Γεωργαλλίδης Ανδρέας

photos A.G. (4)

Ονοματεπώνυμο: Γεωργαλλίδης Ανδρέας
Κατηγορία: Φιλοσοφία, Ποίηση, Μετάφραση

Σπουδές/σταδιοδρομία στον τομέα των γραμμάτων:

  • PhD Φιλοσοφίας (University of Sussex, United Kingdom)
  • DEA Φιλοσοφίας (Université de Paris I-Panthéon-Sorbonne, France)
  • BA Ιστορίας και Αρχαιολογίας (Πανεπιστήμιο Κύπρου)
  • BA (Minor) Φιλοσοφίας (Πανεπιστήμιο Κύπρου)
  • BA Επιστημών της Αγωγής (Πανεπιστήμιο Κύπρου)

Μέλος σε Λογοτεχνικούς Οργανισμούς:

  • Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής (Κύπρος)
  • Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου (Κύπρος)
  • La Société Arts-Sciences-Lettres (Γαλλία)
  • Société des Auteurs Poètes de la Francophonie (Γαλλία)
  • La Société des Études néo-helléniques (Γαλλία)
  • Académie Européenne des Arts (Γαλλία)
  • Griechischer Kunstclub Nürnberg (Γερμανία)
  • United Poets Laureate International (ΗΠΑ)

Μέλος σε Φιλοσοφικούς  Οργανισμούς:

  • The Royal Institute of Philosophy (Ην. Βασίλειο)
  • British Wittgenstein Society (Ην. Βασίλειο)
  • Wittgenstein Initiative (Αυστρία)
  • Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία (Ελλάδα)
  • Διεθνής Εταιρεία Ελληνικής Φιλοσοφίας (Ελλάδα)

Διακρίσεις (κατ’ επιλογήν):

2019: Αργυρό Μετάλλιο (Diplôme de Médaille d’Argent) από την Ακαδημία Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλίας.
2019: Πρώτο Βραβείο Μεταμοντέρνας Ποίησης από την International Art Society and Academy.
2007: Πρώτο Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο με τίτλο Όταν Βυθίζεται το Πιάνο
(Power Publishing 2004) από τη Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.
2006: Πρώτο Έπαινο Τάκη Βαρβιτσιώτη στον δεύτερο Πανελλήνιο Μαραθώνιο Ποίησης.
2006: Πρώτο Βραβείο Ποίησης Απόδημου Ελληνισμού.
2006: Πρώτο Βραβείο Ποίησης στα «Σικελιανά».
2005: Τρίτο Βραβείο Ποίησης στον Λογοτεχνικό Διαγωνισμό «Greek – Australia Cultural
League of Melbourne».
2002: Τρίτο βραβείο διηγήματος από το Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Couverture à peine plus vide

(Το βιβλίο εκδόθηκε σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, Αγγλικά και Γαλλικά. Είναι υπό έκδοση στα Ιταλικά, Ισπανικά, Γερμανικά, Ρωσικά και στα Περσικά)

[à peine plus vide]

(Το βιβλίο εκδόθηκε σε οκτώ γλώσσες: Ελληνικά, Αγγλικά, Πολωνικά, Βουλγαρικά, Ιρανικά, Αραβικά, Αζέρικα και Κινέζικα).

[Χρώματα Απέναντι]

(Το βιβλίο εκδόθηκε σε οκτώ γλώσσες: Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ισπανικά, Ρωσικά και Τούρκικα. Έτυχε επανέκδοσης το 2008).

[Χρώματα Απέναντι]

(Το βιβλίο εκδόθηκε σε τέσσερις γλώσσες: Eλληνικά, Aγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά)

Εργογραφία:

Ποιητικές Συλλογές:

Συμμετοχές σε Έντυπα Λογοτεχνικά Περιοδικά:

  • Αιολικά Γράμματα
  • Γκοβόστη
  • Δεξαμενή
  • Εμβόλιμο
  • Ενδοχώρα
  • Λέξη
  • Νέα Εστία 
  • Πάροδος
  • Παλίμψηστον
  • Παρέμβαση
  • Τετράμηνα
  • Ύφος
  • Φιλολογική Στέγη
  • Connaissance Hellénique
  • In focus
  • Philia

Βιβλία (μονογραφίες):

Μεταφράσεις Βιβλίων:

Κριτικογραφία (κατ' επιλογήν):

  • Αντζουλής, Α., «Τεκτονημένες σκέψεις μεταξύ ποίησης και αντι-ποίησης. Οι περιπλανήσεις του νοήματος στο Ελάχιστα περισσότερο άδειο του Ανδρέα Γεωργαλλίδη», διόραμα (2019), 24, σ.35-38.
  • Γεωργάκης, Τ., «Ελάχιστα Περισσότερο Άδειο – Ανδρέας Γεωργαλλίδης», Άνευ (2019), 71, σ.102-103.
  • Νικολαΐδης, Π., «Το κενό-καινό σκοτάδι της ποίησης: Ανδρέας Γεωργαλλίδης, ελάχιστα περισσότερο άδειο», διόραμα (2018), σ.133-140.
  • Αποστολίδης, Α., «Η ποιητική απροσδιοριστία στην ποίηση του Ανδρέα Γεωργαλλίδη», Άνευ (2016), 59, σ.115-116.
  • Παπασωτηρίου, Θ., «Ο ποιητής της σκοτεινής ενέργειας – Α. Γεωργαλλίδης». Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 22.03.2014].
  • Ηλιόπουλος, Γ., «Τα Richter στην ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη και η θεωρία του χάους». Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 15.03.2014].
  • Μύαρης, Γ., «Ανδρέας Γεωργαλλίδης, ‘Το πιάνο κόπασε’». Στο διαδίκτυο: http://www.poiein.gr/archives/22802 [προσβάσιμη στις 10.05.2013].
  • Βασιλάκης, Σ., «Η ποίηση του ποιητή Ανδρέα Γεωργαλλίδη». Στo διαδίκτυο: http://www.alithia.com.cy/index.php/politismos/item/1377 [προσβάσιμη στις 10.9.2012].
  • Rahimi, A., «Κυπρίων έργα».Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 10.04.2012].
  • Thomas, S., «Κυπρίων έργα». Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 4.04.2012].
  • Αργυρίου, Δ., «Ο ποιητής του κενού – Α. Γεωργαλλίδης». Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 2.04.2012].
  • Ζήκας, Γ., «Σύντομο αφιέρωμα στον ποιητή Ανδρέα Γεωργαλλίδη». Στο διαδίκτυο:
    http://www.sigmalive.com/simerini/analiseis/other/396885 [προσβάσιμη στις 15.03.2012].
  • Τσιτσεκλή, Κ., «H Κατερίνα Τσιτσεκλή γράφει για τον Ποιητή του κενού». Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 10.03.2012].
  • Θεοδωρόπουλος, Γ., «Το πιάνο κόπασε – Ανδρέας Γεωργαλλίδης. Μια διαφορετικού τύπου σιωπή από τον ‘ποιητή του κενού’». Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 10.02.2012].
  • Θεοχαράκης, Γ., «Ο ποιητής του κενού μέσα από την αντισυμβατική αφαίρεση». Στο διαδίκτυο:  http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 23.01.2012].
  • Ευαγγελόπουλος, Ν., «Η μετα-ποίηση στην ποίηση του Ανδρέα Γεωργαλλίδη». Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php[προσβάσιμη στις 16.01.2012].
  • Τσαμανής, Ν., «Το υψηλό ποιητικό κενό στην ποίηση του Ανδρέα Γεωργαλλίδη». Στο διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php [προσβάσιμη στις 12.01.2012].
  • Γκλένης, Ι., «Η ποίηση του Ανδρέα Γεωργαλλίδη». Στo διαδίκτυο: http://www.kypriwnerga.com/site-artist-9-gr.php[προσβάσιμη στις 11.01.2012].
  • Αποστολάτος, Μ., «Ανδρέας Γεωργαλλίδης – Όταν βυθίζεται το πιάνο», Ακτή (2009), 78, σ.239-241.
  • Καραντώνης, Γ., «Για την ποίηση του Ανδρέα Γεωργαλλίδη», Ομπρέλα (2008), 83, σ.43.
  • Φαληρέας, Ν., «Ο ποιητής του κενού Α. ΓΕΩΡΓΑΛΛΙΔΗΣ», Ομπρέλα (2008), 83, σ.44.
  • Κανάκης, Α., «Η ποίηση του Ανδρέα Γεωργαλλίδη», Νέα Εποχή (2008), 298, σ.96-99.
  • Κολοσιάτου, Φ., «Όταν βυθίζεται το πιάνο – Χρώματα απέναντι», Ομπρέλα (2008), 83, σ.42.
  • Κυπριανού, Φ., «Παγωμένο κενό στους 516˚ C», Νέα εποχή (2002), 272-273, σ.77-78.

Συμμετοχές σε Ανθολογίες (κατ’ επιλογήν):

  • Dorge, J.C. (ed.): Florilège, Le Florilège de la Société des Auteurs et poètes de la francophonie, Copy-média, Canéjan 2019, p.78. 
  • Χριστοδουλίδης, Γ. και Νικολαΐδης, Π. (επιμ.): Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης 1960 – 2018, εκδ. Κύμα, Αθήνα 2018, σ. 139-143.
  • Χατζηματθαίου, Α. (επιμ.): Ανθολόγιο Ποιήσεως, Ιδιωτική έκδοση, Λάρνακα 2018, σ. 24.
  • Sangilio, C. (trans):Uvadi Cipro, Antologia della giovane poesia grecocipriota, Parolemondo, edizioni Joker, Italia 2014, p.219-237.
  • Ριαλά, A. (επιμ.): Ποιητικές και Eικαστικές Διαδρομές στο Νησί της Αφροδίτης, εκδ. Ακτίς, Λεμεσός 2012, σ.40-41.
  • Sangilio, C. (trans): Una Foglia Verde Oro, Poesia Cipriota Contemporanea, Argos C.R.l, Italia 2012, p.379-384.
  • Λοϊζίδης, Β. (επιμ.): Ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2011, σ.35-39.
  • Kraniotis, D.P. (ed.): World Poetry 2011, Anthology 205 poets form 65 countries, 22nd World Congress of Poets, Λάρισα 2011, σ.161-164.
  • Βλάχου, Κ. (επιμ.): 23 και 1 ποιητές, εκδ. Ακρωτήρι, Αθήνα 2008, σ.57-61.
  • Σκαρτσή, Σ.Λ. και Βαρνάβα Σ.Π. (επιμ.): Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών, εκδ. Ταξιδευτής, Λευκωσία 2008, σ.92-94.
  • Θανοπούλου, Μ.(επιμ.): Ανθολογία Πεζού και Ποιητικού Λόγου, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2006, σ.75-79.
  • Η άλλη διάσταση, Σχολή ανθρωπιστικών Επιστημών Πανεπιστημίου Κύπρου, Λευκωσία 2006, σ.12-13.
  • Μύαρης, Γ. (επιμ.): Η Κύπρος και η ποίηση της σήμερα, εκδ.Παρέμβαση, Κοζάνη 2005, σ.14-15.

Δείγματα Γραφής:

Οδηγήθηκε κάποτε σε ένα δάσος
με δέντρα – ιδέες
και πουλιά – που δεν πετούσαν.
Ανέπνεε το φως των ματιών της
και ταξίδευε τη σιωπή του τόσο,
όσο να την ακούει.

Η θάλασσα που ψάχνω
δεν είναι από νερό φτιαγμένη.
Δεν μετακινεί κανένα κύμα
ούτε φοβάται τη στεριά.
Είναι μια θάλασσα κτισμένη
για να πατήσεις – να πετάξεις
εκεί που φεύγουν τα πουλιά

Στον έβδομο στίχο, γράφω την αλήθεια.
Δεύτερος στίχος
Τρίτος στίχος
Τέταρτος στίχος
Πέμπτος στίχος
Έκτος στίχος

Όγδοος στίχος

Με έπαρση τα παράθυρα
στέκονται κλειστά,
κουβαλώντας πάντα
το αίσθημα της ευθύνης του κλεισίματος.
Υπηρετούν τη διατήρηση
της συσκότισης του δωματίου.
Υπηρετούν τη διατήρηση της περιέργειας
των περαστικών,
που στέκονται επίμονα να τα κοιτάζουν.
Υπηρετούν την αρχιτεκτονική αισθητική
ενός παλαιού κτιρίου.
Η άρνηση δεσμεύει.

Ανανεώνω
τις σιωπηρές μου συμβάσεις
διαγράφοντας τον ήχο.
Η σιωπή δεν παραφράζεται
όταν οι έννοιες
έχουν αληθινό βάθος

Κανείς δεν πήγε στο κονσέρτο.
Μα ο σολίστ έπαιξε
ως αν να ήτανε παρούσες, δύο ανθρωπότητες
Το χειροκρότημα ακούστηκε, ακούγεται ακόμα.
Οι αποστάτες του ήχου αυτού
πολύ θα ήθελαν να ήτανε παρόντες
Κανείς δεν πήγε στο κονσέρτο.
Μα ο σολίστ έπαιξε

Τα λόγια σου πέτρες
και εγώ
ο χειρότερος οικοδόμος.

Διαμέρισμα 16
Δωμάτιο 16
Παράθυρο 16
Άστεγος
Ανεπίθετος (υποκείμενο να μην υπάρχει)
Διαμέρισμα χωρίς παράθυρο

Κοιτούσαμε τη θάλασσα
ώσπου
μας έπνιξε

Τοπίο φτιάχνω
με αντίστροφη προοπτική
τη σιωπή

(              ) = f (              )

Ποίημα: Κόκκινο Δάσος

Ποίημα: Ασυνέχεια της Συνέχειας

Ποίημα: Καληνύχτα

Ποίημα: Άκου

Ποίημα: Μεγάλες Αποστάσεις

Ποίημα: Πλην όσων είπα

Ποίημα: Σπασμένα μη λογικά χρώματα

Ποίημα: Πέτρινη Θάλασσα

Ποίημα: Απλά Υπάρχουν

Ποίημα: Το πιάνο κόπασε

Από την εισαγωγή του βιβλίου 

Αυτό το βιβλίο αποτελείται από μετρημένες λέξεις, οι οποίες δεν κατόρθωσαν να συναντηθούν σε στίχους ενός ποιήματος, στίχους που να μιλούν αληθινά για τον εαυτό τους. Συνεπώς, οι αντι-στίχοι του βιβλίου αυτού, δεν φιλοδοξούν την κατανόησή τους και δεν διεκδικούν καμιά φιλοξενία στον χώρο του νοήματος. Αφού λοιπόν ο αναγνώστης αναγνωρίσει αυτήν την ανυποχώρητη ιδιαιτερότητα, είναι δυνατό να υποψιαστεί πως μπορεί να δραπετεύσει αμετανόητα από εκείνο το άπειρο δάσος των θολών σκιών του Είναι.

Ξαναστέκομαι για λίγο. έξω από τη σιωπή μου, για να σιωπήσω πολύ …

αντι-στίχοι από το βιβλίο

ξανάρχομαι ελάχιστα λίγο, φορώντας κατάσαρκα.
την ιδιότητα του ξένου

[…]

λίγο αδιατίμητο χάος.
ένα οικόπεδο στον αέρα να καίγεται ανάποδα

[…]

στον χώρο των αφαιρέσεων αυτοπροαφαιρούμαι –
ψαράς μιας στεγνής θάλασσας.
ξανασκάβω το καθαρό νερό

[…]

υπό ανέγερση η ιδέα μιας αλήθειας – ύστερα.
τέλος να μην υπάρχει, ένα εσύ

[…]

επικρατούσα τιμή: ένα πουλί δραπέτης
ενός άπειρου δάσους

[…]

η δύσκολη αντίστιξη
δύο συμφωνημένων σιωπηρών σιωπών

[…]

η α-νοητότητα των λέξεων –
η κραυγή μιας υπερκαθαρής λογικής ασάφειας

[…]

η ακριβή καπαρντίνα και η αδιάκριτη βροχή –
ένα περπάτημα βουβό μέσα στο θορυβώδες τρένο –
τα αδιασάφητα ενός αληθινού αντιρρησία

[…]

τα ψευδοερωτήματα και οι δήθεν σκεπτόμενοι –
μια κακή εκτέλεση βιολιστή

[…]

η ανεικονική απομόνωση – ποιο είναι το ερώτημα;
Αντιπλέω των σκιών του άδειου

[…]

μια α κ ρ ι β ή ς ακυρολεξία.
να προσέχεις τα στολίδια και τα υπόγεια βουνά

[…]

η ανακατανομή του άδειου
και ο πλούτος της έννοιας της έννοιας
του ασθενούς τίποτα

[…]

κρατάω το νόημα της α-νοησίας
εκείνων των δήθεν μεγάλων πραγμάτων

[…]

ψάχνοντας την εικόνα της αντι-εικόνας
έμαθα να μην βάζω ζάχαρη στο καφέ

[…]

ξαναφεύγω ελάχιστα λίγο
με την ιδιότητα του αληθινά αληθινού ξένου

Κριτικογραφία (αποσπάσματα):

ελάχιστα περισσότερο άδειο 

VIDEO – Παρουσίαση του ποιητικού έργου του δρ Ανδρέα Γεωργαλλίδη στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα: ελάχιστα περισσότερο άδειο / barely more empty


Γράφει ο Α. Αντζουλής για το έργο ελάχιστα περισσότερο άδειο:

[…] Τα φιλοσοφικά αναγνώσματα που «μοιραία» επηρεάζουν – όχι βέβαια υπό το φάσμα μίας άγονης επίδρασης – την ποίησή του, μετατρέπουν τον «ποιητή του κενού» σε «ποιητή της σιωπής και της ακέραιας λέξης», αφού μέσα από μίαν κενο-φανή πορεία φαίνεται να αναζητεί το Υψηλό και το Απόλυτο αντιμετωπίζοντάς τα με δέος και σιωπή και υποχωρώντας καταθέτοντας Απόλυτες λέξεις που φέρουν Υψηλά νοήματα, λέξεις-σκέψεις και λέξεις-εικόνες.

O ίδιος ο ποιητής επισκιάζει με το προλογικό σημείωμά του κάθε ερμηνευτική απόπειρα, οδηγώντας στην πράξη μίας υπό όρους παρουσίασης – και όχι ερμηνείας – του περιεχομένου της συλλογής:

«Αυτό το βιβλίο αποτελείται από μετρημένες λέξεις οι οποίες δεν κατόρθωσαν να συναντηθούν σε στίχους ενός ποιήματος, στίχους που να μιλούν αληθινά για τον εαυτό τους. Συνεπώς, οι αντι-στίχοι του βιβλίου αυτού δεν φιλοδοξούν την κατανόησή τους και δεν διεκδικούν καμιά φιλοξενία στον χώρο του νοήματος. Αφού λοιπόν ο αναγνώστης αναγνωρίσει αυτήν την ανυποχώρητη ιδιαιτερότητα, είναι δυνατό να υποψιαστεί πως μπορεί να δραπετεύσει αμετανόητα από εκείνο το άπειρο δάσος των θολών σκιών του Είναι».

Με μίαν τόσο πυκνή σε περιεχόμενο εισαγωγή, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η “ασφαλέστερη” οδός για την εξέταση της εν λόγω ποιητικής συλλογής είναι τα βήματα που δίνει ο ίδιος ο ποιητής, εάν βέβαια γίνει δεκτό ότι τα όσα καταθέτει δεν έχουν ως στόχο να συσκοτίσουν παραπλανητικά την ερμηνευτική προσπάθεια.

Είναι προφανές ότι η ανάγνωση οφείλει να έχει ως οδηγό κάποιες συγκεκριμένες αλήθειες που αναδύονται μέσα από το εισαγωγικό σημείωμα. Πρόκειται για «μετρημένες λέξεις» – ακριβέστερα βυθομετρημένες και υψομετρημένες λέξεις – που ενώ συνθέτουν (τις περισσότερες φορές και όχι πάντοτε) λιτούς στίχους, αυτοί λειτουργούν ως αντι-στίχοι, αφού αδυνατούν να συνυπάρξουν σε ένα τέτοιο σύνολο που να συνθέτει ένα ενιαίο ποίημα και να φιλοξενεί ένα συγκεκριμένο και ολοκληρωμένο νόημα, με τους όρους μίας κοινά αποδεκτής ποίησης.Αν όντως είναι έτσι, τότε πώς οι μετρημένες αυτές λέξεις μπορούν να λειτουργούν σε άμεση συνάφεια με τον προσδιορισμό και τον επαναπροσδιορισμό του Είναι, όπως υπονοεί το πιο πάνω εισαγωγικό σημείωμα; Αυτή είναι μία εκτίμηση του ίδιου του ποιητή, ο οποίος ομολογεί, στο πιο πάνω σημείωμα, ότι «οι αντι-στίχοι του βιβλίου αυτού δεν φιλοδοξούν την κατανόησή τους και δεν διεκδικούν καμιά φιλοξενία στον χώρο του νοήματος» […]

Αντζουλής, Α, «Τεκτονημένες σκέψεις μεταξύ ποίησης και αντι-ποίησης. Οι περιπλανήσεις του νοήματος στο Ελάχιστα περισσότερο άδειο του Ανδρέα Γεωργαλλίδη», διόραμα (2019), 24, σ.35-38.

Γράφει ο Π. Νικολαΐδης για το έργο ελάχιστα περισσότερο άδειο:

[…] Ο ποιητής, λοιπόν, κατά τον Ανδρέα Γεωργαλλίδη, βουτηγμένος στη σιωπή επιχειρεί συνεχώς και συνειδητά την αναδιατύπωση του αρρήτου. Επιχειρεί, με άλλα λόγια, να καταγράψει μια εύθραυστη αλήθεια που βρίσκεται πάντα πίσω από το σιωπηρό μυστήριο ή το κενό αίνιγμα που κανείς δεν έλυσε και η οποία καταλήγει να γίνει η δημιουργική πνοή, το έναυσμα για να ανακαλύψουμε την ουσία της ύπαρξης μας· αυτή την ουσία που διαρκώς διαφεύγει, μεταλλάσσεται και παραμένει τελικά το ζητούμενο […]

Νικολαΐδης, Π., «Το κενό-καινό σκοτάδι της ποίησης: Ανδρέας Γεωργαλλίδης, ελάχιστα περισσότερο άδειο», διόραμα (2018), σ.133-140.

Γράφει ο P. Read για το έργο ελάχιστα περισσότερο άδειο:

[…] Entremêlant interrogations incertaines, intuitions intermittentes, aperçus momentanés, Andreas Georgallides aborde ici avec grande finesse le caractère provisoire du monde matériel et l’instabilité de toute identité individuelle. Une blancheur silencieuse suggère, toutefois, la lueur d’une philosophie fragile, d’une spiritualité ténue. La plume précise du poète multiplie les associations d’images, de couleurs et de mots inattendus, qui embellissent la formulation d’observations astucieuses concernant, par exemple, la prolifération d’hypothèses contestables et d’objets inutiles. Voici aussi, présence récurrente et ironiquement nostalgique, un jeune homme studieux, en dialogue avec Brentano et Husserl, qui sillonne la Rive gauche et salue un penseur imposant, élevé sur un piédestal. Une soif de vérité persiste jusqu’au temps présent et il en résulte une suite d’inscriptions lapidaires, telles des vestiges d’une époque révolue, qui fixe déjà une certaine attitude, en attendant le déchiffrement que proposeront les philologues futurs […]


Γράφει ο S. Thomas για το έργο ελάχιστα περισσότερο άδειο:

[…] This unique collection of ‘anti-lines’ is a cause for celebration. Georgallides is a genuine original and he has created a poetics of abstraction that is unlike anything you might expect to encounter in contemporary writing. The lines here are intensely intimate yet wildly expansive, deeply learned yet strikingly immediate. barely more empty is a rare achievement — a work that both demands and rewards repeated contemplation. It is mysterious, wise, moving and endlessly suggestive. It demonstrates a profound technical understanding (and love) of language, while at the same time recognising (and surrendering to) its limits […]

Γράφει ο Γ. Μύαρης για το έργο ελάχιστα περισσότερο άδειο:

[…] Δύσκολη και απαιτητική η συνύπαρξη φιλοσοφίας και ποίησης. Δύο θεότητες που μπορούν σ’ ένα ποιητή να δώσουν την αθανασία, αλλά δύνανται και να τον ρίξουν στο βάραθρο, καταματωμένο και άδοξο.

Την εύνοια των θεοτήτων επιζητά να αποσπάσει η ποιητική συλλογή «ελάχιστα περισσότερο άδειο» (εκδόσεις Ίαμβος 2018) που προστέθηκε πρόσφατα στο δύσβατο ποιητικό πεδίο. Η συλλογή αποτελεί πόνημα του ποιητή που ακούει στο όνομα Ανδρέας Γεωργαλλίδης και ο οποίος με ευγένεια και ευψυχία για έβδομη φορά καταθέτει δείγμα «αντι-ποίησης».

Συνυφαίνοντας την αφαιρετική εικονοποιεία με την εσωτερική μουσική των αντι-στίχων και τη λεκτική λιτότητα, ο ποιητής «ως ψαράς μιας στεγνής θάλασσας», όπως γράφει σε ποίημα, αλιεύει συναισθήματα, ενθυμίσεις, ανακλήσεις φιλοσοφιών ευδόκιμων επεξεργασιών, ευφρόσυνες πνευματικές συγκινήσεις σαν πλανητικές στάλες αλήθειας και περίσκεψης στον καύσωνα του 21ου αιώνα. Έμμεσες πλην ευδιάκριτες γίνονται οι κοινωνικές αναφορές της ποιητικής του Γεωργαλλίδη («η σιωπή/ δεν μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό της [mezzo piano]», «η ανακατανομή του άδειου/και ο πλούτος της έννοιας της έννοιας/ του ασθενούς τίποτα», «αίσθηση/ υπηρετώντας το χάος προσευχήθηκα σε μια τρικυμία»). Συνυπάρχουν με αναφορές σε πρόσωπα και θεωρίες της Επιστήμης, της Επιστημολογίας, της Φιλοσοφίας.

Οι αντι-στίχοι, παρά την επιγραμματικότητα, διαθέτουν βάθος και βάρος ειδικό. Ο ίδιος ο δημιουργός σημειώνει, μεταξύ άλλων: «Αυτό το βιβλίο αποτελείται από μετρημένες λέξεις, οι οποίες δεν κατόρθωσαν να συναντηθούν σε στίχους ενός ποιήματος, στίχους που να μιλούν αληθινά για τον εαυτό τους». Προτρέπει, τρόπον τινα, τον αναγνώστη: «οι αντι-στίχοι του βιβλίου αυτού δεν φιλοδοξούν την κατανόησή τους και δεν διεκδικούν καμιά φιλοξενία στο χώρο του νοήματος». Κι αυτή η σκέψη αποτελεί την αφετηρία μιας ειδικής πνευματικής παρέμβασης στα κοινωνικά και επιστημονικά συντελούμενα γεγονότα. Συνεχίζει μέχρι την υπαρξιακή εξατομίκευση του συλλογισμού: «Αφού ο αναγνώστης αναγνωρίσει αυτήν την ανυποχώρητη ιδιαιτερότητα, είναι δυνατό να υποψιαστεί πως μπορεί να δραπετεύσει αμετανόητα από εκείνο το άπειρο δάσος των θολών σκιών του Είναι» […]

Πηγή: Σχόλιο για την ποιητική συλλογή “ελάχιστα περισσότερο άδειο” του Ανδρέα Γεωργαλλίδη

Γράφει ο S. Evangelou για το έργο ελάχιστα περισσότερο άδειο:

Le fait que ce livre, d’après le poète, se compose des mots dispersés qui n’ont pas réussi de se retrouver parmi des vers d’un seul poème dégage la difficulté d’une traduction d’une langue à une autre sans s’éloigner du style particulier de l’poète. Ces mots dispersés ou bien les « anti-vers » comme le poète les caractérise ne pourraient pas se retrouver dans un poème mais, moi en tant que traducteur, j’ai pu voir une continuité parmi ces « anti-vers ». Cette continuité devra être conservée dans la traduction et c’est en ce point que j’ai rencontré des difficultés particulières. Andreas Georgalides a utilisé du lexique bien « extrême » qui m’a provoqué de trouver des termes équivalents en français pour que je puisse dévoiler auprès les lecteurs la puissance de ces « anti-vers » et leur influence dans le psychisme humain. Cela est un constat que Dr. Angelos Evangelou a également écrit dans la préface du traducteur de l’édition anglaise de ce livre.

L’emploi du préfixe αντί (anti-) par le poète pour qu’il montre, peut-être, une antithèse était difficilement traduite. Même s’il y a le préfixe anti- en français il y avait des fois où j’utilisais le mot contre parce que cela était plus cohérent (« contre-chant », « contre-mots »). On dit que la traduction ne doit pas se faire mot-à-mot mais il y avait des fois où cela était inévitable, car à ces fois-là la traduction mot-à-mot était la plus appropriée.

Le poète a attribué de la voix au silence ou de la couleur au sombre ou vice-versa. Il parle du silence la plus silencieux. Il crée des images d’ombres qui déplacent d’autres ombres. Il parle des ombres muettes. Toutes les images (et les anti-images), créées par l’écriture de Georgalides, me semblaient être un défi pour moi à les traduire. J’ai essayé de trouver des mots pour que je projette ces images et anti-images au lecteur comme le poète le fait.

Toutes ces images surréalistes se semblent exister en réalité, grâce au poète qui nous convainc que ce sont des images d’une vie quotidienne ou des images qu’il a vues quelque part (« la lumière qui glisse »). Le poète combine la vie réelle et des choses concrètes (« un café froid sur la Place de la Sorbonne ») avec des choses abstraites (« un terrain dans l’air se brûlant à l’envers ») De cette façon, nous pouvons voir que la dimension abstraite et la dimension concrète ont la possibilité de coexister dans un espace et dans un temps donnés.

Το Πιάνο Κόπασε 

Γράφει ο Γ. Θεοδωρόπουλος για το έργο Το Πιάνο Κόπασε:

[…] Οι λέξεις και η σιωπή του «ποιητή του κενού» (όπως έχει χαρακτηρισθεί από Άγγλους κριτικούς) ακουμπούν τους ήχους των πλήκτρων του πιάνου δημιουργώντας μια σύνθεση η οποία τείνει να δραπετεύσει από τις αρμονίες του ήχου αλλά και της κλασικής σιωπής.

Για άλλη μια φορά βιώνω τη κατάρα της ανημποριάς να περιγράψω, να εξηγήσω, να καπηλευτώ θεωρίες και παραθεωρίες της Λογοτεχνίας την οποία θέλω να πιστεύω ότι υπηρέτησα περισσότερο από σαράντα χρόνια ενεργά. Δεν θα ακολουθήσω τη λογική κριτικών όπως του Γιάννη Θεοχαράκη, του Νίκου Ευαγγελόπουλου, του Δρ. Γιώργου Ζήκα, του Ιωάννη Γκλένη, και του Δρ. Δήμου Αργυρού οι οποίοι για να στηρίξουν τη δουλεία του ποιητή επικαλούνται λογοτεχνικά ρεύματα. Θα αναφέρω δωρικά τούτο: O κος Γεωργαλλίδης δεν επιχειρεί να μας υποδείξει τα μυστικά της ποίησης τα οποία βρίσκονται πίσω από κλειστές πόρτες αλλά εάν κάνει κάτι αυτό περιορίζεται στην αυτονόητη υπενθύμιση πως υπάρχουν πόρτες κλειστές τις οποίες μπορεί κανείς να ανοίξει με κάποιο τρόπο, να εισέλθει και να παρατηρήσει όσα ο ίδιος μπορεί και επιθυμεί. Δεν κατεδαφίζει με τους στίχους του αλλά γράφει ως εάν να συγυρίζει πράγματα με τις σκιές των λέξεων.

Αυτό το οποίο με εντυπωσιάζει είναι πως ο ποιητής με ένα ποτήρι μελάνι καταφέρνει να μετρήσει τη νοηματοδοτημένη σιωπή του […]

Γράφει ο Γ. Μύαρης για το έργο Το Πιάνο Κόπασε:

[…] Ο «τόπος» της ποιητικής τέχνης του Ανδρέα Γεωργαλλίδη ανιχνεύεται στην Εδέμ της Φιλοσοφίας, τόπος δυνάμει εχθρικός προς κάθε νοητικό φραγμό, αισθητικό ή και εξουσιαστικό προπατορικό αμάρτημα. Το παιχνίδι των αλλοτριωμένων υποκειμένων και σημασιών τον γοητεύει και η υπονόμευση των α-νοησιών στο επιστημονικό και το κοινωνικό πεδίο τον συναρπάζει.

Άλλοτε συνωμοτεί με στοχαστική αποστασιοποίηση ενάντια στο δεδομένο κοινό γούστο. Άλλοτε πυροδοτεί με νεολογισμούς και υπερπραγματικές εικόνες την ανατροπή στο λεκτικό φορτίο και στη νοηματοδότηση του σύμπαντος κόσμου, προχωρώντας ακόμη και στα έγκατα του ερωτικού πόθου [«Αντισεισμώ τις δονήσεις», «Έτσι», «Πλην όσων είπα», «Η σκιά του καθρέφτη», «Σημειώσεις», «Μεταξύ θάλασσας και ουρανού», «Θεέ της», ♫ , «Εύθραυστα σώματα», «Άστεγος»].

Ως δημιουργός και σκεπτόμενος πολίτης συνομιλεί με την αμφισβήτηση τετριμμένων νοοτροπιών και δράσεων, με την αντικατάσταση κατεστημένων καλλιτεχνικών «προτύπων», φιλολογικών ψιμυθίων, βεβαιοτήτων της επιστήμης και της φιλοσοφίας [«Σε μη λογικό χώρο» , «Αφιλόξενες θάλασσες», «Πρόσκληση», «Αιάντιος γέλως»].

Στην αφαιρετική τεχνική της ποίησης του Α. Γεωργαλλίδη συντελείται ο εναγκαλισμός μουσικότητας, λιτού στίχου και απρόβλεπτης εικόνας. Νοτίζουν όλα αυτά από τη φαντασία του ποιητή, μα ασφυκτιούν χωρίς τον εξάγγελο των εμπνεύσεων τίτλο του ποιήματος. Ακριβώς ο τίτλος στην αυθεντική λειτουργία του («Φασματικές τιμές», «Μια θ ά λ α σ σ α κομμάτια», «Η σκιά του καθρέφτη» ) ρυθμίζει τη δυναμική των εικόνων, ενισχύει τον εσωτερικό ρυθμό των στίχων και κάνει το ρέον μικροσύμπαν των λέξεων και των ήχων να εκβάλλει στην πολυσήμαντη σιωπή. Χάρη σ’ αυτά η κρυπτικότητα ως ακρογωνιαίος λίθος της ποιητικής του τέχνης συνομιλεί με την αλληλοπεριχώρηση επιστημονικού και αισθητικού ή «λογικού» και «παράλογου», με τη σιβυλλική έκλαμψη της σκοτεινότητας [«Ενόραση», «Σπασμένα μη-λογικά χρώματα»].

Το έργο αυτό ως πνευματικό γεγονός εξακτινώνεται σε πολλές κατευθύνσεις: Ο χρόνος, ο ιστορημένος και ο υποκειμενικός, βιώνεται ως απώλεια. Η απομάκρυνση από ανασφάλειες και παίγνια της νεότητας είναι βασική διεκδίκηση. Η καθημερινή φθορά ως αιωρούμενη σκόνη, καθώς διεισδύει στον κλειστό κόσμο των συναισθημάτων και στον ανοικτό των δια-νοητικών και των διαδικτυακών διαμεσολαβήσεων. Το προσπέρασμα των ψευδαισθήσεων και το συναπάντημα με την αμφιβολία για το τέλειο, το ρυθμιστικό, το αμετάβλητο στο σώμα της κοινωνίας και της φύσης [«Κόκκινο δάσος».] Φυσικά φαινόμενα μοιάζουν λαγούμια υπονόμευσης στη ροή της ύπαρξης και στο «Φάντασμα του είναι». Γι’ αυτό και στην επαγωγική απλούστευση των «Άστατων χρωμάτων» φωλιάζει ο στίχος «δε χιονίζει πια το καλοκαίρι».

Ο φόβος των πανταχηκίνητων ψυχικών διαθέσεων και καταστάσεων δυναστεύει τους αφιλοσόφητους ανθρώπους. Αλλά απελευθερώνει τις «οριακές αντοχές» ή ευτυχώς τιθασεύεται από τον ζωοδότη έρωτα και την αγάπη […]

Πηγή: Ανδρέας Γεωργαλλίδης, “Το Πιάνο Κόπασε”

Γράφει ο Γ. Ηλιόπουλος για το έργο Το Πιάνο Κόπασε: 

[…] Ο Α. Γεωργαλλίδης μέσα από το έργο αυτό επιτυγχάνει να εισαγάγει τη Θεωρία του ποιητικού Χάους παροτρύνοντας μας να σκεφτούμε τη συμπεριφορά ορισμένων μη γραμμικών δυναμικών γλωσσικών συστημάτων κάτι ανάλογο με το ‘φαινόμενο της πεταλούδας’ το οποίο στηρίζεται στο ερώτημα εάν το χτύπημα των φτερών μιας πεταλούδας στη Βραζιλία, μπορεί να προκαλέσει έναν τυφώνα στο Τέξας. Με όρους της ποίησης αυτό θα μπορούσε να τεθεί ως εξής: μπορεί ένα ποιητικό περιβάλλον – μια ποιητική κατάσταση συστήματος να προκαλέσει μια αλυσίδα ποιητικών γεγονότων ώστε να οδηγήσουν σε μιας μεγάλης αισθητικής κλίμακας φαινόμενα; Αυτό αποτελεί ένα απόηχο του Edward Lorenz ο οποίος θα μπορούσε να συνοψιστεί ως εξής: Το ποιητικό παρόν καθορίζει το ποιητικό μέλλον, αλλά η προσέγγιση του ποιητικού παρόντος δεν προσδιορίζει κατά προσέγγιση το ποιητικό μέλλον. Αυτή η χαοτική ποιητική συμπεριφορά στην ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη μοιάζει με συμπεριφορά των τεκτονικών πλακών. Μια ξαφνική αισθητή ανατάραξη της επιφάνειας ενός ουράνιου σώματος ― μια ξαφνική απελευθέρωση συσσωρευμένης ενέργειας στο φλοιό της Γης όπου τα σεισμικά κύματα μπορούν να διαδοθούν στο φλοιό με ταλαντώσεις των πετρωμάτων, από το γλύστρημα ενός παγετώνα ή από μια έκρηξη. Ο ποιητής Α. Γεωργαλλίδης καταφέρνει να σπρώξει τον αναγνώστη του να δημιουργήσει ένα τεχνητό ποιητικό σεισμό. Αυτό προϋποθέτει πως ο αναγνώστης θα πρέπει να βιώσει την ταλάντωση των ποιητικών σεισμικών κυμάτων. Ένας επαναπροσδιορισμός του φωτός και του σκότους – μια επαναδιαπραγμάτευση του χρώματος και των σκιών.

Η ενασχόληση μου με τα χρώματα και η όλη μου ευαισθησία με το φως, τις σκιές και το σκοτάδι με σπρώχνουν πολλές φορές να αναπτύσσω διαλόγους κυρίως με τα έργα των De Chirico, Ernst, Klee, Man Ray, Masson, Picasso, Pierre Roy, Yves Tanguy, Marcal Dycham, Francis Picabia και Rene Magritte. Όλη τη θεωρία του χρώματος και τις τεχνικές τις οποίες έχω συναντήσει στους παραπάνω ζωγράφους τις συναντώ συχνά και στην ποίηση από την οποία εμπνέομαι για να ζωγραφίσω. Ο Α. Γεωργαλλίδης είναι ένας ποιητής ο οποίος μου αναθέρμανε πρόσφατα τη θεωρία μου για το χρώμα. Στίχοι με περισσότερες σκιές από τις φασματικές δυνατότητες τις οποίες μπορεί να δώσει ένα χρώμα – έτσι οι σκιές του ποιητικομαγνητικού φάσματος των λέξεων του ποιητή συναντούν τα χρώματα του ζωγράφου. Ένα φάσμα το οποίο εκτίνεται από τα ποιητικά ραδιοκύματα μέχρι τις ποιητικές ακτίνες γ […]

Πηγή: Τα Richter στην ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη

Γράφει ο Ν. Τσαμανής για το έργο Το Πιάνο Κόπασε:

[…] Προσαρμόζοντας τους όρους της κβαντικής φυσικής στο χώρο της ποίησης θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπό την κλασική έννοια του εντελώς άδειου χώρου, το ποιητικό κενό δεν μπορεί να υπάρξει στο εσωτερικό της ύλης του. Το ποιητικό γλωσσικό στοιχείο είναι στο μεγαλύτερο του ποσοστό (όχι σε όλο) κενός ποιητικός χώρος. Επιπρόσθετα, στην ποιητική κβαντική μηχανική τα ποιητικά γλωσσικά στοιχεία δεν αντιστοιχούν απολύτως σε καθορισμένες θέσεις και μεγέθη, δεν είναι σημεία τα οποία υποδεικνύουν ένα συγκεκριμένο ποιητικό χώρο. Αντίθετα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ποιητικά γλωσσικά στοιχεία απλώνονται σε ολόκληρο τον ποιητικό χώρο με μια ορισμένη πιθανότητα να εντοπιστούν σε οποιοδήποτε σημείο του. Επομένως, δεν μπορούμε να αναφερόμαστε σε απόλυτα κενές ποιητικές περιοχές – περιοχές απόλυτης σιωπής όπως αναφέρονται σε άρθρα τους ο Δρ. Δήμος Αργυρίου και ο Γιάννης Θεοχαράκης κάνοντας λόγο για την ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη.

Από την άλλη, η μέση μηχανική των λέξεων αυτού του είδους ποίησης – της ποίησης του Α. Γεωργαλλίδη, συγκρούεται με τον εαυτό της σπρώχνοντας τα πράγματα σε μια κατάσταση κενού το οποίο θα μπορούσαμε να ονομάζουμε υψηλό ποιητικό κενό (το 1963 ο Torricelli υποστήριξε την έννοια του κενού). Ένας εύκολος τρόπος να δημιουργήσει κανείς τεχνητό ποιητικό κενό κάτι το οποίο δεν κάνει ο ποιητής Α. Γεωργαλλίδης, είναι να υποδυθεί την αφαίρεση (υπό συνθήκες) με ένα ελαφρύ τρόπο ώστε το περιεχόμενο του έργου να κατευθύνει τα πράγματα. Με βάση τους αντισυμβατικούς νόμους της ποίησης θα μπορούσαμε να πούμε πως ένα έργο με χαμηλό ποιητικό κενό κατέχει ποιητικά γλωσσικά στοιχεία που αντιδρούν μεταξύ τους και ωθούν τα γειτονικά τους σε μια κίνηση απλής ποιητικής ροής. Ενώ ένα έργο με υψηλό ποιητικό κενό, όπως είναι η ποιητική δουλεία του Α. Γεωργαλλίδη, κατέχει ποιητικά γλωσσικά στοιχεία που αντιδρούν μεταξύ τους με αποτέλεσμα να προσβλέπουν σε ένα είδος υψηλής ποιητικής ροής […]

 Χρώματα Απέναντι

Γράφει ο S. Thomas για το έργο χρώματα απέναντι:

[…] This unusual new collection of “philosophical” poetry from Andreas Georgallides combines Wittgensteinian logic with an almost romantic sensibility. It is challenging and acceptable, mysteriously opaque yet rigorously precise. What is more, the various translations on offer here (a unique and commendable endeavour) make this a truly international work […]

Γράφει ο Γ. Θεοχαράκης για το έργο Χρώματα Απέναντι:

[…] Ο ποιητής τόλμησε να αφήσει ελάχιστο μελάνι στο χαρτί χωρίς να το καταχραστεί δείχνοντας με μαεστρία τη συνάντηση του λόγου και της σιωπής σε μερικές μόνο σελίδες. Κλειδώνει και ξεκλειδώνει με την ποίηση τις θύρες της σκέψεις αλλά αρνείται μέσα από το έργο του να συμφιλιωθεί με το διδακτισμό και το θόρυβο της εποχής. Ατάραχο το έργο του δεν φιλοδοξεί αλλά προϋποθέτει τα κρίσιμα συστατικά τα οποία θα συνθέσουν το χρώμα της απόδρασης από ψευδολογισμούς και «δηλαδή». Μοιραία αγγίζεται από κριτικούς αφού το έργο του έχει ως προαπαιτούμενα την αληθινή εμβάθυνση των εννοιών μέσα από το πρίσμα μιας φιλοσοφικής διάθεσης. Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να μην προσπεράσουμε την περίπτωση και να εγκύψουμε στο έργο αυτό. Την ίδια άποψη εξέφρασε και ο Dr Samuel Thomas (καθηγητής του Πανεπιστημίου Durham) καθώς επίσης και ο Dr Ali Rahimi (καθηγητής του Πανεπιστημίου Kashan) […]

Γράφει ο Γ. Καραντώνης για το έργο Χρώματα Απέναντι:

Δύο παρατηρήσεις είναι αναγκαίες σχετικά με τη γλώσσα του ποιητή. Η πρώτη αφορά τη χρησιμοποίηση πολλών λέξεων που προέρχονται από το φυσικομαθηματικό χώρο, σε βαθμό που θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι έχει σπουδάσει θετικές επιστήμες. Η δεύτερη έχει να κάνει με τη δημιουργία από τον ποιητή πολλών νεολογισμών και σύνθετων λέξεων, καθώς και το ότι μεταχειρίζεται συχνά σπάνιες και δυσεύρετες λέξεις, συνήθως με φυσικομαθηματική προέλευση επίσης. Όλα αυτά συντελούν ώστε τα ποιήματα του Ανδρέα Γεωργαλλίδη να θυμίζουν αρκετές φορές μικρά πορίσματα, μικρά αποδειχτικά κείμενα που καταλήγουν σε κάποια λογικά συμπεράσματα, με σχέσεις αιτιών και αιτιατών. Ίσως γι’ αυτό το λόγο προσωπικά προτιμώ τα μικρά επιγραμματικά ποιήματα του ποιητή, που συμπυκνώνουν καλύτερα τη φιλοσοφία και τον τρόπο θέασης του ποιητή.

Καραντώνης, Γ., «Για την ποίηση του Ανδρέα Γεωργαλλίδη», Ομπρέλα (2008), 83, σ.43.

Γράφει η Κ. Τσιτσεκλή για το έργο Χρώματα Απέναντι:

[…] Η ποιητική συλλογή «Χρώματα Απέναντι» του Ανδρέα Γεωργαλλίδη είναι ένα μεγάλο ποίημα που σκόρπισε σε στίχους θραύσματα, όπως τα χρώματα που ζωγραφίζει ο ποιητής με τις λέξεις του, τα χρώματα ενός εσωτερικού ηλιοβασιλέματος ή καλύτερα μιας εκθαμβωτικής ανατολής. Οι στίχοι θαρρείς ταιριάζουν και κουμπώνουν μεταξύ τους δημιουργώντας ένα μήνυμα, διαγράφοντας μια μορφή, εκδηλώνοντας μια επιθυμία. Ο αναγνώστης καλείται να περισυλλέξει αυτό το παζλ των λέξεων, να αποκαλύψει το μύχιο τους μήνυμα, να βαδίσει με γνώμονα τις λέξεις για να χαρτογραφήσει την ψυχή του ποιητή, να ανασυνθέσει το ποίημα. Κλειδιά του για να ακολουθήσει τον ποιητή είναι ο έρωτας, η απουσία, οι αναμνήσεις, η συγκίνηση, η μουσική των λέξεων.

Ο ποιητής γκρεμίζει τον ουρανό για να αποκαλύψει έναν άλλο με περισσότερο γαλάζιο, επινοεί μια Πέμπτη εποχή. Αφήνει τη σιωπή απέναντι, για να ταξιδέψει εκεί που το πιάνο βυθίζεται, εκεί που η σιωπή τραγουδάει και τα χρώματα σχηματίζουν το περίγραμμα προσώπου αγαπημένου. Ακολουθεί τον ήχο μιας εσωτερικής μουσικής, το μονοπάτι που είναι γνωστό σε όλους τους ποιητές, το μονοπάτι των αναμνήσεων. Είναι μεγάλο το ταξίδι για να φθάσει εκεί, σε αυτό τον τόπο αλλού, στο τέλος του χρόνου, στο τέλος των συμβάσεων, για να ακούσει το βουβό κονσέρτο, για να συναντήσει τη μούσα. Πηγαίνει εκεί χωρίς αποσκευές, αφήνει πίσω του ατακτοποίητα γεγονότα, ώστε επίλογος να μην υπάρχει … Σκοπός του ταξιδιού είναι να παραδώσει ένα ανεπίδοτο γράμμα, να ανοίξει ένα παράθυρο για να ατενίσει από εκεί το όραμα. Αποστέλλω λοιπόν ένα παράθυρο κενού στη σιωπή της σιωπής, θα πει. Ω, ναι! Είναι δύσκολο. Ο ποιητής κέρδισε επάξια το περιθώριό του για να φιλοξενηθεί στο χώρο.

Ο ποιητής ανταμώνει εκεί τη βαθύτερη αλήθεια του. Δεν υπάρχει πια χρόνος, δεν υπάρχουν μεταμφιέσεις, λογικά χρώματα σε τούτο το φως, υπάρχουν μόνο δυο σκιές ζωγραφισμένες του ίδιου μη λογικού χρώματος. Βλέπεις ένα άλλο γαλάζιο, κοιτάζει το φως στα μάτια, η αγάπη γίνεται ουρανός. Συμμετέχει σε αυτή τη βουβή κοσμική μελωδία που είναι πάντα εκεί και ωστόσο μόνο τις στιγμές της έμπνευσης ακούει. Νιώθει σολίστας χωρίς θεατές της κοσμικής μελωδίας. Εκεί προσκαλεί την αγαπημένη για να ακυρώσει σιωπηρές αρνήσεις, για να της κοινωνήσει τη βαθύτερη αλήθεια του. Αν ήξερα το σχήμα του ουρανού θα σε ζωγράφιζα με χρώματα γαλάζια, θα της πει, και παρακάτω θα αναρωτηθεί: γιατί κανένας ήλιος δεν έγινε υπηρέτης των ματιών σου. Προσπαθεί να αναμεταδώσει στον αναγνώστη αυτή τη θεϊκή ανατριχίλα που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το άγγιγμα της μούσας. Άλλοτε νιώθει άτρωτος και άλλοτε οι λέξεις, τα εργαλεία του, τον προδίδουν και παραμένει αδύναμος: Ας προσπαθήσει ο παραλήπτης να αναγνώσει τούτη τη λευκή σελίδα και με υπομονή να μετρήσει τις τόσες ανύπαρκτες λέξεις της, θα πει. Αλλά και ποιος ποιητής, και ποιος δημιουργός δεν αισθάνθηκε την ίδια αδυναμία όταν η στιγμή της μέθεξης έχει χαθεί, όταν ακόμα θαμπωμένος από την πανδαισία των χρωμάτων, από την αρμονία της συμπαντικής μουσικής, προσπαθεί να αναπαραγάγει έστω και ένα ελάχιστο κάτι από όσα έχει δει και αισθανθεί; Πόσο φτωχές φαίνονται τότε οι λέξεις, οι λέξεις που ως εκείνη τη στιγμή εμφάνιζαν το πλήρες νόημά τους, την εσωτερική αλήθεια τους. Ο Γεωργαλλίδης επιστρατεύει με σιγουριά, μια τεχνική γραφής φειδωλή, αφαιρετική, που φλερτάρει με τον υπερρεαλισμό, όσον αφορά τη φαντασία και την εικόνα, χωρίς ωστόσο να ματαιώνει το νόημα. Γεμάτος αυτοσαρκασμό, λογοπαίγνια και αντιφάσεις – αφιερώνει την ποίηση του στη σιωπή της σιωπής – καταθέτει το προσωπικό ποιητικό στίγμα του. Ποίηση που θέλοντας να μιλήσει για το βαθύτερο και το ουσιαστικό περιφρονεί τις συμβάσεις και θυμίζει αντανάκλαση γραμμένης λέξης στον καθρέφτη, όπως τόσο ποιητικά είχε κάποτε ορίσει ο Νικόλας Κάλας την εικονική αναπαράσταση της αντι-λογικής κάποιων κειμένων.

Όταν η πραγματικότητα γίνεται ύφαλος που πάνω της κινδυνεύει να ναυαγήσει το όραμα του ποιητή, εκείνος καταφεύγει σε εκείνο τον τόπο αλλού που ίσως δεν είναι παρά ένα ιδανικό νησί, μια εξιδανικευμένη πατρίδα, του έρωτα των παθών και των πόθων.

Γράφει  ο Ali Rahimi για το έργο Χρώματα Απέναντι:

[…] Andreas Georgallides has made a marvellous use of literary elements and figures of speech to delve into the depth of human emotions. The effective choice of words with their connotations and denotations make his work intellectually motivating […]

Γράφει η Ζωή Τατάκη – Ιωσηφίδου για το έργο Χρώματα Απέναντι:

«Ανανεώνω

τις σιωπηρές μου συμβάσεις

διαγράφοντας τον ήχο.

Η σιωπή δεν παραφράζεται

όταν οι έννοιες

‘έχουν αληθινό βάθος».

Μ’ αυτούς τους στίχους ξεκινά το ταξίδι του Απέναντι στα Χρώματα ο ποιητής. Προσπαθώντας να μας μεταφέρει με έναν ιδιαίτερα δικό του τρόπο στον κόσμο της ενόρασης και του σκεπτικισμού. Στίχοι εξαιρετικά ολιγόστιχοι, μετουσιωμένοι σε πνευματική προσφορά που ερωτοτροπούν με το μοντερνισμό, χωρίς να χάνουν τίποτα απ’ το νόημά τους. Καλαίσθητη παρουσίαση, μεταφρασμένη σε πολλές γλώσσες που απαντά “στη σιωπή της σιωπής” και αρνείται τις μεταμφιέσεις […]

Τατάκη – Ιωσηφίδου, Ζ., «Χρώματα Απέναντι», Η Δεξαμενή (2009), 17-18, σ.232.

Γράφει ο Νίκος Φαληρέας για το έργο Χρώματα Απέναντι:

[…] Ο ποιητής βαθιά επηρεασμένος από τον Αυστριακό φιλόσοφο Βιτγκενστάιν μιμείται τα λόγια του: «Για όσα δεν μπορεί κάποιος να μιλά, θα πρέπει να σωπαίνει» [Wovon man nicht sprechen kann, darüber muss man scheweigen]. Έτσι σε κάθε ποίημα είναι δυνατό να συναντήσει κανείς λέξεις και σιωπή – σιωπή και λέξεις, στοιχεία τα οποία κατορθώνουν να συνθέσουν την ποιητική μεταγλώσσα της σιωπής. Αρκετό το μελάνι το οποίο δεν αφήνεται στο χαρτί και το λίγο αναλαμβάνει να γεφυρώσει τα όσα δεν γράφει ο ποιητής δικαιολογώντας έτσι και τον χαρακτηρισμό, τον οποίο του έχουν αποδώσει κριτικοί της λογοτεχνίας, τόσο στον βρετανικό χώρο όσο και σε άλλα μέρη της γης «Ο ποιητής του κενού». Στο έργο απουσιάζει εξ ολοκλήρου το φαίνεσαι και τη θέση του κατέχει το είναι και το αντι-είναι […]

Φαληρέας, Ν., «Ο ποιητής του κενού Α. ΓΕΩΡΓΑΛΛΙΔΗΣ», Ομπρέλα (2008), 83, σ.44.

Γράφει ο Α. Αποστολίδης για το έργο Χρώματα Απέναντι:

Δανειζόμενος ένα από τα βασικά αξιώματα της Κβαντικής Μηχανικής, την αρχή της απροσδιοριστίας του Werner Heisenberg, μου επιτρέπεται να μιλήσω – με όρους της ποίησης – για την αρχή της ποιητικής απροσδιοριστίας – μιαν ιδιαίτερη ποιητική αβεβαιότητα, με τη θετική έννοια του όρου, η οποία χαρακτηρίζει εξολοκλήρου την ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη. Η διάχυτη αφαίρεση στο έργο του ποιητή δεν μας επιτρέπει να απαιτήσουμε το νόημα των λέξεων – στίχων στο χώρο του κυριολεκτικού νοήματος και την ίδια στιγμή να φιλοδοξούμε την κατανόηση της έντασης αυτών. Αυτή η ποιητική απροσδιοριστία έχει να κάνει πιθανόν σε πρώτο επίπεδο με την προσωπική αντίληψη του ποιητή για τη φύση της γλώσσας και του νοήματος αλλά και σε ένα δεύτερο επίπεδο έχει επίσης να κάνει με την ανθρώπινη ανικανότητα να επιλύσει ζητήματα εξαιτίας μίας αληθινής σκοτεινής ιδιότητας από την οποία διακατέχεται το βασίλειο της Τέχνης.

Αποστολίδης, Α., «Η ποιητική απροσδιοριστία στην ποίηση του Ανδρέα Γεωργαλλίδη», Άνευ (2016), 59, σ.115-116.

Γράφει η Φ. Κολοσιάτου για το έργο Χρώματα Απέναντι:

[…] Το αδιέξοδο, ο υπαινιγμός και η φιλοσοφική αναζήτηση είναι έννοιες που χαρακτηρίζουν την ποίηση του. Θέματα όπως γνώση και άγνοια, ύπαρξη και ανυπαρξία, το απόλυτο και το είναι, προβάλλουν σε βαθμό καταλυτικό μέσα σε στίχους του, όπου η ύπαρξη του κενού προσδίδει μία διάσταση τραγικότητας και διάψευσης.

Χρησιμοποιεί έντονα σχήματα λόγου με παρομοιώσεις […] και δημιουργεί ένα προσωπικό λεξιλόγιο (π.χ. αδιαβροχώ, αχρωματώ κ.τ.λ., αδιαβροχώ στους διάφορους χειμώνες, αχρωματώ στον βυθό των ματιών σου), γίνεται δηλαδή γλωσσοπλάστης και δημιουργός εννοιών […]

Κολοσιάτου, Φ., «Χρώματα Απέναντι», Ομπρέλα (2008), 83, σ.42.

Γράφει ο Σ. Βασιλάκης για το έργο Χρώματα Απέναντι:

[…] Ο στίχος του είναι ακαριαία ελεύθερος και προκαλεί ρήξη στον κωδικοποιημένο τετριμμένο τρόπο σκέψης. Διακατέχεται από ένα εσωτερικό σκοτεινό συντακτικό ρυθμό εξαιτίας μιας άλογης σύλληψης των πραγμάτων όπως τα προσλαμβάνει. Προσφέρει εικόνες οι οποίες δεν μπορούν να αναχθούν σε κάποια μοδάτη λογική επεξεργασία αφού δεν αντανακλούν απαραίτητα τα δεδομένα της εμπειρίας αλλά είναι διευρυμένες από τη φαντασία, απροσποίητες, απειθάρχητες, φρέσκες και πρωτογέννητες οι οποίες διαστέλλουν το οπτικό μας πεδίο και μας δίνουν μιαν άλλη διάσταση των πραγμάτων. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ένα ιδιαίτερο γλωσσικό κώδικα (ο οποίος αφήνει περιθώρια για προβολές) με όρους οι οποίοι πολλές φορές ούτε αποκωδικοποιούνται ούτε αποσυμβολίζονται για χάρη μιας πληρέστερης κατανόησης του ποιητικού νοήματος. Η μεταφράστρια – κριτικός Κατερίνα Τσιτσεκλή αναφερόμενη σε άρθρο της για την ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη δηλώνει χαρακτηριστικά: «περιφρονεί τις συμβάσεις και θυμίζει αντανάκλαση γραμμένης λέξης στον καθρέφτη, όπως τόσο ποιητικά είχε κάποτε ορίσει ο Νικόλας Κάλας την εικονική αναπαράσταση της αντι-λογικής κάποιων κειμένων» […]

Όταν Βυθίζεται το Πιάνο

Γράφει ο Μ. Αποστολάτος για το έργο Όταν Βυθίζεται το Πιάνο:

Ο Ανδρέας Γεωργαλλίδης έχω την εντύπωση πως αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση όχι μόνο στη σύγχρονη λογοτεχνία της Κύπρου αλλά και στην ευρύτερη Ελληνική και εκτός συνόρων. Κυρίως γιατί τόλμησε να εκδώσει μία από τις συλλογές του σε ένα τόμο 250 σελίδων με ελάχιστες παράπλευρες απώλειες. Οι μεγάλοι ποιητές στο σύνολό τους πλην ελαχίστων εξαιρέσεων γνωρίζοντας ή διαισθανόμενοι τις παγίδες που κρύβει ένα τέτοιο εγχείρημα, απέφυγαν μια τέτοια περιπέτεια που θα νόθευε την τελειομανία τους. Ο Μ. Ελευθερίου σε συνέντευξη του που μου παραχώρησε πρόσφατα λέει: «Η τηλεγραφική, ας το πούμε έτσι, γραφή του ποιήματος, σε αναγκάζει να πεις πολλά πράγματα σε λίγους στίχους». Στα σεμινάρια ποίησης που διδάσκω μια 15ετία, συχνά αναφέρομαι στην οικονομία των λέξεων και την αξία της σιωπής που και ο ίδιος επισημαίνει σ’αυτή την πραγματικά αξιοσημείωτη ποιητική κατάθεση. Και φαίνεται πως συμφωνεί και στην πράξη, με την άποψη που θέλει τον ποιητικό λόγο ουσιώδη, μακριά από φλυαρίες, ένα λόγο όπου κάθε λέξη πρέπει να εκφράζει ευστόχως το περιεχόμενο, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις επεξηγηματικών στίχων και πλατυασμούς.

Ας δούμε κάποια παραδείγματα περί σιωπής και ως σημαινόμενο, στην πολυσέλιδη συλλογή του «Όταν βυθίζεται το Πιάνο», όπου εξάλλου η συχνή επανάληψη της παραπέμπει στην αναγκαιότητα μεθερμηνείας της ως βασικό άξονα ανάπτυξης της θεματικής του βιβλίου ή έστω ως ένα θεμελιακό λίθο δόμησης των ερεθισμάτων και εμπνεύσεων του:

Σελ.   70: Το φως εσωκλείεται στη σιωπή του

  »      74: … διακόπτομαι στη σιωπή σου

   »     108: Ταχυδρομώ το νου μου στο νησί της σιωπής

   »     136: Αβέβηλη η σιωπή

   »     186: Το φράγμα της σιωπής δίνει συνεχώς τη μάχη

   »     214: Το μελάνι χύνεται στο χαρτί / για να σκοτώσει / τη σιωπή των ματιών

   »     246: Η φωνή σου / τρίζει με τη σιωπή / και βουβαίνονται οι ρόλοι […]

Έχουμε λοιπόν την ουσία και την αφαιρετική λειτουργία του λόγου από τη μια, και τον καταιγισμό ποιημάτων – ευτυχώς, όχι μακροσκελών – από την άλλη, μια κατ’αντανάκλαση αντιφατικότητα, η οποία ωστόσο προσδίδει την πεμπτουσία της αισθητικής, όχι τόσο επειδή την εμπλουτίζει, αλλά γιατί εγκυμονεί τη γέννηση – έκρηξη του κόσμου του ποιητή, ωστόσο κόσμια, σε τόνους χαμηλούς, χωρίς ακρότητες. Όπως θα έλεγε και ο ίδιος, έτσι προκύπτει δια της έλξεως των αντιθέτων η ενότητα των, η κατάθεση – τοκετός, και στην προκειμένη περίπτωση η δημιουργία. Δημιουργία υπαρκτή αφού αν και πιέζεται από το βάρος τόσων σελίδων, ωστόσο λάμπει σαν μαργαριτάρι στο βυθό, κυλάει σε εκατοντάδες στίχους-ρυάκια κάτω από τον ολοφώτεινο ουρανό, στο γέρμα της άνοιξης, κελαρύζοντας τα συναισθήματα του στο επερχόμενο καλοκαίρι. Μοιάζει με την ένατη του Μπετόβεν, αναγγέλλοντας τη γέννηση ενός εξαιρετικού ποιητή που φαίνεται πως κουμαντάρει το βαρύ φορτίο του. Έστω και δύσκολα κέρδισε το στοίχημα της μεγάλης έντασης, των σελίδων-συμπληγάδων που ωστόσο γέμισαν έμπνευση, ξεπέρασαν την ανισότητά τους, επιβράβευσαν την τόλμη του ποιητή Γεωργαλλίδη […]

Αποστολάτος, Μ., «Ανδρέας Γεωργαλλίδης – Όταν βυθίζεται το πιάνο», Ακτή (2009), 78, σ.239-241.

Γράφει ο I. Glenis για το έργο Όταν Βυθίζεται το Πιάνο:

[…] When I first came across this collection of poems, I run through them randomly only to discover with an utmost delight the innate, true feelings of passion, love and happiness, of melancholy, sorrow and even rage or remorse that float vaguely between the lines. Away from the elusive labyrinths of void pompousness, these poems make us face the mirror of our own reality we so effectively learned to camouflage under the pretext of a busy life. In my second reading, there was no space for such absurd sensitivities, since I merely acted in my capacity as a translator, focusing more on the translated versions rather than the poems per se. Much as I satisfied my most profound atavistic instincts of curiosity on the translations though, I lost the quintessence of the original toil. Until, one of the following nights, I took again the book in my hands, finally this time as an amateur reader and started off to explore its depths, with the sole purpose of visiting another, more innocent world than the one I knew. There, as the words gradually unburden their secular meaning, I perceived the same, painfully familiar, experiences, the same patterns of mistakes and, indeed, the invariably same paths of regret […] The words used are from time to time harsh and too accurate, even unfriendly one might say, towards any poetic endeavour; yes, indeed they are but the outcome positively vindicates the risk taken. One can feel this piece of work as one’s own property and, at the bottom line, that is I think what art is all about […]

Γράφει ο Θανάσης Παπασωτηρίου για το έργο Όταν Βυθίζεται το Πιάνο:

Γράφει ο ποιητής:

Ο (έβδομος) στίχος

Στον έβδομο στίχο, γράφω την αλήθεια.

Δεύτερος στίχος

Τρίτος στίχος

Τέταρτος στίχος

Πέμπτος στίχος

Έκτος στίχος

Όγδοος στίχος

Σε ένα πρόσφατο κριτικό σημείωμα με τίτλο «Το υψηλό ποιητικό κενό στην ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη» ο Δρ. Νίκος Τσαμανής γράφει: «Σύγχρονες θεωρίες τείνουν να παρουσιάζουν τα ιδεατά ποιητικά στοιχεία της αφαίρεσης να εμφανίζονται με μια σκοτεινή ποιητική ενέργεια της οποίας η ταυτότητα είναι δύσκολα αναγνωρίσιμη αλλά αναγνωρίσιμη. Παρόλο που αυτή η σκοτεινή ποιητική ενέργεια δεν μας επιτρέπει να προσδοκούμε στη δυνατότητα δημιουργίας ενός απόλυτου ποιητικού κενού οι περισσότεροι σχολιαστές της δουλείας του Α. Γεωργαλλίδη ισχυρίζονται ένα απόλυτο ποιητικό κενό». Αν και ο Αριστοτέλης όσο και ο Καρτέσιος αρνήθηκαν ότι θα μπορούσε να υπάρχει κυριολεκτικά άδειος χώρος, είναι γεγονός πως η ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη επιχειρεί μέσα από το ποιητικό κενό υπό την έννοια μιας αυστηρής αφαίρεσης να αναδύσει ένα «ποιητικό ον». Το «μη ποιητικό ον» δίνει τη θέση του σε κάτι που υπάρχει. Υπάρχει χώρος για το κενό – ένας χώρος ο οποίος δεν προκαλεί κάτι – δεν εμποδίζει επίσης – αλλά επιτρέπει ειδικού τύπου διεργασίες μέσω μιας  ποιητικής μεταγωγιμότητας.

Οι λέξεις του κύπριου ποιητή λειτουργούν ως θεμελιώδη μετα-υποατομικά σωματίδια της ποιητικής ύλης. Οι ποιητικοί ατομικοί πυρήνες των λέξεων περιστρέφονται σε ομοεστιακές και μη συμπίπτουσες ενεργειακές τροχιές, όπως οι πλανήτες σε ένα ηλιακό σύστημα. Είναι αδύνατο να γνωρίζουμε την απόλυτη θέση αυτών των πυρήνων αφού ακολουθούν μια κραδασμική κίνηση. Κάθε σύνθετη κίνηση μπορεί να υποστεί ανασύνθεση από τις υπερπραγματικές αισθητικές συνιστώσες  της μέσα σε ένα εκτεταμένο απόλυτο γυμνό άπειρο. Αυτό αποτελεί ένα ποιητικό μοντέλο άκρως συμβατό με τις αρχές ενός ποιητικού γίγνεσθαι το οποίο εσωκλείει τη σκοτεινή ενέργεια ενός ποιητικού κενού. Σε κριτικό σημείωμα με τίτλο  «Τα Richter στην ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη και η Θεωρία του Χάους» ο Γιάννης Ηλιόπουλος αναφέρει: «Ο Α. Γεωργαλλίδης μέσα από το έργο του επιτυγχάνει να εισαγάγει τη Θεωρία του ποιητικού Χάους παροτρύνοντας μας να σκεφτούμε τη συμπεριφορά ορισμένων μη γραμμικών δυναμικών γλωσσικών συστημάτων κάτι ανάλογο με το ‘φαινόμενο της πεταλούδας’ το οποίο στηρίζεται στο ερώτημα εάν το χτύπημα των φτερών μιας πεταλούδας στη Βραζιλία, μπορεί να προκαλέσει έναν τυφώνα στο Τέξας». Λαμβάνοντας υπόψη τα λόγια του καθηγητής λογοτεχνίας του Πανεπιστήμιου Durham Dr Sam Thomas ο οποίος αναγνωρίζει ένα Βιτγκενστιανό είδος λογικής στην ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη θα έλεγα ότι έχει περισσότερο να κάνει με ένα «ποιητή της σκοτεινής ενέργειας» παρά με ένα «ποιητή του κενού» όπως κάποιοι τον έχουν χαρακτηρίσει.

Γράφει ο Michael Morris για το έργο From Theory to Mysticism. The Unclarity of the Notion ‘Object’ in Wittgenstein’s Tractatus:

Ever since the publication of Wittgenstein’s Tractatus, the nature of the objects which it takes to form the substance of the world has been in dispute. Some have argued that they are, in effect, sense-data, while others have denied this; some have argued that they include universals, while others have denied that they do; some have argued that the nature of objects is left deliberately indeterminate, pending future inquiry. In this new book, Andreas Georgallides brings a fresh approach to the problem, which is grounded in a thorough understanding of the issues, and proposes a novel solution. He argues that the nature of objects is left indeterminate in the Tractatus, but in a way which no future inquiry could resolve. This might seem to undermine Wittgenstein’s whole enterprise in the Tractatus, but Dr Georgallides ingeniously argues that this indeterminacy in fact furthers the work’s deeper purpose. This is an original and striking approach, which anyone interested in Wittgenstein would do well to engage with.

Michael Morris (Professor of Philosophy, University of Sussex)

Γράφει ο Max Cresswell για το έργο From Theory to Mysticism. The Unclarity of the Notion ‘Object’ in Wittgenstein’s Tractatus:

In this book Dr Georgallides addresses the notorious problem of the nature of the ‘objects’ introduced early in Wittgenstein’s ‘Tractatus’. Dr Georgallides shews how the nature of this problem can be illuminated by looking at the names which represent the objects in the language which is intended to picture the world. The result is a perceptive and scholarly discussion establishing just how and why Wittgenstein may have deliberately left the nature of these objects unclear.

Μax Cresswell (Emeritus Professor of Philosophy, Victoria University of Wellington)