφούν τα χαρακτηριστικά της θεληματικής κατάθεσης και να ανιχνευθεί μετά γλωσσικά πώς λαμβάνεται και πόσο οι γλωσσικές στρατηγικές των ανακριτών επηρεάζουν ή όχι τη θεληματικότητα μιας κατάθεσης.

Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο υποβάλλονται οι ερωτήσεις στο Δικαστήριο δείχνουν και τον αντικειμενικό τους σκοπό που εν προκειμένω δεν είναι η ενημέρωση. Όπως παρατηρεί η Jacquemet (1996: 9) «οι τεχνικές των ερωτήσεων στο Δικαστήριο χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για να κερδηθεί η υπόθεση, όχι για να βοηθηθεί το Δικαστήριο να βρει την αλήθεια».

Ο Shuy (1998b: Κεφ. 1-2) περιγράφει εκτενώς τη διαφορά μεταξύ “της ερώτησης” που είναι μια γνήσια αναζήτηση της αλήθειας, και “της ανάκρισης”, δίνοντας μια ιδιαίτερη σαφή εικόνα για τη διαφορά:”οι ερευνητές χρησιμοποιούν λιγότερο τη δύναμή τους από τους ανακριτές. Μια συνέντευξη εξετάζει, αλλά δεν αντεξετάζει. Ερευνά, αλλά δεν προκαλεί. Προτείνει παρά απαιτεί. Αποκαλύπτει μάλλον, παρά παγιδεύει” (Shuy 1998b: 12-13).

Συνεχής και αποσπασματικός λόγος
Οι δικηγόροι από εμπειρία έχουν δει ότι ο συνεχής λόγος γίνεται δεκτός πιο θετικά από τον αποσπασματικό. Γι’ αυτό και γενικώς υπάρχει προσπάθεια να αφήνεται ο φιλικός μάρτυρας να μιλά με περισσότερο αφηγηματικό τρόπο ενώ ο εχθρικός με όσο το δυνατόν πιο αποσπασματικό. Αυτό γίνεται μέσω του ελέγχου των ερωτήσεων που βρίσκεται στην πλευρά του δικηγόρου και εφόσον φυσικά στην περίπτωση του φιλικού μάρτυρα μπορεί να παρακολουθήσει αυτήν τη στρατηγική.

Ας δούμε δύο παραλλαγές. Πρώτα το αφηγηματικό ύφος:
Ε. Εφιστώ την προσοχή σας στα γεγονότα της 21ης Νοεμβρίου, μέρα Σάββατο. Ποιες ώρες δουλέψατε εκείνη τη μέρα;
Α. Δούλευα από, ε, η ώρα 7 το πρωί ως τις 3 το μεσημέρι. Έφτασα στο κατάστημα στις 6.30 και άνοιξα το κατάστημα στις 7.

Ας δούμε τώρα το αποσπασματικό ύφος:
Ε. Εφιστώ την προσοχή σας στα γεγονότα της 21ης Νοεμβρίου, μέρα Σάββατο. Ποιες ώρες δουλέψατε εκείνη τη μέρα;
Α. Δούλευα από, ε, η ώρα 7 μέχρι τις 3.
Ε. Εννοείτε 7 το πρωί;
Α. Ναι.
Ε. Και τι ώρα φτάσατε στο κατάστημα;
Α. Το άνοιξα γύρω στις 6.30.
Ανάλογες παρατηρήσεις που αφορούν την ισχυρή και ασθενή κατάθεση μπορούν να γίνουν για τη χρήση της σιωπής, των παύσεων, κ.λπ. οι οποίες μπορούν εξίσου να διερευνηθούν στατιστικά.

Έχουμε, λοιπόν, προσπαθήσει να ερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο δομούνται οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, εντός του νομικού πλαισίου, μέσω της γλωσσικής χρήσης.
Στο πρώτο μέρος καταγράψαμε το «σκηνικό» με αναφορά σε ορισμένα γλωσσοφιλοσοφικά ζητήματα, που βοηθούν στη σκιαγράφηση της ίδιας της γλωσσικής πραγματικότητας εντός του δικαστηρίου, ενώ καταγράψαμε τα σημαντικότερα από τα χαρακτηριστικά της γλώσσας του νόμου.

Στο δεύτερο μέρος, αναλύσαμε τις σχέσεις δύναμης που αναπτύσσονται μέσω της γλώσσας και πόσο αυτή, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος της αλήθειας. Ας μην ξεχνάμε πως η γλώσσα είναι ενδεχομένως το ισχυρότερο όπλο, πέραν της ίδιας της φυσικής δύναμης.
Η χρήση της ισχυρής γλώσσας στις νομικές διαδικασίες καθίσταται ιδιαίτερα προβληματική, όταν προέρχεται από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών εναντίον ενός άλλου μέρους με λιγότερη δύναμη στην κοινωνία, και επομένως λιγότερο ικανού να αντιμετωπίσει τη νομική διαδικασία, πάντα σε σχέση με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, όπως συμβαίνει λ.χ. με ένα απλό άνθρωπο, που μπορεί να χρησιμοποιήσει μόνο τη διάλεκτο, με ένα μετανάστη κ.λπ.
Μια τέτοια ανάλυση μπορεί πρακτικά να βοηθήσει στη δικαστηριακή διαδικασία. Η γλωσσολογία, όμως, ως επιστήμη δεν ενδιαφέρεται να λειτουργήσει ως ένας καλός σύμβουλος αποτελεσματικών στρατηγικών για το δικαστήριο, αλλά να φέρει στην επιφάνεια το βαθύτερο τρόπο λειτουργίας των γλωσσικών μηχανισμών που εμπλέκονται στη νομική διαδικασία, οδηγώντας ως ανθρωπιστική επιστήμη σε μια καλύτερη κατανόηση του κόσμου και επομένως ενισχύοντας την αυτογνωσία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Atkinson, J. M. and Drew, P. (1979) Order in Court: The Organisation of Verbal Interaction in Judicial Setting (London: Macmillan).

Austin, J. L. (1963) How to Do Things with Words (Oxford: Oxford University Press).

Baldwin, J. (1994) Police interrogation: What are the rules of the game? In D. Morgan and G. Stephenson (eds), Suspicion and Silence: The Right to Silence in Criminal Investigations (London: Blackstone Press) pp. 66-76.

Baldwin, J. and French, P. (1990) Forensic Phonetics (London: Pinter).

Berk-Seligson, S. (1990) The Bilingual Courtroom Court Interpreters in the Judicial Process (Chicago, IL: University of Chicago Press).

Berk-Seligson, S. (1999) The impact of court interpreting on the coerciveness of leading questions. Forensic Linguistics, 6 (1), 30—51.

Bhatia, V. K. (1993) Analysing Genre: Language Use in Professional Settings (Harlow: Longman).

Bhatia, V. K. (1994) Cognitive structuring in legislative provisions. In J. Gibbons (ed.), Language and the Law (London: Longman) pp. 136-55

Bowers, Frederick (1989) Linguistic Aspects of Legislative Expression. Vancouver: University of British Columbia Press.

Brennan, M. (1994) Cross-examining children in criminal courts: Child welfare under attack. In J. Gibbons (ed.), Language and the Law (Harlow: Longman) pp. 199-216.

Brown, B. (1969). The social psychology of variations in French Canadian speech. Doctoral dissertation, McGill University.

Brown, B., W. J. Strong, and A. C. Rencher. (1973). Perceptions of personality from speech: Effects of manipulations of acoustical parameters. Journal of the Acoustical Society of America 54:29-35.

Brown, B., W. J. Strong, and A. C. Rencher. (1974). Fifty-four voices from two: The effects of simultaneous manipulations rate, mean fundamental fre¬quency, and variance of fundamental frequency of ratings of personality from speech. Journal of the Acoustical Society of America 55:313-18.

Brown, R. and Gilman, A. (1960) The pronouns of power and solidarity. In T. Sebeok (ed.), Style in Language (New York, NY: John Wiley) pp. 253-77.

Bulow-Meller, A. M. (1991) Trial evidence: overt and covert communication in court. International Journal of Applied Linguistics, 1 (1) 38—60.

Carroll, J. (1995) The use of interpreters in court. Forensic Linguistics, 2 (1), 65—73.

Chabun, W. (1997) Glossary of’Copspeak’ terms, Calgary Crime Stoppers (Calgary: Website <http://crimestoppers.iul-ccs.com/glossary.html>).

Charrow, R. P. and Charrow, V. (1979) Making legal language understandable: A psycholinguistic study of jury instructions, Columbia Law Review (79), 1306—74.

Conley, J. M., O’Barr, W. M. and Lind, E. A. (1978) The power of language: presentational style in the courtroom. Duke Law Journal, 1375—99.

Cooke, M. (1995b) Interpreting in a cross-cultural cross-examination: An Aborigi¬nal case study. International Journal of the Sociology of Language, 113, 99—111.

Cooper, L. S. (1997) Police jargon: How to talk like a cop (Denver: Website <http://members.aol.com/HeartODnvr/copl.html>).

Cotterill, J., Collocation, Connotation, and Courtroom Semantics: Lawyers’ Control of Witness Testimony through Lexical Negotiation. Applied Linguistics 25/4, pp. 513-537

Coulthard, M. (1994a) On the use of corpora in the analysis of forensic texts. Forensic Linguistics, 1 (1), 26-43.

Coulthard, M. (1994b) Powerful evidence for the defence: an exercise in forensic discourse analysis. In J. Gibbons (ed.), Language and the Law (Harlow: Longman) pp. 414-27.

Coulthard, M. (1997) A failed appeal. Forensic Linguistics, 4 (2), 287-302.

Crystal, David, and Derek Davy (1969): Investigating English Style. Bloomington: Indiana University Press.

Danet, B. (1984): “Legal Discourse”. In T.A.van Dijk (ed.): Handbook of Discourse Analysis. London: Academic Press, Vo. 1, The Disciplines of Discourse Analysis, pp. 273-91.

D’Anglejan, A., and G. R. Tucker. (1973). Sociolinguistic correlates of speech style in Quebec. In R. Shuy and R. Fasold, eds., Language Attitudes: Trends and Prospects. Washington, D.C.: Georgetown University Press.

Drew, P. (1990) Strategies in the contest between lawyer and witness in cross-examination. In J. N. Levi and A. G. Walker (eds), Language in the Judicial Process (New York: Plenum) pp. 39-64.

Dumas, B. K. (1990) An analysis of the adequacy of federally mandated cigarette package warnings. In J. N. Levi and A. G. Walker (eds), Language in the Judicial Process (New York: Plenum) pp. 309-42.

Eades, D. (1994a) A case of communicative clash: Aboriginal English and the legal system. In J. Gibbons (ed.), Language and the Law (London: Longman) pp. 234-64.

Eades, D. (1994b) Forensic linguistics in Australia: an overview. Forensic Linguistics, 1 (2), 113-32.

Eades, D. (1996) Verbatim courtroom transcripts and discourse analysis. In H. Kniffka, S. Blackwell and M. Coulthard (eds), Recent Developments in Forensic Linguistics. Frankfurt am Main: Peter Lang, pp. 241—54.

Eades, D. (ed.) (1995b) Language in Evidence: Linguistic and Legal Perspectives in Multicultural Australia (Sydney: University of New South Wales Press).

Eckert, W.G. (1997): Introduction to Forensic Sciences, 2nd Edition, CRC Press.

Ηλιάδης, T. (1994): Το δίκαιο της απόδειξης. Μια πρακτική προσέγγιση. Λευκωσία.

Fairclough, N. (1989) Language and Power (London: Longman).

Gibbons, J. (1990) Applied linguistics in court. Applied Linguistics, 11 (3), 229-37.

Gibbons, J. (1994) (ed.) Language and the Law (Harlow: Longman).

Gibbons, J. (1995) What got lost? The place of electronic recording and interpreters in police interviews. In D. Eades (ed.), Language in Evidence: Linguistic and Legal Perspectives in Multicultural Australia (Sydney: University of New South Wales Press).

Gibbons, J. (2003): Forensic Linguistics: An Introduction to Language in the justice system, Blacwell Publishing.

Giles, H. and Powesland, P. (1975) Speech Style and Social Evaluation (London: Academic Press).

Giles, H., and Coupland, N. (1991) Language: Context and Consequences (Pacific Grove CA: Brooks/Cole).

Goodrich, P. (1987) Legal Discourse (London: Macmillan).

Green, G. M. (1990) Linguistic analysis of conversation as evidence regarding the interpretation of speech events. In J. N. Levi and A. G. Walker (eds), Language in the Judicial Process (New York: Plenum Press) pp. 247-77.

Gudjonsson, G. H. (1999) The Psychology of Interrogations, Confessions and Testimony (Chichester: John Wiley).

Gumperz, J. (1982) Fact and inference in courtroom testimony. In J. Gumperz (ed.), Language and Social Identity (Cambridge: Cambridge University Press) pp. 163-95.

Hale, S. and Gibbons, J. (1999) Varying realities patterned changes in the interpreter’s representation of courtroom and external realities. Applied Linguistics, 20 (2), 203-20.

Halliday, M. A. K. (1985) Spoken and Written Language (Geelong, Victoria: Deakin University Press).

Halliday, M. A. K. and Hasan, R. (1985) Language, Context and Text: Aspects of Language in a Social-Semiotic Perspective (Geelong, Victoria: Deakin University Press).

Harris, S. (1984) Questions as a mode of control in magistrates’ courts. International Journal of the Sociology of Language, 49, 5—27.

Hasan, R. (1985) The structure of a text. In M. A. K. Halliday and R. Hasan (eds), Language, Context and Text: Aspects of Language in a Social-Semiotic Perspective (Geelong, Victoria: Deakin University Press) pp. 52—69.

Hodgkinson, T. (1990): Expert Evidence: Law and practice. London. Sweet & Maxwell.

Hollien, H.( 2001) Forensic Voice Identification (New York: Academic Press).

Jordan, Sherilynn Nidever (2002): Forensic Linguistics: The Linguistic Analyst and Expert. Witness of Language Evidence in Criminal Trials. Unpublished thesis presented to the Faculty of the School of Intercultural Studies, Department of TESOL and Applied Linguistics, Biola University.

Kipros Xrisostomides: Cyprus law, introductory: http://www.chrysostomides.com.cy/developments/

Kurzon, D. (1997) ‘Legal language’: varieties, genres, registers, discourses. International Journal of Applied Linguistics, 7 (2), 119—39.

Levi, J. (1994) Language as evidence: The linguist as expert witness in North American courts. Forensic Linguistics: The International Journal of Speech Lan¬guage and the Law, 1 (1), 1—26.

Lind, E. A., and W. M. O’Barr. (1979). The social significance of speech in the courtroom. In H. Giles and R. St. Oair, eds., Language and Social Psychology. College Park, Md.: University Press.

Lind, E. A., B. Erickson, J. M. Conley, and W. M. O’Barr. (1978). Social attributions and conversational style in trial testimony. Journal of Personality and Social Psychology 36:1558-67.

Luchjenbroers, J. (1997): “In your own words…”: Questions and and answers in a Supreme Court Trial”. Journal of Pragmatics 27: 477-503.

Maley, Y. (1994) The language of the law. In J. Gibbons (ed.), Language and the Law (London: Longman) pp. 3—50.

Matoesian, G. (1993): Reproducing Rape: Domination through Talk in the Courtroom. Chicago: University of Chicago Press.

Matoesian, Gr. M. (1995).: Language, law, and society: Police implications of the Kennedy Smith rape trial. Law & Society Review 29: 676

McMenamin, G. R. (1993) Forensic Stylistics (Amsterdam: Elsevier).

McMenamin, G.R. 2002: Forensic Linguistics: Advances in Forensic Stylistics, CRC Press.

Mellinkoff, D. (1963) Language of the Law (Boston, MA: Little, Brown).

Neate G. Land, law and language (2003): Some issues in the resolution of Indigenous land claims in Australia. Conference of the International Association of Forensic Linguistics, Sydney, Australia.

O’Barr, W. (1982): Linguistic Evidence: Language, Power and Strategy in the Courtroom. New York: Academic Press.

O’Barr, W. and Conley, J. (1990) Rules versus Relationships: The Ethnography of Legal Discourse (Chicago, IL: University of Chicago Press).

Pavlou, P.- Georgiou, G. (2005): Language and the Law in the Cypriot Justice System: unawareness of linguistcs does not release you of your responsibility! Presented in the 17th International Symposium on Theoritical and Applied Linguistics, Aristotle University of Thessaloniki, April 15th- 17th , 2005.

Philbrick, Frederick A. (1949) Language and the Law: The Semantics of Forensic English. New York: Macmillan.

Philips, S. U. (1998) Ideology in the Language of Judges: How Judges Practice Law, Politics, and Courtroom Control (New York: Oxford University Press).

Phillips, S.U. (1987): “On the use of Wh- questions in American courtroom discourse: A study of the relation between language form and language function”. In L. Kedar (ed.) Power through Discourse. Norwood, NJ: Ablex Publishing, pp. 83-111.

Prince, E. F. (1990) On the use of social conversation as evidence in a court of law. In J. N. Levi and A. G. Walker (eds), Language in the Judicial Process (New York: Plenum Press) pp. 279-89.

Rigney, A. C. (1999) Questioning in interpreted testimony. Forensic Linguistics, 6 (1), 83-108.

Schiffrin, D. (1987) Discourse Markers (Cambridge: Cambridge University Press).

Shuy, R. (1993) Language Crimes: The Use and Abuse of Language Evidence in the Courtroom (Oxford: Blackwell).

Shuy, R. (1998b) The Language of Confession, Interrogation, and Deception (Empirical Linguistics) (Thousand Oaks, CA: Sage).

Solan, L. M. (1993b) The Language of Judges (Chicago: University of Chicago Press).

Tiersma, P. M. (1999) Legal Language (Chicago: The University of Chicago Press).

Walker, A.G. (1987): “Linguistic manipulation, power and the legal setting”. In L. Kedar (ed.): Power Through Discourse. Norwood, NJ: Ablex Publishing, pp. 57-83.

Whitehead, E. (2001): Witness Satisfaction: Findings from the Witness Satisfaction Survey 2000 (Home Office Research Study 230). London: HMSO, Home Office Research, Development and Statistics Directorate.

Woodbury, H. (1984): “The strategic use of questions in court”, Semiotica 48: 197-228.


Τέχνη γραμματική

του Γιώργου Β. Γεωργίου

Συνήθως, και από συνεκδοχή, με τον όρο «γραμματική» εννοούμε ένα συγκεκριμένο, σχολικό εγχειρίδιο, που αναφέρεται στους γραμματικούς κανόνες μιας γλώσσας – της γλώσσας μας.

Οι φιλόλογοι, λοιπόν, διδάσκουν πως η γραμματική είναι το “ευαγγέλιο” της γλώσσας, αφού υποτίθεται πως διασφαλίζει την ορθή χρήση -προφορική και γραπτή- της καθημερινής -αν μη τι άλλο- γλώσσας. Μια τέτοια όμως “ευαγγελική” αντιμετώπιση της γραμματικής -και είναι αυτή μια στάση που συνήθως υιοθετούν και οι ανυποψίαστοι γονείς- στο τέλος λειτουργεί εναντίον της ίδιας της γλώσσας.

Πραγματικά, η γραμματική είναι ένας πολύτιμος οδηγός για την εκμάθηση των τρόπων (οι πολλοί τους ονομάζουν “κανόνες”) της γλώσσας και τον εντοπισμό ενδεχομένως των κακών γλωσσικών νοοτροπιών, όχι όμως πάντα ασφαλής.

Επιπλέον, οι έννοιες του «σωστού» και του «λάθους» είναι πολύ ασαφείς ως διατυπώσεις και λανθασμένες ως νοοτροπία και στάση γλωσσική, αφού συνήθως φορτώνουν με αμαρτίες και ενοχοποιούν κάθε γλωσσική επιλογή που δεν μοιάζει συνηθισμένη, που αποκλίνει από την καθημερινή γλώσσα, καταδικάζουν δηλαδή την τόσο αναγκαία γλωσσική απόκλιση ως έγκλημα κατά της γλώσσας.

Το πόσο ρευστά είναι τα πράγματα με τις γραμματικές το αποδεικνύει η ίδια η πραγματικότητα. Λέξεις που ήταν «λογοτεχνικές» πριν από κάποια χρόνια, σήμερα είναι καθημερινές (ο Τριανταφυλλίδης λ.χ. κατατάσσει τον τύπο θυμάμαι στην ποιητική γλώσσα), συντάξεις άγνωστες ή και οιονεί λανθασμένες για μια γλώσσα σήμερα γίνονται αποδεκτές και εξηγούνται από ανάλογους γλωσσικούς νόμους. Οι συζητήσεις και οι αντεγκλήσεις που ακολουθούν την έκδοση μιας γραμματικής ακόμα και ως προς την ταξινόμηση του υλικού δείχνει ακριβώς την αδυναμία της γραμματικής να αποτελέσει το «μαγικό» βιβλίο των απαρέγκλιτων κανόνων της γλώσσας.

Στο κάτω-κάτω της γραφής, η γραμματική δεν έχει εκ των προτέρων δοσμένη ακρίβεια που υπαγορεύεται από ρητούς κανόνες ορθοέπειας. Πρόκειται για μια προσπάθεια γλωσσικής περιγραφής, αλλιώς “φωτογράφησης” ενός κατεξοχήν μεταβαλλόμενου στοιχείου, της γλώσσας. Επειδή όμως, ο γραμματικός λειτουργεί συνήθως ως ζωγράφος παρά ως φωτογράφος, κάνοντας αναπόφευκτες επιλογές από την ευρύτητα και το βάθος της γλώσσας και φυσικά δεν αγνοεί και τις προκαταλήψεις του, η γραμματική δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη γλώσσα. Είναι χαρακτηριστικό πως χρειάστηκαν κάποιες εκατοντάδες χρόνια, ώστε να περάσουμε από τη «ρύθμιση» της γλώσσας, στην «περιγραφή» της. Μπορεί εξάλλου να ειπωθεί χαρακτηριστικά πως μια Γραμματική, αφού δημοσιευθεί είναι ήδη ξεπερασμένη.

Στα σχολεία, και εξαιτίας μια συστημικής προσέγγισης της γλώσσας, που δεν είναι πάντα επωφελής, και ενός αναπόφευκτου ακαδημαϊκού σχολαστικισμού, δεν υπάρχει στη διδασκαλία η προοπτική της μεταβολής, της συνεχούς ροής, του ακατάπαυστου ζυμώματος, που δεν νομιμοποιεί πέρα για πέρα καμιά γραμματική.

Έτσι, οι νέοι φεύγουν συνήθως από το σχολείο γνωρίζοντας πως δεν ξέρουν να μιλούν, αφού παραβαίνουν καθημερινά τον κανόνα -όπως όλοι μας.

Αντίθετα, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να μεταβάλουν το μάθημα της γραμματικής σε ένα εξαιρετικά γοητευτικό και ζωντανό αντικείμενο διδασκαλίας, να προσδιορίσουν τη μεταβλητότητα της γλώσσας, να αποκαταστήσουν παρεξηγημένες μορφές λόγου που δεν περιλαμβάνονται στις γραμματικές, όπως είναι οι διάλεκτοι και οι κοινωνιόλεκτοι, οι αργκό, οι καινούργιες λέξεις και συντάξεις. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν χωρίς να διαλυθεί η συνοχή της γλώσσας, η ανάγκη του κανόνα και των δομών. Η γραμματική είναι πολύτιμη, η γραμματική μας χρειάζεται (ιδίως στα πρώτα στάδια έλλογης επεξεργασίας των γλωσσικών δεδομένων, δηλαδή στο δημοτικό), όμως θα πρέπει να μάθουμε να σχοινοβατούμε με επιτυχία μεταξύ «κανόνα» και «πραγματικότητας». «Να αγνοήσομε την πραγματικότητα;», θα διερωτηθεί ο γηραιός, αλλά τόσο μάχιμος δημοτικιστής Εμμανουήλ Κριαράς.

Στα πλαίσια της αντι-ρύθμισης οι διδάσκοντες θα πρέπει να είναι σε θέση να εξηγήσουν ορολογίες που δεν ανταποκρίνονται στα πράγματα, να απομυθοποιήσουν δηλαδή τις λέξεις-κλειδιά της γραμματικής που φαντάζουν φορείς «υψηλών», αλλά άγνωστων νοημάτων. Θα πρέπει δηλαδή να μπορούν να διαλευκάνουν τις έννοιες όρων, όπως κλίση, πτώση, ουδέτερο, συζυγία, τόνος κ.λπ. με βάση συγχρονικά κριτήρια. Για παράδειγμα, ο όρος «κλίσις» χρησιμοποιήθηκε με την αντίληψη ότι αποτελεί «απόκλιση» από ορισμένη βασική μορφή ή ο όρος «ουσιαστικό» για να δηλώσει την αναφορά σε πρόσωπο ή αντικείμενο («ουσίες»).

Αυτό που προέχει είναι να απεγκλωβίσουμε τη γραμματική -που μπορεί να φανεί τόσο χρήσιμη- από τη λογική της μουσειακής φωτογραφίας και να τη μεταβάλουμε σε ζωντανή εικόνα με νόημα, χρώμα, ήχο (ακουστική εικόνα). Έτσι είναι και η πραγματική γλώσσα.

Τριανταφυλλίδης, Μ.: Νεοελληνική Γραμματική (της Δημοτικής), Θεσσαλονίκη, 1991 (ανατύπωση της έκδοσης του ΟΕΣΒ, 1941 με διορθώσεις), σελ. 340, υποσημ. 1.
Περιοδικό Φιλόλογος (84) 195.