Γαλάζης Λεωνίδας

DSC_4920

Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου με τη διατριβή Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925). Εργάζεται ως Επιθεωρητής Φιλολογικών Μαθημάτων στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Ματωμένα κοράλλια (1979), Ο λοιμός και άλλα ποιήματα (δίφυλλο, 1981), Ιατρική βεβαίωση (1982, Βραβείο Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου για έργο νέου λογοτέχνη), Στυφά κυδώνια (1988), Φωτηλασία (1999), Παραδαρμός εν αλφαβήτω (2007), Λοκριγκάνα (2010), Δοκιμές συγκολλήσεως (2013) και Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες (2016). Το 2010 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή Λοκριγκάνα. Εξέδωσε επίσης τις μελέτες-δοκίμια Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μόντη (2008), Κειμενικές διαθλάσεις (2012), Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (2012) και Κείμενα, τρόποι, σημασίες. Θέματα λογοτεχνίας (2018).

Τον Οκτώβριο του 2019 τιμήθηκε, για την προσφορά του στη λογοτεχνία και στον πολιτισμό, με το Χρυσό Μετάλλιο Μεγάλου Αλεξάνδρου και με Δίπλωμα Τιμής από τον Διεθνή Πολιτιστικό Οργανισμό για την Ανάπτυξη του Πνεύματος και της Τέχνης «Το Καφενείο των Ιδεών» (Σαλαμίνα-Ελλάδα) καθώς επίσης και με Έπαινο από τον Όμιλο για την UNESCO Πειραιώς και Νήσων (μέλους του Εκτελεστικού Συμβουλίου της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ομίλων και Συλλόγων UNESCO για την Ευρώπη και την Β. Αμερική).

Διετέλεσε πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου.

Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Κυπριακή Εστία και πρόεδρος του ΔΣ του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής.

Συνέντευξη (Εκπομπή Βιβλιοθεραπεία, ΡΙΚ)

Εργογραφία

Α. ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ

A1. ΠΟΙΗΣΗ

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Ματωμένα κοράλλια (1979), Ο λοιμός και άλλα ποιήματα (δίφυλλο, 1981), Ιατρική βεβαίωση (1982, Βραβείο Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου για έργο νέου λογοτέχνη), Στυφά κυδώνια (1988), Φωτηλασία (1999), Παραδαρμός εν αλφαβήτω (2007), Λοκριγκάνα (2010), Δοκιμές συγκολλήσεως (2013) και Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες (2016). Το 2010 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή Λοκριγκάνα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε Ανθολογίες στην Κύπρο, την Ελλάδα, την Ιταλία και τη Γαλλία.

Α2. ΜΕΛΕΤΗ-ΔΟΚΙΜΙΟ ΚΡΙΤΙΚΗ

Εξέδωσε τις μελέτες-δοκίμια Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μόντη (2008), Κειμενικές διαθλάσεις (2012), Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (2012) και Κείμενα, τρόποι, σημασίες. Θέματα λογοτεχνίας (2018). Μελέτες του και κριτικά σημειώματα έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς στα λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου, καθώς και στο περιοδικό Νέα Εστία.

Α3. ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΥΣ ΤΟΜΟΥΣ

Α3.1. Ποιητικές Ανθολογίες

Ποιήματά του ανθολογήθηκαν, μεταξύ άλλων στις Ανθολογίες: Ανθολογία Κυπρίων Ποιητών, Αθήνα, Ταξιδευτής, 2008. – Ώρες της Λευκωσίας στην ποίηση των Κυπρίων, Λευκωσία, 2000, τόμ. Β΄. – Οργής και Οδύνης Εκατόν Φωνές, Κύπρος, 2000. –Τα ποιήματα του 2010, Τα ποιήματα του 2013, Τα ποιήματα του 2016, Αθήνα, Κοινωνία των Δεκάτων. – Una foglia verde oro. Poesia cipriota contemporanea, Lecce, Argo, 2012. – Γι’ αυτά που θα ’πρεπε να φέγγουν, Λεμεσός, Ακτίς, 2015. – Σκοτεινή Ρίζα – Ανθολογία Λυρισμού, τόμ. Β΄ 1940-2000, Αθήνα, Παπαζήσης, 2016. – Uva di Cipro. Anthologia della giovane poesia greco-cipriota, Joker, 2014. –Anthologie de la poésie chypriote contemporaine, Editions Variations, 2016. – Αφιέρωμα «Η σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία», περ. Ένεκεν 43 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2017). – Νάτια Αναξαγόρου – Λευτέρης Παπαλεοντίου, Μες στους ανέμους τους κρυφούς. Βασίλης Μιχαηλίδης. Εικαστικές και ποιητικές προεκτάσεις, Λεμεσός, Δήμος Λεμεσού, 2018.

Α3.2. Πρακτικά Συνεδρίων

Εισηγήσεις του σε ημερίδες και συνέδρια, για θέματα λογοτεχνικής κριτικής δημοσιεύθηκαν στους συλλογικούς τόμους: Η ζωή και το έργο του Τεύκρου Ανθία, Λευκωσία, 2016 και Κυπριακή λογοτεχνία και κριτική, Λευκωσία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, 2017.

Α4. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ

Επιμελήθηκε τις εκδόσεις: Γιάννης Κατσούρης: Πολιτισμός υπόθεση ζωής, Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, 2012. – Κυπριακή λογοτεχνία και κριτική, Λευκωσία, Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, 2017. – Εκατό σονέτα Κυπρίων, Μικροφιλολογικά Τετράδια 20, Λευκωσία 2016, σελ. 60. Έρευνα – Επιλεγόμενα σε συνεργασία με τον Λ. Παπαλεοντίου.

Β. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΕΙΑ

Διετέλεσε μέλος της Κριτικής Επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας (2015-2017) και Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (2017-2018). Είναι μέλος της Επιτροπής για την ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας στο σχολείο και στην κοινωνία και μέλος του Συνδέσμου Φίλων Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Είναι μέλος της Συντακτικής Ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού Κυπριακή Εστία.

Δείγματα Γραφής

MEANING DEATH

Σ’ εκδρομικό σακίδιο κουβάλησε τα χέρια μου

Πολυδάχτυλα, πολυώνυμα, νεκρά χωρίς ποτάμι και πηγή

Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν νεκρά

Ήταν γυμνή και τα χέρια ήταν κλαδιά

Τα χέρια κάγκελα

Γυμνή πίσω απ’ τα κάγκελα

Γυμνή μέσα στο δάσος

Λίγος χώρος για να φυτέψει τα χέρια

Λίγος χώρος για να κλάψει γοερά και να μείνει γυμνή

Ώσπου να θυμηθεί το βράχο και το φίδι

Όμως ο χώρος δεν παραχωρείται

Και μια γυμνή γυναίκα ή αράχνη δεν πολέμα

Τελικά έσκαψε τάφο στην καρδιά της και τα φύτεψε.

CARMINA PARVA

I

Ένα ποντίκι ροκανίζει

μες στο κεφάλι-μου τα σύρματα.

Μήπως είν’ ο Θεός;

Κι αν είναι αυτός

προς τι η υπονόμευση;

ΙΙ

Άνοιξη που σε περίμενα και πώς σε περίμενα

πώς μου’ ρθες έτσι αγνώριστη

πώς μου’ ρθες έτσι αστόλιστη

πώς μου’ ρθες λαβωμένη;

ΙΙΙ

Προς ποίησιν

Ρόδο αιμοβόρο που φύτρωσες στο στήθος-μου

πόσο αίμα να σου δώσω;

IV

Περσεφόνη και Χάροντας

—Γυιέ-μου, μην παίρνεις τα παιδιά, μην παίρνεις τους λεβέντες

παίρνε τους γέρους που, οι άμοιροι, πονάνε κι υποφέρουν

—Να μην παίρνω τις όμορφες, μάνα, και τους λεβέντες

να μην παίρνω μικρά παιδιά, Χάροντας δε λογιέμαι.

V

Ζω σε μια ζούγκλα με θεριά

μ’ ανήμερα λιοντάρια και με φίδια.

Δαγκάνουν από εμέ, τον άμοιρο, και τρων

και στο σκοτάδι κρύβονται και πίσω από φτιασίδια.

VI

Ερωτικό

Αν ανοίξεις την καρδιά-μου

θα βρεις τα μάτια-σου

αν ανοίξεις τα χέρια-μου

θα βρεις τα καρφιά-σου.

VII

Επτάστιχο

Φύτρωσε ένα κυπαρίσσι στην καρδιά-μου

οι ρίζες-του διάβρωσαν το κορμί-μου

το κορμί-μου γέμισε πληγές

οι πληγές μένουν ανοιχτές χρόνια και χρόνια.

Ζητώ αίμα για να ζήσω

κι αυτοί ζητάνε προσφορές

να βάφουνε τους δρόμους.

28

Αινείας

Κάποτε είχα ένα σπιτικό

το έχτισα με τα ίδια μου τα χέρια

μπορούσα τις νύχτες να κοιμούμαι

χωρίς να φοβούμαι τα στοιχειά και τη βροχή.

Τώρα ξημεροβραδιάζομαι σε πορείες προς την Τροία

περπατώ με μια φωτογραφία στο χέρι

καπνίζω ασταμάτητα

γυρεύω ένα σημείο.

Πρέπει να ισορροπήσω πάνω σε μια κλωστή

μα δεν κουβαλώ το βάρος του κυρού μου μόνο

μ’ έχουν φορτώσει ξένα αμαρτήματα

πώς να μην σπάσει;

ΕΥΜΕΝΕΙΣ ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ

Στους υπερασπιστές της δημοκρατίας

Στα δεκαοχτώ σου, Μιχαλιό, φόρεσες το χακί.

Μαύρες ημέρες που αδερφός φαρμάκωνε αδερφό.

Γονατισμένα τα βουνά μπροστά στους στρατοδίκες

κι εσύ μια λεύκα λυγερή απροσκύνητη.

Ο Ύπνος ήρθε και σ’ αγκάλιασε πικρός.

Σε λόφους άδεντρους τα οστά σου

κι ο ήλιος να τα γλείφει σαν σκυλί.

Η μάνα σου μαράθηκε σκυφτή

πίσω από τ’ ανοιχτό παράθυρο.

«Έσβησε το φως μου, πάει

πέφτει το ρόδι σάπιο στην ποδιά μου.

Να κοιμηθώ

και την ψυχή να δένουν του παιδιού μου

δόλιες αράχνες;»

Μες στο σκοτάδι τα οστά σου φωσφορίζουν

σκορπισμένα εδώ κι εκεί, παλιέ μου φίλε.

Ροδοκόκκινα τη σάρκα μού καίνε τα οστά.

Βαριούνται και νυστάζουν οι Ερινύες

κι η ψυχή σου άραχλη πλανιέται

στα νοτισμένα δώματα του Άδη.

1993

Ι. ΠΕΡΙ ΠΟΛΕΩΣ ΑΦΑΝΙΣΜΟΥ Δ΄

Δωμάτιο με θέα.

Άγνωστος μεταξύ αγνώστων

Σ’ αυτή την πόλη

Που αγνοείς ακόμη τ’ όνομά της.

Ανοίγεις το παράθυρο

Και δεν βλέπεις παρά

Αλλεπάλληλα ανοιχτά παράθυρα.

Μόνο παράθυρα.

Αισθητή η απουσία ανθρώπων να κοιτάζουν απέναντι

Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα

Να θάψουν τ’ ανομήματα

Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες

Πίστεως και συμμορφώσεως

Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ

Ο υπέρ πίστεως ταχθείς

Την πόλη να λαμπρύνει

Να χτίσει τα παράθυρα,

Να κλείσει μια για πάντα τις καταπακτές.

ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ IV

«… ζωντανή, αιμάσσουσα πληγή,

πέτρινη πληγή

             που δεν τη γνωρίζουν τα μέταλλα…»

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, Δεύτερο γράμμα στη μητέρα, α’

 

Ο Ήφαιστος φοβόταν τη σκουριά κι ας μην τ’ ομολογούσε. Ήθελε πάντα να λάμπουν τα μέταλλα. Σαν τα βουνά τις πλάτες τους, τα στέρνα σαν αλώνια, λαγούς και πέρδικες στα πιάτα τους. Μερόνυχτα γλεντώντας. Και κείνος κουτσαίνοντας ανάμεσα στους γλεντοκόπους. Θεούς αχόρταγους, θεές υστερικές. Τις αποφάσεις σιγοψήνοντας σε σκουριασμένες χύτρες. Κι ας καίγονταν τα κλοτσοσκούφια τους. Ψάχναν οι κωμοδρόμοι στις γωνιές για παλιοσίδερα. Τις γλώσσες της φωτιάς και τα μάτια σας! Τις σπασμένες αρθρώσεις των ποιημάτων. Απ’ όπου το νερό δίχως οίκτο στο μεδούλι των στίχων διεισδύει. Τις σκουριασμένες ράβδους πυρακτώνοντας σιδήρου. Κι απ’ τη ρευστή τους μάζα θρόνοι, πύλες, κιγκλιδώματα, θώρακες, ασπίδες, χοντρές αλυσίδες. Έλικες, μαίανδροι, κισσοί. Από το πυρ του Ηράκλειτου και το ποτάμι της λάβας. Καρφιά για τον αμαρτωλό τιτάνα, σβάστικες, δρεπάνια και σφυριά της μισητής χειρωναξίας. Τους κωμοδρόμους σου στ’ αμόνι με τον βούρδουλα κι ας τους καπνίσει να σηκώσουν κεφάλι! Και μη μας λες πως «ἐλεύθερος οὒτις ἐστίν πλήν Διός». Είδαμε με τι πάθος κάρφωνες στον βράχο τον αιρετικό, κι ας καμωνόσουν τον ψυχοπονιάρη. Ακόμη και την τέχνη σου την πούλησες. Δεμένη χέρια-πόδια στο καράβι. Κι ας απεργούσαν οι σιδηρουργοί. Αυτό μας έλειπε! Να δίνουμε λογαριασμό στους κωμοδρόμους. Να τους αφήνουμε, λέει, να μιλούν χωρίς επιστασία! Σε τι μπελάδες θα μας έβαζε η νοσηρή τους φαντασία, τι πονοκέφαλος θα ήταν για τον Όλυμπο μια πιθανή τους ανταρσία.

ΤΕΧΝΟΥΡΓΟΙ ΣΠΑΝΙΩΝ ΚΟΣΜΗΜΑΤΩΝ

 

«Εσύ που ξέρεις, πες μας, τι γεύση έχει ο χρυσός;»

                                                           Dante Alighieri, Θεία Κωμωδία: Καθαρτήριο,

            Άσμα XX, στ. 116.

 

Ήξεραν, έλεγαν, τι γεύση έχει το χρυσάφι

οι τεχνουργοί των σπάνιων κοσμημάτων.

Πόσο λεπτεπίλεπτα στον πάγκο τα εργαλεία τους

τι νευρασθενικές οι ζυγαριές ακριβείας τους!

 

Εσύ, όμως, που πάλευες με τη σκουριά

ήξερες πως τίποτα δεν πουλούσαν καθαρό

της αλχημείας οι μάστορες και των κραμάτων.

Κι οι ζυγαριές τους δεν μπορούσαν να μιλήσουν…

 

Γι’ αυτό πουλούσαν ανενόχλητοι

άνθη λωτού κι υποσχέσεις σε κάνιστρα

ως υπεράνω πάσης υποψίας τεχνουργοί.

 

Ενώ εσύ που παίδευες τα ταπεινά σου μέταλλα με τη βαριά

δεν έμαθες ποτέ την τέχνη των περιστροφών

των ελιγμών, των λήρων, των φληναφημάτων.

ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ

 

«ἄλλη που ἐπιστήμη ἀνθρώπου καὶ λύρας»

                                                                Πλάτωνος, Φαίδων: 73D

 

Πρώτα ήρθαν οι άνθρωποι βιολιά και μας ταχτοποίησαν στις θέσεις μας. Μετά κατέβηκαν από την ορχήστρα οι άνθρωποι λύρες να μας αναπτερώσουν οι άνθρωποι κιθάρες να μας συγκινήσουν οι άνθρωποι σάλπιγγες να μας θυμίσουν τους εχθρούς οι άνθρωποι τρομπέτες να μας οξύνουν την ακοή οι άνθρωποι σαξόφωνα να μας ταξιδέψουν. Ξαφνικά οι άνθρωποι βιολιά έτρεχαν ξεκούρδιστοι στην πλατεία να μας σώσουν από τους ανθρώπους τύμπανα τους ανθρώπους μπαγκέτες τους ανθρώπους περίστροφα τους ανθρώπους σπαθιά. Μόνο ο μαέστρος μάς κοίταζε σαν χάνος να βουλιάζουμε στη θάλασσα των ανθρώπων βιολοντσέλων. Πάλι καλά που προσέτρεξαν οι άνθρωποι κλειδοκύμβαλα. Όμως, οι άνθρωποι βιολιά που μας έψαχναν άλλους κρυμμένους στα καμαρίνια κι άλλους στα παρασκήνια δεν μπορούσαν να προβλέψουν πως στο τέλος η παράσταση θα τερματιζόταν άδοξα από τους ανθρώπους ανθρώπους που θέλουν πάντα καλοκουρδισμένους τους ανθρώπους όργανα, τους ανθρώπους τόξα και λύρες. Κι άρχισαν να τους κουρδίζουν επίμονα μέχρι να στάξει το λάδι τους στο πάτωμα μέχρι να πειστούν πως έχουν ακόμη να προσφέρουν πολλά σ’ αυτή τη μηχανή που ξορκισμένη να ’ναι σαν μουγκρίζει με στόματα χιλιάδες. Τέλος, μας περιμάζεψαν κι εμάς και μας κλείδωσαν στις θήκες των ανθρώπων οργάνων. Μέχρι να τις ανοίξουν κάποια μέρα, να μας κουρδίσουν κι εμάς, ν’ απολαύσουν τις εξαίσιες μελωδίες που από το αίμα τόσων οργάνων θα στάζουν αρμονικά.

Κριτικογραφία

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ, Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925) [Poetik und Ideologie im zypriotischen Theater (1869-1925)], Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού 2012 (Μελέτες για τον Νεότερο και Σύγχρονο Κυπριακό Πολιτισμό 1), σσ. 640, ΙSBN 978-9963-0-0156-9.

Έως τώρα υπήρχαν αρκετές δημοσιεύσεις σχετικά με την ιστορία του θεάτρου στο νησί της Αφροδίτης (Μ. Μουστερή, Χρονολογική ιστορία του Κυπριακού θεάτρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και του 1986, Λεμεσός 1988, Γ. Κατσούρη, Το θέατρο στην Κύπρο, 2 τόμοι, Λευκωσία 2005, βλέπε σχετικά και τη άρθρο μου στο περιοδικό Παράβασις 9, 2009, σσ. 742-747, Α. Κωνσταντίνου, Το θέατρο στην Κύπρο (1960-1974), Αθήνα, 2006/ Ι. Χατζηκωστή (επιμέλεια / έκδοση), Το αρχαίο θέατρο και η Κύπρος, Λευκωσία 2013), ωστόσο έως τώρα δεν έχει διερευνηθεί συστηματικά το πρώιμο θέατρο κατά την Τουρκοκρατία και τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας. Αυτή η μελέτη παρουσιάζεται τώρα από τον Λεωνίδα Γαλάζη μέσα από μια εκτεταμένη μονογραφία, η οποία έχει τις ρίζες της στην διατριβή του (2011). H κυπριακή δραματική ποίηση εκείνης της εποχής αναμφισβήτητα δεν συγκαταλέγεται στην παγκόσμια λογοτεχνία, ωστόσο σε μια περαιτέρω σύγκριση δικαιούται να αξιώσει αυθεντικό ενδιαφέρον, εφόσον από το 1860 και μετά, αρχίζει η άνθιση της Ελληνικής θεατρικής ζωής στις σκηνές της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης και της Αλεξάνδρειας, καθώς και σε άλλες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου υπάρχουν συμπαγείς ελληνόφωνες ομάδες πληθυσμού. Για τους περιοδεύοντες θιάσους, η Κύπρος αποτελεί πολυσύχναστη ενδιάμεση στάση μεταξύ της Αλεξάνδρειας και της Σμύρνης (βλ. σχετ. Walter Puchner, Hellenophones Theater im Osmanischen Reich (1600 – 1923). Zur Geschichte und Geographie einer geduldeten Tätigkeit, [Το ελληνόφωνο θέατρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (1600 – 1923) Περί της ιστορίας και γεωγραφίας μιας ανεκτής δραστηριότητας], Βιέννη – Βερολίνο 2012, σσ. 138-139). Πρόκειται επίσης για τη φάση εκείνη, κατά την οποία η τούρκικη δραματική ποίηση αποδίδει τα πρώτα της έργα, καθώς και για την εποχή κατά την οποία οι ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις εξαπλώνονται στα νότια Βαλκάνια, φτάνοντας μερικές φορές ώς και τα μικρότερα χωριά.

Ο Γαλάζης όχι μόνο διαθέτει επαρκείς γνώσεις των πηγών, αλλά και στερεά θεωρητικά θεμέλια, βάσει των οποίων εξετάζονται τα συγκεκριμένα δραματικά κείμενα. Η έρευνα ξεκινά (Κεφάλαιο 1, σσ. 56-217) με την ειδολογική κατηγοριοποίηση των κειμένων: Μετά από τη μεθοδική εισαγωγή του (και τον σχετικά προσωρινό χαρακτήρα της κατηγοριοποίησης, μιας και δεν έχει γραφτεί ακόμα η ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου), παρουσιάζονται με τη σειρά τους η ιστορική τραγωδία, το ιστορικό δράμα, η ρομαντική – ερωτική δραματική ποίηση, το πατριωτικό δράμα, οι θεατρόμορφοι διάλογοι, το αστικό δράμα, οι κωμωδίες, τα κωμειδύλλια, το παραμυθόδραμα, το μυθολογικό δράμα, η κοινωνική σάτιρα, η λυρική δραματική ποίηση. Είναι εκπληκτικό, ότι ήδη από τις απαρχές του κυπριακού θεάτρου υπάρχουν τόσα διαφορετικά είδη. Κατά τον 19ο αιώνα, με βάση τη συμμετοχή πολλών δραματικών συγγραφέων στους ποιητικούς διαγωνισμούς που διοργανώνονται από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, μάλλον επικρατούν τα ιστορικά-πατριωτικά θέματα, ενώ από τις αρχές του 20ού αιώνα, η θεματολογία των θεατρικών κειμένων εμπλουτίζεται τόσο πολύ, που μάλιστα προκύπτουν προβλήματα στην ταξινόμησή τους.

Τα πολύ συντομότερα κεφάλαια που ακολουθούν είναι αφιερωμένα στη συστηματική εξέταση των θεατρικών κειμένων, σύμφωνα με οριζόντια, μεθοδικά κριτήρια: Το 2ο κεφάλαιο ασχολείται με τα παρακειμενικά στοιχεία (σσ. 218 – 247): Τίτλοι, αφιερώσεις, προμετωπίδες, σχόλια σε μορφή υποσημειώσεων, πρόλογοι, κατάλογοι συνδρομητών, σκηνικές οδηγίες, κλπ. Το 3ο κεφάλαιο (σσ. 248 – 279) εξετάζει τα έργα ως προς τους τύπους χειρισμού της πλοκής και το είδος αφήγησης των εκάστοτε δραματικών ειδών. Το 4ο κεφάλαιο (σσ. 280 – 345) ως προς τον σκηνικό χώρο και χρόνο. Το 5ο κεφάλαιο (σσ. 346 – 403) εξετάζει τα σκηνικά δραματικά πρόσωπα καθώς και τα πρόσωπα που μετέχουν στην πλοκή (στο σημείο αυτό εφαρμόζονται και σημειωτικά μοντέλα ανάλυσης). Στο 6ο κεφάλαιο (σσ. 404 – 455) εξετάζονται τα σημασιολογικά πεδία και τομείς ή/και οι αξιολογικές δομές (θετικοί και αρνητικοί άξονες αξιών). Στο 7ο κεφάλαιο (σσ. 456 – 485) αναλύονται τα κοινωνικό-οικονομικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα με βάση τα οποία διασυνδέονται τα θεατρικά κείμενα και η δημοσιογραφία (όπου η ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας εμπλουτίζεται με φαντασιακές διαστάσεις). Το καθένα από αυτά τα κεφάλαια κλείνει με μια σύντομη διατύπωση συμπερασμάτων.

Στο πλαίσιο των γενικών συμπερασμάτων (σσ. 487 – 489) διατυπώνεται για άλλη μια φορά περιεκτικά η απομυθοποίηση ορισμένων προκαταλήψεων που αφορούν το κυπριακό θέατρο: Ήδη κατά τον 19ο αιώνα παρατηρείται μια υπέρβαση του ρομαντικού ιστορικού έργου, ενώ κατά τον 20ό αιώνα επικρατούν τα ρεαλιστικά και κοινωνικά έργα που σχετίζονται με το παρόν (π.χ. το κωμειδύλλιο Ο Φαρμακοποιός και ο Χωριάτης ήδη το 1891). Εκτός από αυτά, ο συγγραφέας στρέφεται κατά της προκατάληψης, ότι τα ιστορικά ή / και τα ηθογραφικά θεατρικά κείμενα τάχα αποτελούν ένα είδος «φυγής» από τα φλέγοντα προβλήματα της ξένης κατοχής. Ακόμα και τα ιστορικά δράματα συχνά αποτελούν έργα που αναφέρονται στο παρόν. Η ευθυγράμμιση με τις συνθήκες, τον κόσμο και τον πολιτισμό θεάτρου της Ελλάδας αντικατοπτρίζεται και στη χρήση της γλώσσας: Μόνο ελάχιστα από τα έργα αυτής της πρώιμης εποχής είναι γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο. Η ιδεολογική λειτουργία της συγγραφής, εκτύπωσης και διανομής ενός θεατρικού έργου καθώς και της σκηνικής του παρουσίασης και της πρόσληψης από το κοινό επηρεάζει πρακτικά όλες τις παραμέτρους μιας δραματουργικής ανάλυσης, αλλά και πολλούς συντελεστές της δραματουργικής οικονομίας – και πέρα από τους υφιστάμενους άγραφους νόμους του κάθε δράματος – καθορίζοντας παραδείγματος χάρη τα πρόσωπα που θα βρίσκονται στη σκηνή. Οι κατευθυντήριες θετικές αξίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την πίστη και τον ξεσηκωμό κατά της ξένης εξουσίας, στις αρνητικές αξίες συγκαταλέγονται η ξενοκρατία και η προδοσία, ενώ αμφιλεγόμενες λειτουργίες αποδίδονται σε ισοτοπίες όπως εξουσία, συνωμοσία, γάμος, πατρίδα, ζωή, γνώση, δράση, ύπαρξη, αλήθεια. Εκτός από αυτά, ο συγγραφέας υπερασπίζεται τη χρησιμότητα της έρευνας, αναφέροντας ότι βάσει των ως επί το πλείστον μη αναγνώσιμων σήμερα κειμένων μπορεί να τεκμηριωθεί με κάθε διαφάνεια και σαφήνεια ο συσχετισμός που υπάρχει μεταξύ του θεάτρου, της κοινωνίας και της ιδεολογίας, καθότι σε τελική ανάλυση το κυπριακό θέατρο αποτελεί μέρος του νεοελληνικού, το οποίο, όπως γνωρίζουμε, δεν ανέβηκε μόνο στις σκηνές της Αθήνας και της Ελλάδας, αλλά και σε εκείνες της ελληνόφωνης περιφέρειας.

Η υποδειγματική έρευνα κλείνει με έναν χρονολογικό πίνακα, στον οποίο καταγράφονται τα κυπριακά θεατρικά κείμενα, τα πρότυπα ελληνικά δραματικά έργα, καθώς και οι μεταφράσεις τους (σσ. 491 – 501), με ένα εκτενές παράρτημα, το οποίο περιλαμβάνει μια ανθολογία από κριτικές εφημερίδων και αξιολογήσεις των αθηναϊκών δραματικών διαγωνισμών για τα κυπριακά θεατρικά έργα και τις παραστάσεις τους (σσ. 502 – 550), μια πλούσια βιβλιογραφία (σσ. 552 – 584) με εκδόσεις έργων, δημοσιεύσεις σε περιοδικά κ.ά, πηγές σε εφημερίδες και ειδικά περιοδικά, βιβλιογραφικά βοηθήματα και δευτερεύουσες λογοτεχνικές πηγές, καθώς και με τα ευρετήρια (σσ. 587 – 631). Ο Γαλάζης όχι μόνο αποδεικνύει έμπρακτα τις εξαιρετικές γνώσεις του όσον αφορά την ιστορία του ελληνικού θεάτρου και δράματος, αλλά και την βαθύτατη ευρυμάθειά του στη θεατρική και δραματική θεωρία, την οποία εφαρμόζει με μαεστρία στον κορμό του κυπριακού δράματος από το 1869 ως το 1925, καταλήγοντας έτσι σε σημαντικές διαπιστώσεις. Έτσι όχι μόνο παρέχει μια παραδειγματική ανάλυση περιφερειακών θεατρικών κειμένων, αλλά και μια σημαντική συνεισφορά στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου (και του θεάτρου της νοτιοανατολικής Ευρώπης), η οποία δεν εκτυλίσσεται μόνο στις περιοχές της σημερινής Ελλάδας, αλλά και στη Βόρεια Αφρική, τη Μικρά Ασία, τον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων και της Μαύρης Θάλασσας, ώς και τα βάθη του Καυκάσου και του Αντικαυκάσου.

WALTER PUCHNER

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΑΡΑΒΑΣΙΣ 14/1 (2016) 78-80.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΗ-ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

Από τον Αιμίλιο Σολωμού

Παραδαρμός Εν Αλφαβήτω, Λεωνίδας Γαλάζης

Μπροστά στην αμηχανία για τον πρόλογο της παρουσίασης της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Λεωνίδα Γαλάζη, Παραδαρμός Εν Αλφαβήτω, οι στίχοι από την Ι ενότητα-Περί Πόλεως Αφανισμού, Χ πήραν από μόνοι τους το λόγο:

Μίλησε, επιτέλους τι περιμένεις;

Τα όρια έχουν διαγραφεί

Μπορείς ασφαλώς να πεις

Ό, τι είθισται υπό τας περιστάσεις.

Η συλλογή Παραδαρμός Εν αλφαβήτω εκδόθηκε το 2007 από τις εκδόσεις Χρ. Ανδρέου. Είχαν προηγηθεί: τα Ματωμένα Κοράλλια (1979), το δίφυλλο Ο Λοιμός και άλλα ποιήματα (1981), Ιατρική Βεβαίωση (1982), συλλογή που χάρισε στον ποιητή το βραβείο του Υπ. Παιδείας για έργο νέου λογοτέχνη, τα Στυφά Κυδώνια (1988) και η Φωτηλασία (1999).

Ο αναγνώστης θα αισθανθεί πολλές φορές την ποιητική φωνή να τον βάζει στη γωνία με την αμεσότητα του προφορικού της λόγου και την καυστική ειρωνεία της. Παρά τις εμφανείς επιρροές της συλλογής, ιδιαίτερα από την ποίηση του Μόντη, ο ποιητής αρθρώνει την προσωπική του φωνή και τη δική του υπαρξιακή και στοχαστική ματιά απέναντι στα θέματα και τις μορφές με τις οποίες αναμετράται.

Πρόκειται, πραγματικά, για έναν Παραδαρμό Εν Αλφαβήτω, καθώς ο ποιητής παραδέρνει μέσα στη φουρτούνα του λεκτικού και ποιητικού πειραματισμού. Η συλλογή είναι χωρισμένη σε έξι ενότητες και τρία ιντερμέδια. Οι τίτλοι ακολουθούν τα γράμματα του αλφαβήτου και συνήθως αρχίζουν με ακροστιχίδες από το Α μέχρι το Ω. Σε πολλά από τα ποιήματα πρωταγωνιστούν οι λέξεις που άλλοτε επαναστατούν, άλλοτε πολεμούν μεταξύ τους, δυστροπούν, διακόπτουν τη συνεργασία με τους ανθρώπους. Εύστοχα ο ποιητής παραπονιέται στο ποίημα Π της δεύτερης ενότητας: «Παραδαρμός τζαι πάλιωμα μέσα στες άγριες νύχτες» και «παραδαρμός της γλώσσας μου πύρεξη του μυαλού μου».

Στον πρόλογο της συλλογής ο Λεωνίδας Γαλάζης αναφέρεται στους πειραματισμούς του και στις καταβολές τους, δηλ. στο Αλφάβητο της Αγάπης του 15ου αι., στο abecetarius που προέρχεται από την αρχαία εβραϊκή και ιαπωνική λογοτεχνία και στο σονέτο. Στόχος του είναι η συνύπαρξη της ποιητικής παράδοσης με τους νεότερους εκφραστικούς τρόπους και την προβληματική του.

Η θεματολογία της συλλογής είναι ποικίλη. Ωστόσο, κάθε προβληματική εντάσσεται σ’ έναν βασικό άξονα. Έτσι διαγράφεται κυρίως το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου και οι προεκτάσεις του, όπως οι κοινωνικές και οι οικονομικές και γενικά η σύγχρονη τοπική αλλά και η παγκόσμια πραγματικότητα. Επικρατεί μια άκρως εξωφρενική κατάσταση και το άτομο συντρίβεται στη μέγγενη των ποικίλων συμφερόντων. Ακόμα και το παιχνίδισμα με τις λέξεις λειτουργεί παραβολικά, υπαινικτικά, αμφίσημα. Αυτή η αμφισημία καθιστά την ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη μια ιδιαίτερη δημιουργική πράξη, ένα ζωγραφικό παλίμψηστο, μια αρχαιολογική στρωματογραφία μέσα στην οποία αναπτύσσονται κάτω από επάλληλα επίπεδα διάφορες θεματικές οπτικές γωνίες.

Στην πρώτη ενότητα Περί πόλεως αφανισμού, όλα δίνουν την εντύπωση ότι καταρρέουν, σαν να βρίσκονται στο σημείο μιας ολοκληρωτικής καταστροφής.

Χιλιάδες πέφτουν απ’ τις σκάλες/Η πόλη βουλιάζει/…Τα ερείπια, τα ίχνη των οδών της δόξης/Τα καμένα δέντρα, τ’ απολιθωμένα χέρια/Σβησμένες φωτιές, αποκαΐδια/… Πήρε φωτιά το τελευταίο δέντρο (ενότητα Ι-ΠΕΡΙ ΠΟΛΕΩΣ ΑΦΑΝΙΣΜΟΥ, Β)

Μέσα σε μια τέτοια βιβλική καταστροφή τα πάντα ελέγχονται, ακόμα και η αναπνοή, από την κάθε μορφή τυραννίας. Πρόκειται για μια εφιαλτική κοινωνία και μια χρεοκοπημένη δημοκρατία με όλα τα χαρακτηριστικά ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος.

Ο πολίτης δεν έχει περιθώρια ν’ αντιδράσει. Έρμαιο της εξουσίας και των οικονομικών συμφερόντων, γίνεται υποχείριο, αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τη διεφθαρμένη εξουσία και να ταπεινωθεί.

Μόνο σκύβουν και σκάβουν στο πάτωμα/Να θάψουν τ’ ανομήματα/Να κρύψουν τις κατά καιρούς ομολογίες/Πίστεως και συμμορφώσεως/Τώρα που ανέλαβε καθήκοντα ο νέος μονοκράτωρ (Ι, Δ)

Παράλληλα, οι έμποροι καραδοκούν, για να εκμεταλλευτούν την ανθρώπινη δυστυχία. Όπως λέει ο ποιητής:

Ακόμα και τώρα/Που ξεπουλήθηκε το βιος μας/Στους καραδοκούντες εμπόρους/Ακόμα και τώρα/Που εκτιμήθηκε η υπόληψή μας/Από τους ορκωτούς λογιστές (Ι, Η)

Οι τύψεις όμως είναι ένα μοτίβο που έρχεται και επανέρχεται όχι για τους μεγαλοσχήμονες και τους εμπόρους αλλά για το λαό.

Πού να θάψουμε τις τύψεις μας/Αφού κάτω απ’ το χώμα θεριεύουν; (Ι,Θ)

Στα ποιήματα Ξ και Ο οι ήττες μασκαρεύονται σε νίκες.

Ο στρατηγός παρασημοφορήθηκε/Δήλωσε πως νικήσαμε/Μάλιστα επέμενε πως η νίκη δικαιωματικά μάς ανήκε/Παρά την απώλεια όλων των ανδρών του τάγματος (Ι,Ξ)

Τελικά, υπάρχει ελπίδα για καλύτερες μέρες; Ποια περιθώρια αντίδρασης υπάρχουν απέναντι σε έναν τέτοιο παραλογισμό; Η ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη είναι γενικά απαισιόδοξη. Οι χαραμάδες ελπίδας, το ελάχιστο φως που αφήνουν καμιά φορά οι στίχοι να περάσει, συχνά σφραγίζονται απότομα. Η αισιοδοξία ανατρέπεται στον επόμενο στίχο ή στο επόμενο ποίημα. Ο ποιητής αποτυπώνει απλώς την πραγματικότητα ενός ζοφερού παρόντος και ενός πεσιμιστικού μέλλοντος. Και…

Πού ξέρεις/Μπορεί να περάσει ξανά το καράβι/Με σμήνη πουλιών στα κατάρτια/… Πού ξέρεις/Μπορεί να περάσει ξανά το λεωφορείο/Με σμήνη παιδιών στα παράθυρα/Με σημαίες και σύμβολα πίστεως (Ι,Η)

Πάντως, αξίζει ν’ αναφερθεί, σχετικά με το ζήτημα, το επαναλαμβανόμενο μοτίβο των παραθύρων και της σκάλας που συμβολίζουν την απραγματοποίητη ελπίδα και το μάταιο της διαφυγής μέσα στην ποίηση του Λεωνίδα Γαλάζη. Η επισήμανση του ποιητή-κριτικού Ν. Χουρδάκη για την ποίηση του Σωκράτη Καψάσκη ταιριάζει και στην περίπτωση του Λεωνίδα Γαλάζη: «Η χρήση του συμβόλου σκάλα δημιουργεί πλήθος συσχετισμών με βιβλικές, θρησκευτικές, λογοτεχνικές και φιλοσοφικές-κινηματογραφικές αφηγήσεις, ενώ παράλληλα δίνει νόημα στην κοινότατη εμπειρία όλων μας.

Οι αναφορές στην κυπριακή πραγματικότητα γίνονται πιο άμεσες και συγκεκριμένες στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη ενότητα και στο δεύτερο και τρίτο ιντερμέδιο.

Παρά το εθνικό πρόβλημα, η κυπριακή κοινωνία έχει διαβρωθεί από την εμπορευματοποίηση και τον καταναλωτισμό. Στιγματίζεται η κοιλιόδουλη στάση και η εθελούσια δουλοπρέπεια. Επικρατεί αποπροσανατολισμός από το βασικό στόχο και το σύστημα είναι έτοιμο να καταρρεύσει. Συχνά η Κύπρος είναι έρμαιο στα χέρια των διεθνών εμπόρων.

Επομένως, οι προοπτικές διαγράφονται λαμπρές/Οι τίτλοι ιδιοκτησίας έχουν εκδοθεί/Οι τιμές των ακινήτων ανέρχονται (ΙΙ Ιντερμέδιο, Ζ)

Ο ποιητής καταπιάνεται με γεγονότα της ιστορίας και κυρίως της μεσαιωνικής Κύπρου, για να φωτίσει και να ερμηνεύσει όσα οδήγησαν στην εισβολή και κατοχή της Κύπρου από τους Τούρκους. Είναι συχνή η αναφορά στη βασίλισσα Καρλόττα που προδόθηκε από τον ετεροθαλή αδελφό της Ιάκωβο. Στο ποίημα Α του ΙΙ Ιντερμέδιου η Καρλόττα εκπροσωπεί την προδομένη Κύπρο που περιφέρεται στην ακρογιαλιά της Κερύνειας, απ’ όπου αποβιβάστηκαν οι Τούρκοι-Σαρακηνοί το 1974.

Μαυροντυμένη, βλέπεις τους προδότες/Μέσα στα βρόχια μιας τεράστιας αράχνης./Άσε που οι κήρυκες ομιλούν περί εθνικής σωτηρίας/Άσε που βλέπουν την άνοιξη να πλησιάζει./Το γεγονός είναι πως αφήνεις την Κερύνεια/Το γεγονός είναι πως μας εγκαταλείπει η Κερύνεια.

Σ’ αυτό το πλαίσιο αξιοποιούνται γόνιμα και ως προς τα θέματα και το περιεχόμενο και ως προς τη μορφή η δημοτική παράδοση: η Αροδαφνούσα, ο Κύκλος της Ρήγαινας, τα Εκατόλογια της Αγάπης και το ακριτικό τραγούδι του Διγενή Ακρίτα και απηχήσεις της 9ης Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη ως ένας εύσχημος τρόπος να γίνει αναφορά στο κυπριακό, την εισβολή, την κατοχή και τον εφησυχασμό των σύγχρονων Κυπρίων. Οι Σαρακηνοί χαίρονται το κορμί της Κύπρου, ενώ οι Κύπριοι συμπεριφέρονται ως τουρίστες στη γη τους.

Αφού, στο Χ της ΙΙ ενότητας-ΠΕΡΙ ΑΛΓΟΥΣ ΨΥΧΗΣ: Χτυπήσατε τα μούτρα σας, αλλά δεν μάθατε/…/Χαρείτε τώρα τους χαλκάδες σας./Χωροφυλάκων ύβρεις σ’ άλλη γλώσσα/Χωριά στην άκρη του μυαλού σαν οπτασίες.

Οι ευθύνες για την κατάσταση που έχει περιέλθει το κυπριακό είναι συλλογικές. Κανείς δεν εξαιρείται. Και όσοι καταφέρονται κατά των προδοτών, ξεχνούν τις δικές τους προδοσίες. Για να καθησυχάσουν τη συνείδησή τους, μέσα στην απόλυτη υποκρισία, λένε πως ήταν θέλημα Θεού ή μηχανεύονται να λαδώσουν τον ιστορικό.

Πάει καλά που κι αυτή τη φορά/Την ενοχή μας βαριά στου Χριστού τις πλάτες φορτώσαμε/Πώς, αλήθεια, μας άντεξε;/… Μας κακομαθαίνεις, Κύριε, το ξέρεις;/Άσε μας μια φορά να κτυπήσουμε τα μούτρα στον τοίχο (ΙΙΙ-ΠΕΡΙ ΙΑΣΕΩΣ ΨΥΧΗΣ,, Θ).

Χαρακτηριστικό για την επικρατούσα πολιτική κατάσταση είναι το ποίημα Ι της ΙΙΙ ενότητας. Η Κύπρος, μοιρασμένη, είναι το μισογκρεμισμένο σπίτι, τα νομίσματα ο χαμένος παράδεισος της παιδικής ηλικίας, το νησί προ της εισβολής και κατοχής.

Ίσως σ’ αυτό το μισογκρεμισμένο σπίτι/Βρούμε τα νομίσματα που χάσαμε μικροί/Φως ξανθό και γαλανό/Κι ο κόσμος χάθηκε μαζί τους./Σάπιες δοκοί και παλιοσίδερα (ΙΙΙ, Ι)

Το γλωσσικό παιχνίδι είναι διάχυτο παντού στη συλλογή. Ο απρόσμενος συνδυασμός λέξεων ξαφνιάζει τον αναγνώστη. Οι λέξεις, οι φθόγγοι, τα σημεία στίξης παίρνουν ανθρώπινες ιδιότητες, ψευδοπροσωποποιούνται, εξεγείρονται κατά των ανθρώπων, αρνούνται να συνεργαστούν μεταξύ τους και έρχονται σε αντιπαραθέσεις, τίθενται υπό περιορισμούς και απαγορεύσεις. Στηλιτεύεται η ρηχότητα, η υποκρισία, η παραχάραξη των πραγματικών νοημάτων, η χρησιμοποίησή τους ανάλογα με τις εκάστοτε επιδιώξεις. Έτσι φωτίζεται η ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά ταυτόχρονα και η επώδυνη και συχνά αμήχανη και αδύναμη προσπάθεια του ποιητή να τιθασεύσει τους φθόγγους, τις λέξεις, τα σημεία στίξης για να νοηματοδοτήσει την ποίησή του.

Δύο παραδείγματα:

Τα φωνήεντα στασίασαν/Δεν ήθελαν να σχηματίσουν τις λέξεις καρφιά/Δεν ήθελαν την περαιτέρω συγκατοίκηση με τα φωνήεντα (Ι Ιντερμέδιο, Δ)

Αφήστε τις τελείες στις πολυθρόνες τους/Υψώστε τα λάβαρα των αποσιωπητικών/Τις σημαίες των μονίμως αναπάντητων ερωτημάτων (ΙΙΙ, Ε)

Στην τέταρτη ενότητα που φέρει τον τίτλο ΠΕΡΙ ΩΓΥΓΙΑΣ, ο ποιητής αναφέρεται σε έναν απρόθυμο Οδυσσέα να επιστρέψει στην Ιθάκη. Απορφανισμένος από συντρόφους, έχει πληρώσει για τα κρίματά του και τον αφανισμό της Τροίας και μονολογεί για τη μοίρα των ανθρώπων, οι οποίοι είναι έρμαια της θεϊκής βούλησης. Ο Οδυσσέας αποκαλύπτει το λόγο της απροθυμίας του να επιστρέψει, αν και ξέρει πως δεν μπορεί να αποφύγει τη μοίρα του: Η Πηνελόπη με φαγωμένα δάχτυλα παρά τω βασιλεί/Νεκρική ησυχία στην Ιθάκη, μουσείο της περιπλάνησης/Σπασμένα κατάρτια, ξάρτια, άγκυρες και δεκάδες προτομές μου/ Λευκά πανιά, λοστοί κι ο αργαλειός της πίστεως/ Εκτάκτως φροντισμένος. Τέλειωσε πια, ξοφλίσαμε;/…/Να τι με περιμένει στην Ιθάκη. Καφενείο γερόντων/Συνταξιοδοτικά ωφελήματα, συνταγές φαρμάκων (Κ-Ν)

Η πέμπτη ενότητα φέρει τον τίτλο ΠΕΡΙ ΣΤΑΓΟΝΩΝ ΑΙΜΑΤΟΣ ΖΕΣΤΟΥ και αναφέρεται στα παιχνίδια των ισχυρών στην Ανατολική Μεσόγειο και πιο συγκεκριμένα στον πρόσφατο πόλεμο του Λιβάνου, στα συμφέροντα των ισχυρών, στις σφαγές των αθώων και την υποκρισία του κόσμου.

Στην έκτη ενότητα, ΕΝ ΑΛΦΑΗΤΩ, ένα από τα βασικά θέματα η μοναξιά. Τα πρόσωπα βρίσκονται κλεισμένα στην κάμαρη με κλειστά τα παράθυρα και συναισθάνονται ότι έχουν ηττηθεί. Η οποιαδήποτε σκέψη για επανάσταση μοιάζει ατελέσφορη.

Πολύ συχνές είναι οι αναφορές του Λεωνίδα Γαλάζη σε θέματα ποιητικής. Είναι ένας ακόμα τρόπος να υποδηλώσει τη στάση, την παρουσία του. Συνολικά σε 22 ποιήματα τίθενται με άμεσο τρόπο ζητήματα ποιητικής. Έτσι συγκροτείται μέσα από αυτά τα σπαράγματα η ποιητική του προβληματική. Αναφέρεται στο ανήσυχο πνεύμα του ποιητή, την ικανότητά του να συλλαμβάνει τα μηνύματα των νεκρών, τον πόνο της μάνας που έχασε το παιδί της, την αγωνία του να φτάσει η φωνή του στον κόσμο, να βρει συνοδοιπόρους, να επιβιώσει, να ψηλαφίσει το δικό του πόνο. Ταυτόχρονα επικρίνει τον ποιητή για τους στιλβωμένους στίχους του και την εμμονή του στα μεταφυσικά ζητήματα, ενώ δίπλα του η ποίηση είναι διάχυτη στην καθημερινότητα.

Σταχυολογώ μεμονωμένους στίχους:

Η ποίηση μαράθηκε περιμένοντας/Τα μεταφυσικά θέματα (Ι, Λ)

…Ποδοσφαιροποιήστε την ποίηση αν είναι/Ζωτική ανάγκη να επιβιώσει. Ας κερδίσει επιτέλους θεατές/Ζηλωτές έστω και μέσω του συστήματος στοιχημάτων (ΙΙ, Ζ)

Λαμπρά στιλβώσαμε τους στίχους μας. Λάμπουν σαν λαμαρίνες (ΙΙ, Λ)

O Λεωνίδας Γαλάζης χρησιμοποιεί ποικιλία εκφραστικών μέσων και ρητορικών εκδοχών που κάνουν πιο ενδιαφέρουσα και πληθωρική την ποίησή του. Συχνότατη είναι η χρήση στοιχείων του προφορικού λόγου που ενισχύεται ακόμα περισσότερο με τις ποικίλες φωνές και τις συνεχείς εναλλαγές των προσώπων στα οποία απευθύνεται. «Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης», έλεγε ο Πάουντ ή ακόμα «Η ποίηση είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος» κατά τον Πολ Βαλερί. Ο ποιητής προσδίδει έτσι αμεσότητα στο στίχο του, ενώ πολλές φορές θέλει να δημιουργήσει την αίσθηση ότι τα πρόσωπα βρίσκονται υπό τη δοκιμασία μιας διαρκούς ανακριτικής διαδικασίας και ενός ασφυκτικού ελέγχου. Παραδίδεσαι; /Ομολογείς την πατρότητα αυτών των στίχων; (Ι.Κ), Μίλησε! Μίλησε!/Λύσε τη σιωπή/Ξεκαθάρισε τη θέση σου (Ι.Χ), Πλησιάστε, παρακαλώ. Ορκιστείτε (ΙΙΙ, Π)

Αυτή η προφορικότητα του λόγου διαθέτει μεγάλη συγγένεια με την ποίηση του Μόντη. Άλλωστε ο ίδιος ο ποιητής στον πρόλογο του βιβλίου του Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μόντη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, δηλώνει στον πρόλογο: «Η ποίηση του Μόντη με γοήτευε από τα εφηβικά μου χρόνια». Στίχοι όπως: Είστε με τα καλά σας; (Ι Ιντερμέδιο, Α), Αυτό μας έλειπε τώρα/Να σηκώνουν κεφάλι τα φωνήεντα (Ι Ιντερμέδιο, Δ), Θεού θέλημα τώρα θα λέμε την τρέλα μας (ΙΙΙ,Θ) θυμίζουν τον ποιητικό λόγο του Μόντη στις Στιγμές του, αλλά ακόμα και η συχνή κλητική του ουσιαστικού Κύριος είναι ενδεικτική αυτής της απήχησης: Μας κακομαθαίνεις, Κύριε, το ξέρεις; (ΙΙΙ,. Θ) Αυτά θέλατε να γράψουμε, Κύριε/Αυτά; (ΙΙΙ Ιντερμέδιο, Ε)

Αλλά και η ειρωνεία που εμπεριέχεται σ’ αυτούς τους στίχους και είναι διάχυτη παντού σ’ όλη τη συλλογή ως ένα κατ’ εξοχήν εκφραστικό μέσο του Λεωνίδα Γαλάζη, και καμιά φορά ο αυτοσαρκασμός, φαίνεται να σχετίζονται σ’ ένα βαθμό με τον τρόπο του Μόντη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, και οι συχνές προσωποποιήσεις όπως αυτή της Κερύνειας λειτουργούν ως σύμβολο της κατεχόμενης πατρίδας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην ποίηση του Μόντη. Αλλά και η επανερχόμενη χρήση των ερωτημάτων που δεν αναμένουν, βέβαια, απάντηση, είναι ένας άλλος ακόμα ομφάλιος λώρος ανάμεσα στους δύο ποιητές: Πού να θάψουμε τις τύψεις μας/Αφού κάτω απ’ το χώμα θεριεύουν; (Ι,Θ), Χαλαρώστε. Τι μπορεί, φοβερό, να συμβεί; (ΙΙΙ,Χ). Τα ερωτήματα αυτά, όπως έχουν παρατηρήσει οι μελετητές για την ποίηση του Μόντη, «έχουν σκοπό να αναταράξουν τη συνείδησή μας, να μας κάνουν να σταθούμε, να διερωτηθούμε μαζί με τον ποιητή και να ψάξουμε να βρούμε την απάντηση», να επιτείνουν την αγωνία και την ειρωνεία ακόμα. Το ίδιο ισχύει και για την ποίηση του Λ. Γαλάζη. Το παιχνίδι με τις λέξεις, που είναι διάχυτο στη συλλογή, η εμψύχωσή τους, ακόμα και η ανταρσία και η αντίδρασή τους, συναντάται συχνά και στις Στιγμές του Μόντη. «Μπορεί πραγματικά αυτά να εννοούσαμε/όμως οι λέξεις τι είπαν,/ όμως οι λέξεις όταν πήραν στα χέρια τους την εξουσία, τι είπαν;» αναρωτιέται ο ίδιος ο Μόντης.

Συχνή είναι ακόμα η επανάληψη, η σκόπιμη χρήση μιας παρωχημένης καθαρεύουσας, ορισμένες φορές όταν αυτή χρησιμοποιείται από φορείς της εξουσίας και της καταπίεσης και φτάνει στα όρια της δημηγορίας. Η γλώσσα της συλλογής αποκτά μια ενδιαφέρουσα δυναμική και ανανεωμένη ορμή, καθώς πρόκειται για μια δημιουργική πρόσμειξη της δημοτικής και της καθαρεύουσας. Η εκκλησιαστική γλώσσα είναι παρούσα, ενώ πρέπει να τονιστεί και η χρήση της κυπριακής διαλέκτου σε επτά από τα ποιήματα της συλλογής και μάλιστα με αρκετή επιτυχία.

Στη συλλογή χρησιμοποιούνται επίσης δομικά χαρακτηριστικά της δημοτικής παράδοσης με ανανεωτικό τρόπο, όπως ο 15σύλλαβος ανομοιοκατάληκτος στίχος και το ανομοιοκατάληκτο σονέτο.

Η εικονοποιία του Λεωνίδα Γαλάζη είναι συμβολική και τολμηρή, ξεφεύγει πολλές φορές από τη ρεαλιστική απεικόνιση, φτάνει στο παράλογο και προσεγγίζει τον υπερρεαλισμό. Πρόκειται, εν πολλοίς, για αποσπασματικές εικόνες που όμως μέσα από τη διασπορά τους συναρμολογούνται, για να αποδώσουν το νοηματικό άξονα του ποιητή. Είναι ακόμα συχνά τα παραλλαγμένα μοτίβα, που έρχονται και επανέρχονται, για να συμπληρώσουν, ν’ ανατρέψουν, να ειδωθούν μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνιά και να συγκροτήσουν στο τέλος ένα ενιαίο σύνολο που να εξυπηρετούν την κεντρική ιδέα. Αυτό σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό και με το γλωσσικό παιχνίδι, τις εικόνες και τους συμβολισμούς. Εκτός από το μοτίβο με τα παράθυρα και τις σκάλες, συχνά χρησιμοποιούνται οι σημαίες, ματωμένες ή τρύπιες και τα ξύλινα σπαθιά. Εκπροσωπούν τις χρεοκοπημένες ιδεολογίες, τη γύμνια στο πεδίο της μάχης, την καπηλεία των εθνικών συμβόλων, την πολεμοκαπηλία. Π.χ.:

Λευκές σημαίες στα μπαλκόνια./…Ασπρόρουχα ήταν (ΙΙ Ιντερμέδιο, Δ), Ράβονται σημαίες σε τιμές ευκαιρίας/Ποικιλία σχεδίων και χρωμάτων/Πρωτότυπες προτάσεις για τα όσιά σας και τα ιερά (ΙΙΙ, Ρ)

Οι απηχήσεις άλλων ποιητών στη συλλογή πέραν του Μόντη είναι αρκετές. Άλλοτε καταγράφονται συνειρμικά στίχοι σχεδόν αυτούσιοι σε ένα παιχνίδι διακειμενικού διαλόγου και άλλοτε αντηχεί το ύφος της ποίησής τους. Έτσι παρελαύνουν, ανάμεσα σ’ άλλους, ο Καβάφης, ο Κάλβος, ο Σεφέρης, ο Δ. Σολωμός, ο Βασίλης Μιχαηλίδης.

Οι προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Λ. Γαλάζη άφηναν την αίσθηση μιας προσωπικής, κλειστής, εσωστρεφούς ποίησης. Φαίνεται, όμως, πως με την τελευταία συλλογή του έρχεται σε ρήξη. Η ποίησή του γίνεται τώρα πιο εξωστρεφής, κάτι που έχει να κάνει εν πολλοίς και με τη διαπραγμάτευση των θεματικών του προβληματισμών. Ο στίχος μοιάζει πιο ώριμος και επιμελημένος, οι εικόνες πιο πλούσιες, η ειρωνεία, ο σαρκασμός μαστιγώνουν με οξύτητα τα κακώς έχοντα και γενικά επικρατεί μεγαλύτερη ποικιλία εκφραστικών μέσων, ενώ η στοχαστική διάθεση είναι πιο έντονη και συγκροτημένη. Η ποιητική ματιά γίνεται πιο οξεία και παρατηρητική. Η γλώσσα, που ήδη είχε εμπλουτιστεί με λέξεις και φράσεις τις καθαρεύουσας ιδιαίτερα με τη συλλογή Φωτηλασία, τώρα μοιάζει πιο αβίαστη και αυθόρμητη, γεγονός που της προσδίδει ένα ιδιαίτερο και γοητευτικό ύφος. Ήδη από τις πρώτες συλλογές ο ποιητής κατέγραψε τις επιδράσεις του. Και παρέμεινε πιστός απέναντί τους και στον Παραδαρμό εν Αλφαβήτω: Μόντης πάνω απ’ όλα, Καβάφης, Σολωμός. Επανέρχονται, ακόμα, κοινά θεματικά και συμβολικά μοτίβα όπως είναι η διαπραγμάτευση θεμάτων σχετικών με την ποιητική, το σπαθί και η σκάλα (ειδικά στα Στυφά Κυδώνια), το παιχνίδι με τις λέξεις. Το κυπριακό πρόβλημα κέρδιζε σταδιακά έδαφος (ιδιαίτερη παρουσία στη Φωτηλασία) μέχρι να πάρει κεντρική θέση στην τελευταία συλλογή. Υπάρχουν, όμως, και ως προς το θέμα, τη μορφή και το ύφος ποιήματα στις προηγούμενες συλλογές που προανήγγελλαν τον Παραδαρμό εν Αλφαβήτω. Ένα παράδειγμα είναι το ποίημα Δίχως Θεό από την Ιατρική βεβαίωση:

«Πίδακες αιμάτων μέσα μου/Εστίες συγκρούσεων/Ανακοινωθέντα/παρασημοφορήσεις». Από τα Στυφά Κυδώνια το ποίημα 16: «Λέμε πως δεν ενδώσαμε/και κομπάζουμε για περιώνυμες νίκες./Πού είναι, λοιπόν, τα τρόπαιά μας;» Από τη Φωτηλασία το ποίημα Οι ασκοί της νοσταλγίας: «Τα λαμπιόνια στασίασαν την ύστατη στιγμή./Οι αστυνομικοί συνέλαβαν/τους φανατικούς νοσταλγούς/των πανηγυρικών λόγων». Και το ποίημα Οι λέξεις: «Οι λέξεις συνελήφθησαν/γιατί διανοήθηκαν/να μη συνεργήσουν/κι άφησαν τον ιδρωμένο ρήτορα/στα κρύα του λουτρού/μπροστά στο έξαλλο πλήθος».

Ο Λεωνίδας Γαλάζης όλα αυτά τα χρόνια αρθρώνει τη δική του προσωπική, ποιητική φωνή. Με την τελευταία συλλογή η ποίησή του απόκτησε ακόμα ωριμότερο ύφος, μεστή γλώσσα και ιδιαίτερο στίγμα. Ο ποιητής είναι ένας γνήσιος και σεμνός υπηρέτης της τέχνης του, όπως άλλωστε είναι και στην καθημερινή και επαγγελματική του ζωή. Συνειδητοποιημένος και πειθαρχημένος. Πίσω από την ήρεμη στάση του, κρύβεται, όπως φάνηκε μέσα από τον Παραδαρμό εν αλφαβήτω, ένα ανήσυχο πνεύμα. Όπως λέει και ο ίδιος με τους στίχους του: «Ο ποιητής κοιμάται με προσκέφαλο τις πέτρες». Και απαντά έτσι στην απορία του Χέλντερλιν: «Τι γυρεύουν, αλήθεια, οι ποιητές σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς;»

Λεωνίδας Γαλάζης: Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016

Η ευταξία στο στόχαστρο

Ο Λεωνίδας Γαλάζης συνεχίζει και στη νέα του ποιητική συλλογή, στο ίδιο υφολογικό και θεματικό μοτίβο, που μας συνήθισε σε όλη την προηγηθείσα δουλειά του. Φιλοδοξεί, και σε μεγάλο βαθμό το πετυχαίνει, να είναι ένας ποιητής αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, έναντι σε καθετί κατεστημένο και παγιωμένο. Με δυο λόγια, να είναι ένας ποιητής που απεχθάνεται την πεπατημένη και το διακηρύττει συνεχώς. Αφού θέλει ακόμα και τους «…γεωμέτρες να πετούν / τα δύστροπά τους σχήματα / στα μούτρα των σοφών / φρουρών της ευταξίας». (σελ. 10) Ο ποιητής παραμένει μόνιμα χλευαστικός κατά της καθεστηκυίας, της όποιας καθεστηκυίας, τάξης: «…όλα βαίνουν καλώς, οι επιτροπές συσκέπτονται νυχθημερόν…». (σελ.12)

Ο Λ.Γ. στο βιβλίο αυτό μιλά σαφώς για τη σύγχρονη εποχή της οικονομικής κρίσης και της κοινωνικής αναλγησίας. Και το πράττει κυρίως αλληγορικά, αντλώντας εικόνες, παραδείγματα, σύμβολα και συμπεριφορές από αλλοτινές εποχές και, ουδόλως τυχαία, κατά πρώτο λόγο από το μεσαίωνα. Ακόμη μια διάφανη τεκμηρίωση τού πόσο πολύ πίσω μας πήγε η κοινωνικο-οικονομική οπισθοδρόμηση.

Ευνομία, ευταξία, καθεστηκυία τάξη, άρχουσα τάξη, βρίσκονται μονίμως στο στόχαστρο του ποιητή. Αμφισβητούνται, χλευάζονται, λοιδορούνται και κρίνονται με αυστηρότητα: «Όταν οι νόμοι σ’ επισκέπτονται, / να σκύβεις και να προσκυνάς / τα δύσβατά τους μονοπάτια / να τους δοξάζεις που θα νέμονται την ύπαρξή σου». (σελ. 25)

Ο Λ.Γ., με καυστικότητα και δριμύτητα, με οργή, πόνο και χλεύη, ψέγει την υποταγή. Στηλιτεύει σφοδρά μέχρι διαπόμπευσης τους υποταγμένους ανθρώπους: «Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα /(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα) / στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα /λοξοκοιτώντας σαν χαμένα». (σελ. 18) Η εικόνα με τα υποταγμένα κοτόπουλα επανέρχεται και στο ποίημα «Μόνο για το χώμα», για να επιβεβαιωθεί, να επικυρωθεί εκ νέου. Εδώ ο ποιητής αφήνει να διαρρεύσει και μια στυφή γεύση οδύνης για τις χαμηλές προσδοκίες, για τις ελπίδες περιορισμένης εμβέλειας: «Μόνο στο κλουβί μου να προσεύχομαι / ούτε καν ν’ αποδράσω μια σκέψη /και να μ’ επαινούν οι σφαγείς / που καρτερικά στο κλουβί μου σαπίζω».(σελ.34)

Ο ποιητής, με εύστοχους παραλληλισμούς και παρομοιώσεις, υποδεικνύει πως κάθε φυλή, κάθε τάξη, κάθε έθνος, κάθε κατηγορία ανθρώπων, με το δικό της μύθο ανδρώνεται, με το δικό της μύθο ανασαίνει. Ομοίως όπως το κάθε πουλί που με τη δικιά του λαλιά κελαηδεί: «Πόσο καμάρωναν τα γουρούνια για τη λάσπη τους! / Πόσες ιστορίες είχαν ν’ αφηγούνται / για τον ολόδικό τους βόρβορο / τους μυθικούς προγόνους των /ηρωικά σφαγιασθέντες». (σελ. 15)

Ο λόγος του ποιητή είναι αντιεξουσιαστικός αλλά δεν πλήττει μόνο τους εξουσιαστές, καταφέρνει πλήγματα και στους αυλικούς, τους υμνωδούς των εξουσιαστών: «Με σταγόνες ύμνων την υγεία μας, είπαν, θα βρίσκαμε. / Μόνο ν’ ακολουθούσαμε τυφλά τη συνταγή τους. /Τι δόξα κι αυτή! / Ναυαγοί με ωσαννά στις ξέρες». (σελ.27)

Τον ποιητή διακατέχει –ενίοτε και καταβάλει – μια θλίψη για το αναποτελεσματικό, το ατελέσφοροτου παλέματος, της αντίστασης, της αντίρρησης, της ένστασης. Κι αυτό είναι κάτιπου θέλει να κρατήσει κρυφό, τουλάχιστον από τις επερχόμενες γενιές, που συνιστούν την προοπτική και την ελπίδα, την προσδοκία για καλύτερες ημέρες: «Ποτέ μας δεν υπολογίσαμε τα πουλιά / με τα σπασμένα φτερά. / Πάλι καλά που τα παιδιά δεν είδαν και σήμερα / βαλσαμωμένες τις αντιστάσεις μας». (σελ. 31)

Ο Λ.Γ. δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε την τυπολατρία – τυπολαγνεία. Ευθύβολα και ευθαρσώς ξιφουλκεί κατά των τύπων, εμμένοντας στην ουσία των πραγμάτων. Και ο σαρκασμός του, όπως σε όλο το βιβλίο άλλωστε, διακρίνεται και από μια βαθιά ειρωνική δυναμική: «…δεν ήταν παράλογες οι απαιτήσεις σας, όχι δεν ήταν / όμως, οι διαδικασίες είναι η ουσία, μην το ξεχνάτε ποτέ! / Δε θα θέλατε δα να καταρρεύσουν οι τύποι / δε θα θέλατε να θρυμματιστούν οι μορφές. / Σκύψτε, λοιπόν, κι υπογράψτε. / Επιτέλους συνέλθετε!». (σελ. 37)

Η θεματική διαπασών του Λ.Γ. περιλαμβάνει και τις χαμένες προσδοκίες, τα απολεσθέντα όνειρα, τα καταρρακωμένα ιδανικά. Μιλώντας για τη μνήμη ανασυνθέτει τη θέρμη που διέγειραν όλα όσα κάποτε προκαλούσαν μια κοινωνικο – ιδεολογική ανάταση και εγρήγορση, για να σκορπίσουν στο τέλος πίκρα και απογοήτευση: «Κουρέλια διψασμένα / στη στέρνα των ονείρων μας. / Εργάτες βυθισμένοι σ’ ενός Οχτώβρη μακρινού την ανταρσία / ψάχνουν στη στέρνα τα κουρέλια τους / γύρω από το θολό νερό / της μνήμης που αγριεύει».(σελ.43)

Ο ποιητής εσχάτως πειραματίζεται αρκετά συχνά και με μια πρώτη ύλη που αξιοποιεί ποικιλοτρόπως, κυριολεκτικά ή μεταφορικά ή αλληγορικά, ως σύμβολο, ως μέσο έκφρασης κλπ. Στις «Δοκιμές συγκολλήσεως» (2013) ήταν τα διάφορα μέταλλα και μεταλλεύματα, στις «Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες» (2016) είναι οι πέτρες, οι βράχοι, τα διάφορα πετρώματα, τα πετρώδη εδάφη και ούτω καθεξής. Νομίζω πως η ποίηση του Λ.Γ. έχει ανάγκη από μια πρώτη ύλη ως μοχλό αισθητικής ανέλκυσης ή ανάτασης. Γι’ αυτό και την επιστρατεύει, άρτια και λειτουργικά.

Οδεύοντας προς το τέλος αυτής της παρουσίασης, θέλω να πω πως θεωρώ το ποίημα «Αλλού» (σελ. 48) ως μια από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου. Με σαφήνεια, συμμετρία και δομική αρτιότητα, ο ποιητής αναφέρεται στις ζωές των απλών ανθρώπων που γίνονται έρμαιο στα χέρια των κραταιών ταγών της γης.

Δυο επισημάνσεις έχω να κάμω για αυτή τη συλλογή: α) Όσο ο στίχος του Λ.Γ. βαθαίνει στα νοήματα, τόσο πιο δύσβατος καθίσταται και τα «κλειδιά» του γίνονται δύσκολα, ακόμη και για αρκούντως μυημένους στα της ποίησης αναγνώστες. β) Η προσήλωση του ποιητή στη μορφολογική αλλά και τη θεματική συνέπεια, ευτυχώς πολύ αραιά, οδηγεί σε κάποια, μάλλον ελάχιστα, ψήγματα εγκεφαλισμού.

Γιώργος Φράγκος, Ο Φιλελεύθερος, 5 Δεκεμβρίου 2016.

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, που ανήκει στην πολυάριθμη ομάδα των ποιητών που εμφανίσθηκαν (γεννήθηκε το 1962) στην Κύπρο μετα την ανεξαρτησία της απο τον αγγλικό ζυγό, τιτλοφορείται Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες και εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, στην Αθήνα. Η συλλογή Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες είναι η ένατη στη σειρά εκδομένη ποιητική συλλογή του Γαλάζη, εφόσον προηγήθηκαν άλλες οκτώ. Την χωρίζει όμως ένα χρονικό διάστημα τριών χρόνων από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του που τιτλοφορείται Δοκιμές συγκολλήσεως και εκδόθηκε το 2013, επίσης από τις εκδόσεις Φαρφουλάς, στην Αθήνα.

Παρα το σύντομο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την έμπνευση, τη συγγραφή και την ολοκλήρωση της τελευταίας συλλογής από την αμέσως προηγούμενη, διαπιστώνω πως μεταξύ τους υπάρχουν κάποιες διακριτές διαφορές, (κυρίως σε ό,τι αφορά το επίπεδο της ποιότητας αλλά και τις δυσκολίες πρόσληψης της ποίησης που περιέχει η τελευταία συλλογή του), παρόλο που τεχνοτροπία (υφολογικά, μορφολογικά και θεματογραφικά) είναι σχεδόν οι ίδιες.

Βασικά, έχω διαπιστώσει πως η ποίηση που περιέχει η τελευταία συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη δεν είναι εξωστρεφής ούτε και εύκολη για κατανάλωση από τον οποιονδήποτε, σε αντίθεση με την ποίηση που περιείχε η προηγούμενη συλλογή του, που στο μεγαλύτερο μέρος της ήταν βατή και κατανοητή από τους αναγνώστες του. Κατα ανεξήγητο λόγο, στη συλλογή Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, η ποίηση του Γαλάζη παρουσιάζεται επιμελώς κρυπτική, αιγνιγματώδης και υπαινικτικη, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης του να διαθέτει οπωσδήποτε κάποιο γνωσιολογικό και αισθητικό υπόβαθρο αλλά και να καταβάλλει κάποια επιπρόσθετη προσπάθεια μέχρι την πλήρη κατανόησή της. Στο σύνολό της ή σχεδόν στο σύνολό της, για να μην είμαι απόλυτος, η συλλογή Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες περιέχει ποίηση με εσωτερικό βάθος και πυκνότητα, επιμελώς όμως αποκρυμμένη, όπως ήδη έχω αναφέρει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να χρειάζεται να επιχειρήσει μία γενναία καταβύθιση μέσα στις σελίδες του βιβλίου αλλά και στον ψυχικό κόσμο του δημιουργού του, μέχρι να αισθανθεί και ν’ απολαύσει αυτή την ποίηση.

Με άλλα λόγια, ο Λεωνίδας Γαλάζης, με τα ποιήματα που μας προτείνει στην τελευταία συλλογή του, αποφάσισε να μιλήσει για γεγονότα και θέματα «που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου/ ή στην επικράτεια των συμβόλων». Θέλω να πω πως τα σύμβολα και οι μύθοι έχουν ρυθμιστική θέση στην ποίηση που περιέχει αυτή η συλλογή του. Έτσι, τα ποιήματά του εδώ δεν «έχουν σχέση με πρόσωπα και πράγματα», όπως καλώς μας προδιαθέτει στο ποίημα «Ναυάγια», το οποίο, πιστεύω, αντανακλά και εκφράζει εύγλωττα όλη την ποιητική του, το οποίο και δημοσιεύω αμέσως πιο κάτω:

ΝΑΥΑΓΙΑ

Φυσικά δεν τους ενοχλεί να μιλούμε για ναυάγια, είπαν,

αρκεί να μην έχουν σχέση

με πρόσωπα και πράγματα.

Μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για ναυάγια

που ανάγονται στη σφαίρα του μύθου

ή στην επικράτεια των συμβόλων.

Ίσως ακόμη και για ξεχασμένα κουφάρια ναυαρχίδων

στον αχανή βυθό των λογισμών

που λαμπυρίζουν μες στο σκότος του θανάτου.

Ο Λεωνίδας Γαλάζης, όπως διαφαίνεται καθαρά από το πιο πάνω ποίημα, είναι ταγμένος και αφοσιωμένος στη σεφερική σχολή ποίησης, όπου οι οπαδοί της δεν καταγράφουν τα πράγματα όπως οπτικά τα βλέπουν. Αντίθετα, τα θέματά τους (αυτό ισχύει και για τον Γαλάζη) τα περνάνε «από τον καθρέπτη της ψυχής τους», όπως θα έλεγε ο αλησμόνητος Θεοδόσης Νικολάου, όπου χωνεμένα και αναπλασμένα τώρα τα προσφέρουν μέσα από την «πολύσημη λειτουργία των συμβόλων» στους αναγνώστες τους.

Με αυτό θέλω να επισημάνω πως ο Γαλάζης δεν εστιάζει στην ποίησή του την πραγματικότητα. Απεναντίας, πρώτα προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει και να συγκινήσει τον αναγνώστη που διαβάζει την ποίησή του μέσω των συμβόλων ή των μύθων και, στη συνέχεια, τον αφήνει να οδηγηθεί και νʼ ανακαλύψει από μόνος του την πραγματικότητα (ιστορική, κοινωνική, πολιτική) όπως την εκλαμβάνει στη διάρκεια της αναγνωστικής πορείας του. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που τη λέξη «σύμβολο-α» τη συναντάμε σε πολλά ποιήματά του.

Υπό αυτή την έννοια όμως σαφώς και τα ποιήματα του Λ. Γαλάζη δεν είναι σκοτεινά, χωρίς λογικό ειρμό και ακατάληπτα. Απλώς, ο αναγνώστης του, χρειάζεται να εξοικειωθεί πρώτα με τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο λειτουργίας του, καθώς και με την τεχνική που εφαρμόζει για να οικοδομήσει αυτά τα ποιήματα, και στην πορεία θα κυλήσουν όλα ομαλά. Εννοώ πως θα καταλήξει εύκολη υπόθεση η ανάγνωση και η κατανόηση αυτών των ποιημάτων. Δηλαδή, ο αναγνώστης του Γαλάζη, αν ενεργήσει με αυτό τον απλό τρόπο, δεν θα χρειασθεί νομίζω να καταβάλει μεγάλο κόπο για νʼ αντιληφθεί πως ο ποιητής, με αφορμή το συναπάντημά του μʼ ένα ταλαιπωρημένο πουλάκι, με μία ριζιμιά πέτρα στο βουνο, μʼ ένα φύλλο στο δάσος που το παρασύρει ο αγέρας ή με μία «λεμονιά ανθισμένη που φύτρωσε στην πέτρα», μπορεί να εμπνευσθεί και άνετα να δημιουργήσει υπέροχα ποιήματα, εμποτισμένα με πανανθρώπινα μηνύματα και ιδέες, τα οποία θα απολαύσει αφού πρώτα αποκρυπτογραφήσει τα σύμβολα τα οποία επέλεξε ο Γαλάζης για να στηρίξει αυτά τα ποιήματά του.

Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Μόνο προσεύχονται», που είναι κατα την άποψή μου ένα από τα καλύτερα της συλλογής και που εκφράζει όλο το σκεπτικό που εξέθεσα πιο πάνω.

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα

(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)

στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα

λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.

Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους

(που να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)

σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα

απʼ τους θεούς τους ξεχασμένα.

Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα

ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριο τους

που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει

με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς.

Μʼ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.

Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!

Ο Λ. Γαλάζης, σε ό,τι αφορά τη σύλληψη, την εκτέλεση και την ολοκλήρωση ενος έκαστου των ποιημάτων του, μοιάζει να λειτουργεί λίγο πολύ όπως ένας εμπνευσμένος σκηνοθέτης του κινηματογράφου που, πριν αρχίσει να γυρίζει μία σκηνή από το έργο που πάει να ολοκληρώσει, πρέπει πρώτα να έχει απέναντί του ένα ευφάνταστο σκηνικό, πέριξ του οποίου θα εκτυλιχθούν οι σκηνοθετικές οδηγίες του, για να καταγραφούν ακολούθως από τις κινηματογραφικές μηχανές όλες εκείνες οι εικόνες που εμπνεύσθηκε, που δουλεύει στο μυαλό του και που επιδιώκει να τις απαθανατίσει πάνω στην ταινία με την τέχνη του. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στο Λ. Γαλάζη, με τη σκηνοθεσία να είναι εκείνο που αλλάζει κάθε φορά στα ποιήματα της εν λόγω συλλογής του. Εννοώ ασφαλώς τη σκηνική επένδυση που επιχείρησε σε κάθε ποίημα, που επέρχεται σίγουρα με την εκφορά νέων εικόνων, φράσεων και κυρίως πολύσημων λέξεων, συμβόλων και μύθων.

Χωρίς κανένα απολύτως περιθώριο αμφισβήτησης, ο Λ. Γαλάζης, μέσα από τα ποιήματα της συλλογής Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, αποδεικνύεται ποιητής πρώτης γραμμής, με ισχυρές θέσεις και βέβαια με δυνατή έμπνευση. Επιπρόσθετα, η μακρόχρονη θητεία του στις τέχνες και τα γράμματα (είναι φιλόλογος καθηγητής) αποτελούν το στέρεο υπόστρωμα πάνω στο οποίο θεμελιώνει και στηρίζει το δικό του σημαντικό ποιητικό έργο. Συνεπώς, οι επιρροές που δέχεται από άλλους κορυφαίους ομότεχνους του είναι καλά αφομοιωμένες και κατάλληλα αξιοποιημένες στα δικά του ποιήματα. Γιʼ αυτό ο επαρκής αναγνώστης είναι αδύνατον που να μην αισθανθεί π.χ. τον απόηχο (έστω και εξασθενημένο) από την ποίηση (κυρίως) του Καβάφη, του Μόντη, του Σαχτούρη, του Καββαδία και άλλων στα ποιήματά του. Ακολουθεί ένα μικρό ποίημα όπου καθώς το διαβάζεις αισθάνεσαι τον απόηχο από τη φωνή του Μίλτου Σαχτούρη.

ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ 2

Έριχνε το σχοινί να δέσει το σύννεφο

κι αυτό γελούσε

όλο του ξέφευγε και γελούσε.

Όλο του ξέφευγε και τραγουδούσε

τα φευγαλέα σκιρτήματα της ζωής

σύννεφο, σύννεφο τρελό

στʼ ανθισμένα κλαδιά του θανάτου.

Δίνω και ένα ποίημα που μας θυμίζει το μεγάλο ποιητή της Αλεξάνδρειας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη:

ΔΕΣΜΩΤΗΡΙΟ

Κανείς μην περιμένεις να σε σώσει.

Και μην πουλήσεις την ψυχή σου

για λίγες κάλπικες ημέρες.

Πόσο μάταιες, άλλωστε, θα ’σαν αυτές

πόσο γεμάτες θάνατο, πόσο γεμάτες φόβο.

Οι φίλοι σου έχουνε πια χαθεί

σαν νιφάδες που σβήνουν ηρωικά

στο κυνήγι της δόξας.

Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πως η ποίηση γενικά του Λεωνίδα Γαλάζη συνιστά μία ιδιότυπη γραφή, αυστηρά προσωπική που ωρίμασε αρκετά πρόωρα. Είναι μία γραφή πυκνή σε νοήματα, κυρίως σε μηνύματα και ιδέες, που αρδεύεται μόνιμα από τη μεγάλη δεξαμενή των πανανθρώπινων αξιών, που αποτελεί σίγουρα και την πεμπτουσία της ποίησής του. Είναι όλα αυτά τα στοιχεία όμως που τον κάνουν να ξεχωρίζει ως μία από τις πιο γνήσιες, στέρεες, σοβαρές και ελπιδοφόρες ποιητικές φωνές που αναδείχθηκαν στην Κύπρο τα τελευταία χρόνια.

http://www.poiein.gr/2016/09/20/

Η αναφαίρετη μοναξιά του ποιητή μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας

Με την ένατη κατά σειρά, καλαίσθητη εκδοτικά, ποιητική συλλογή Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες (Φαρφουλάς, 2016), ο ποιητής και στέρεος φιλόλογος Λεωνίδας Γαλάζης, παρουσιάζεται, σε σχέση με το προγενέστερο έργο του, οξύτερα κριτικός απέναντι στη σύγχρονή μας λιμνάζουσα, πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα, φτιάχνοντας, ωστόσο, ποίηση λειτουργική και ώριμη. Έντονα ειρωνικός, συχνά σαρκαστικός, άλλοτε δηκτικός, ανυποχώρητα κατήγορος και φυσικά οργισμένος, αποτελεί μια παραδειγματική περίπτωση ενός πνευματικού ανθρώπου, που εξεγείρεται απέναντι σε ένα ανάξιο και ηθικά διαβρωμένο παρόν. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των ονείρων, των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της κυπριακής μεταπολεμικής πραγματικότητας («ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΛΑΣΠΗ» σ. 15, «ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΤΕΣ» σ. 21), β) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη γραφειοκρατική απονεύρωση και τον στυγνό τεχνοκρατικό ορθολογισμό («ΣΩΤΗΡΙΟΝ» σ. 19, «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» σ. 23, «ΝΟΜΟΙ» σ. 25, «ΑΝΑΜΟΝΗ» σ. 37), γ) της γενικότερης ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης («ΤΡΥΠΙΑ ΓΡΟΣΙΑ» σ. 14, «ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥΣ» σ. 22, «ΑΠΟΛΟΓΙΑ» σ. 24, «ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΜΑ» σ. 34), δ) της αλλοτριωμένης ενηλικίωσης σε σύγκριση με την ανόθευτη παιδική ηλικία, η οποία, ωστόσο, δεν αποτελεί πλέον λυτρωτική ουτοπία, αλλά επιβαρύνει τον ενήλικα με συναισθήματα άγχους, χρέους και ενοχής («ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΠΕΤΡΩΜΑΤΩΝ» σ. 30, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ» σ. 31, «ΑΓΥΡΙΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ» σ. 36) και τέλος ε) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου, μιας ζωής ανούσιας κι υποταγμένης «ΠΕΤΡΕΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ» σ. 38, «ΚΛΕΨΥΔΡΑ» σ. 40, «ΣΥΝΤΡΙΒΗ» σ. 41), δεσπόζουν στην ανά χείρας συλλογή, καταδεικνύοντας την πόλη ως τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση.

Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ʽνεοκυπριακήςʼ πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης ή όπως την περιέγραψε ο Σεφέρης, ο οποίος είδε τη μεγαλόνησο ως έναν αυθεντικό ελληνικό τόπο, «όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη».

ΜΟΝΟ ΠΡΟΣΕΥΧΟΝΤΑΙ (σ. 18)

Σκύβουνε το κεφάλι τα κοτόπουλα

(τι φρόνιμα κεφάλια δίχως φρόνημα)

στα κλουβιά τους με τάξη στοιβαγμένα

λοξοκοιτώντας σαν χαμένα.

Σκύβουν και προσκυνούν τον κύριό τους

(πού να προβλέψουν τι τους ετοιμάζει)

σκύβουν και προσεύχονται τα φρόνιμα κοτόπουλα

απʼ τους θεούς τους ξεχασμένα.

Δίχως ψυχή μα τόσο φρόνιμα

ποτέ δεν ταλαιπώρησαν τον Κύριό τους

που τόσο τα επαινεί καθώς τα παραδίδει

με τα κεφάλια τους σκυμμένα στους σφαγείς

Μʼ ακόμη και τότε κάνουν πως δεν βλέπουν τα μαχαίρια.

Μόνο προσεύχονται σκυφτά. Μόνο προσεύχονται!

Η ανά χείρας συλλογή αποκαλύπτει, επομένως, μια ηθική στάση αντίκρυ στα ασφυκτικά φαινόμενα μιας ανούσιας, αστικής ζωής, ενός κόσμου σαθρού και σάπιου, ο οποίος μόνο με τον κόσμο της Έρημης Χώρας του Έλιοτ μπορεί να συσχετιστεί. Μια στάση απώθησης, αηδίας και συγκρατημένης διαμαρτυρίας υψώνεται απέναντι στην απουσία σταθερών αξιών που παρατηρεί ο ποιητής στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι, η οποία, όμως, ποτέ δεν οδηγεί ξεκάθαρα το ποίημα ως την εξέγερση, αλλά, ωστόσο, την εγκυμονεί. Το δραματικό κατακάθι της προσωπικής εμπειρίας, η πίκρα και η αγανάκτηση δεν αποκαλύπτονται φωναχτά∙ αντίθετα, περνούν έμμεσα και γιʼ αυτό πιο εύστοχα, συνδυαζόμενα σε όλο το μήκος και το πλάτος της συλλογής με μια σκωπτική, διαβρωτική, ειρωνική διάθεση. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, δεν θα ήταν, πιστεύω, παράτολμο και αβάσιμο να υποθέσουμε ότι η αντίδραση του ποιητή δεν συνδέεται μόνο με την τρέχουσα κοινωνικοπολιτική, οικονομική και πνευματική κρίση του τόπου, αλλά και με προσωπικά βιώματα και εμπειρίες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης τίτλος της συλλογής Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο πρώτος όρος του τίτλου, το επίθετο, δηλαδή, «Ληξιπρόθεσμες» προσδιορίζει αντιθετικά και ειρωνικά τον δεύτερο όρο, το ουσιαστικό «Επαγγελίες», ακυρώνοντας ή απονευρώνοντάς τον νοηματικά. Αποτελεί, με άλλα λόγια, ένα ειρωνικό, αλλά και αυτοσαρκαστικό σχόλιο τόσο απέναντι στην πολιτική διαφθορά, τον καιροσκοπισμό και την κοινωνική αθλιότητα ενός κόσμου ανερμάτιστου όσο και απέναντι στην ίδια τη λειτουργία ενός ληξιπρόθεσμου και κενού, από οποιοδήποτε κοσμογονικό ή συνεκτικό όραμα, ποιητικού λόγου. Η καταλυτική, πάντως, παρουσία της φθοράς όπως και της μόνιμης αίσθησης του αδιεξόδου είναι αδιάλειπτη και δραστική και καταδεικνύεται αφενός μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων συμβόλων (π.χ. πέτρα, κοτόπουλα, Σωκράτης, νόμοι, κύμβαλα, κραυγή, σιωπή κ.λ.π.) και αφετέρου μέσα από τη στοχευμένη, σε ορισμένα ποιήματα, επιστράτευση της υπερρεαλιστικής ρητορικής.

Πιο συγκεκριμένα, η διακειμενική σύνδεση με το ελληνικό υπερρεαλιστικό κίνημα στα ποιήματα («ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ» σ. 39, «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ» σ. 57, «ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ» σ. 59), αποσκοπεί στην ανάδειξη ενός δημιουργικού, ανατρεπτικού, θα λέγαμε, διαλόγου. Παρατηρούμε, με άλλα λόγια, μια ειρωνική απόκλιση από το προσφιλές, ιδιαίτερα στον γενάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού Α. Εμπειρίκο, μοτίβο της ανατροπής, πρώτα, της καθεστηκυίας, αστικής τάξης πραγμάτων και εν συνεχεία της ποιητικής επαγγελίας ενός καθολικού και λυτρωτικού, υπερρεαλιστικού οράματος σεξουαλικής απελευθέρωσης. Ως προς αυτή την κατεύθυνση, ο ευφυής τίτλος Ληξιπρόθεσμες Επαγγελίες είναι δηλωτικός της οριστικής απώλειας και της παντελούς απουσίας οράματος και ελπίδας, που κυριαρχούν σε όλη τη συλλογή.

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ (σ. 58)

Άγρια φωτιά στη λίμνη των ματιών σου. Ποιος πυροδότησε

τις σκέψεις σου; Νομίζεις πως οι διαβάτες θα γύριζαν να

δουν το κυπαρίσσι που λαμπάδιαζε στο κέντρο της πλατείας.

Μα ʼχαν τα βλέμματά τους στα σύννεφα. Άντε τώρα να

πείσουν τα όργανα του νόμου ότι δεν γνωρίζουν τίποτα για

τα ρόδια που σκάγανε σαν τρελά στον αέρα ούτε για τις

τροχιές των γυάλινων καρφιών τους. Βαθιά στη λίμνη της

φωτιάς πʼ άπλωσε τα πλοκάμια της στα σπίτια γιορτάζανε

τσιγγάνες σαν τρελές την έξοδο τους απʼ την πλήξη. Λες

και δεν είδανε ποτέ ξανά στον ουρανό δαιμονισμένη ρο-

διά να χορεύει, αποτινάζοντας το βάρος των ευθυνών της.

Στάχτη στις ψυχές μας κι άγριος πυρετός. Νερό! Μα πού;

Λευτεριά κι αυτή να σου τύχει σαν δεν έχεις πού νʼ αφή-

σεις τους καρπούς σου, μέχρι να δέσουν τα καράβια στο

λιμάνι της κρυφής ελπίδας πως ήταν όλα μια παραίσθηση.

Ήσουν ωραία. Ακόμα κι αν οι σκέψεις σου λαμπάδιασαν κι

έμειναν στάχτη τώρα πια στον ουρανό των ποιημάτων.

Ο βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή των περισσότερων ποιημάτων βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα. Ο Γαλάζης, όπως και στις προηγούμενες συλλογές του (βλ. ενδεικτικά μόνο τους τίτλους των συλλογών Φωτηλασία, Παραδαρμός εν αλφαβήτω, Λοκριγκάνα), αποκαλύπτει εξαρχής την πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το λεκτικό παιχνίδι απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αντιμάχονται τον στείρο τεχνοκρατικό ορθολογισμό και αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Το κύριο, πάντως, μέσο αποφυγής του μελοδραματισμού στα ποιήματα της συλλογής είναι η ειρωνική χρήση της μορφής.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η χιουμοριστική, ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, τεχνοκρατικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, της υπερρεαλιστικής ρητορικής, της καρυωτακικής σάτιρας και της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες-καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών, αλληγοριών, συμβόλων και άλλων ρητορικών σχημάτων και πρωτίστως με την ειρωνική, ανατρεπτική χρήση της αυστηρής μορφής του σονέτου.

Εστιάζοντας, ειδικότερα, στη χρήση του είδους του σονέτου στην ανά χείρας συλλογή, παρατηρούμε αρχικά ότι τουλάχιστον 16 από τα 51 ποιήματα που συγκεντρώνονται στην έκδοση ερωτοτροπούν είτε φανερά είτε υπόγεια με το γνωστό δεκατετράστιχο είδος και είναι ανομοιοκατάληκτα. Δεν είναι, μάλιστα, τυχαίο για την αρχιτεκτονική δόμηση της συλλογής ότι τόσο το εναρκτήριο όσο και το καταληκτικό ποίημα είναι δεκατετράστιχα. Το πρώτο διατηρεί την αυστηρή στροφική φόρμα των τεσσάρων στροφών του ιταλικού και γαλλικού σονέτου, αρχικά δύο τετράστιχων και εν συνεχεία δύο τρίστιχων (4,4,3,3), ενώ το τελευταίο διαστρεβλώνει τη στροφική αυστηρότητα του είδους σε τρεις στροφές∙ μια τρίστιχη, μια πεντάστιχη και μια εξάστιχη. Σημειώνω, μάλιστα, εμφαντικά ότι σε αυτή την καταμέτρηση δεν υπολογίστηκαν άλλα 4 ποιήματα: 2 δεκαεπτάστιχα, που θα μπορούσαν καταχρηστικώς να θεωρηθούν σονέτα με ουρά και 2 εικοσάστιχα, που πάλι παρακινδυνευμένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν διπλά σονέτα. Δεν καταμετρήθηκε επίσης το ποίημα δεκατριών στίχων («ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΗΠΟΥΡΟΙ» σ. 35), το οποίο είναι, κατά την άποψή μου, σκόπιμα κουτσουρεμένο κατά ένα στίχο, σονέτο, καθώς τραγικές περσόνες του ποιήματος αποτελούν, όπως δηλώνει αλληγορικά ο τίτλος, ανάξιοι κηπουροί.

Παρατηρώντας, τώρα, προσεκτικά τα 16 αυτά δεκατετράστιχα ποιήματα βλέπουμε ότι μόνο 6 από τα 16 διατηρούν άθικτη την εξωτερική μορφή του στροφικού συστήματος του σονέτου (4,4,3,3 = 14 στίχοι). Πέρα από το κανονικό ανομοιοκατάληκτο σονέτο, εντοπίζουμε 3 ανάποδα σονέτα (3,3,4,4) ή και τη συγκεκαλυμμένη παρουσία 7 δεκατετράστιχων ποιημάτων, που υλοποιούνται με ποικίλους συνδυασμούς στροφικών συστημάτων [(4,3,3,4), (3,4,3,4), (3,4,4,3), (2,3,2,4,3), (2,2,2,2,2,2,2), (3,5,6), τα οποία θα μπορούσαμε συμβατικά, χάριν συζήτησης, να τα ονομάσουμε ψευδοσονέτα. Σε συνδυασμό με την πολύτροπη ανατροπή του εξωτερικού, στροφικού συστήματος του σονέτου σημειώνουμε παράλληλα και την εσωτερική αποδιοργάνωση του είδους, η οποία επιτυγχάνεται αφενός με τον συντακτικό κατακερματισμό στίχων (π.χ. χωρίζοντας το υποκείμενο από το κατηγορούμενο) και αφετέρου με έντονους διασκελισμούς, οι οποίοι προκαλούν ισχυρή διατάραξη της σύνταξης και κατʼ επέκταση του νοήματος, τόσο σε σχέση με συνεχόμενους στίχους όσο και με συνεχόμενες στροφές∙ στοιχεία που προκαλούν αδιαμφισβήτητα την αίσθηση ενός επώδυνου ποιητικού αδιεξόδου μπροστά στις αντεστραμμένες πνευματικές αξίες της σύγχρονής μας πολιτικοκοινωνικής, πολιτιστικής, πολιτικής και εθνικής πραγματικότητας. Αυτή η αντιστροφή, μάλιστα, των αξιών καταδεικνύεται και μορφικά με τη χρήση του ανάποδου σονέτου. Παράλληλα η κυρίαρχη αίσθηση της ανθρώπινης διάλυσης, της ηθικής αποσύνθεσης και της αποσπασματικότητας προβάλλεται μορφικά τόσο με την εξωτερική διάσπαση του στροφικού συστήματος του σονέτου όσο και με την εσωτερική διατάραξη της σύνταξης και του νοήματος.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, είναι, προφανές ότι ο Λεωνίδας Γαλάζης, στην προσπάθειά του να εκφράσει έναν κόσμο, αλλοτριωμένο, βουλιαγμένο στον πολιτικό, κοινωνικό και πνευματικό βούρκο, χωρίς καμιά καταφυγή ή προοπτική μιας κάποιας έστω ανοικοδόμησης ή αποκατάστασης, πειραματίζεται με το σονέτο, ούτως ώστε να δημιουργήσει τις μορφές εκείνες που θα μπορέσουν να αισθητοποιήσουν τις νέες σχέσεις με την κοινωνία του και τον εαυτό του. Ο Καρυωτάκης, κρατώντας άθικτο το εξωτερικό, στροφικό περίβλημα του είδους, αλλά ανατρέποντας πολύτροπα την αισθητική της μορφής του από μέσα, δημιούργησε τον περίφημο, παράφωνο ήχο των «ξεχαρβαλωμένων κιθάρων». Ο Λεωνίδας Γαλάζης, σε έναν κόσμο ληξιπρόθεσμων επαγγελιών, μπροστά σε αυτή την ολοκληρωτική διάλυση και αλλοτρίωση που ζούμε, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και αποκαλύπτει τα «σπασμένα φτερά» της δικής του μουσικής ποίησης, διαλύοντας ή ανατρέποντας και τα δύο∙ και το εξωτερικό περίβλημα και το εσωτερικό του σονέτου. Η σημαίνουσα, πάντως, χρήση του σονέτου, αλλά και γενικότερα η οργάνωση των ποιημάτων της συλλογής, υποβάλλουν έντονα στον αναγνώστη την αίσθηση ενός προσωπικού ρυθμού και μιας ποίησης που θεμελιώνεται γερά στη μουσικότητα. Πιο συγκεκριμένα, την εικόνα ενός θρυμματισμένου, μάταιου, με μουσικούς όρους, κόσμου παρουσιάζει το ποίημα «ΚΥΜΒΑΛΑ», ενώ το θέμα της βίαιης καθυπόταξης, κουρδίσματος της ανθρώπινης προσωπικότητας από μια αόρατη εξουσία αναπτύσσει το εξαιρετικό ποίημα «ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΛΥΡΑΣ».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης, η δεσπόζουσα θεματική της συλλογής σε συνδυασμό με την καινοτόμα, ανατρεπτική μορφολογικά, χρήση του σονέτου, αποδεικνύουν ότι ο Γαλάζης θέλει να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του Καρυωτάκη, καθώς και ο ίδιος εκφράζει συναφή αδιέξοδα σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η διακειμενική σύνδεση με τον αυτόχειρα της Πρέβεζας δεν εξυπηρετεί ένα είδος ποιητικής ειδωλολατρίας, αλλά έναν γόνιμο διάλογο. Έναν διάλογο που διακρίνεται σε υπόγειες επιδράσεις και σε ομολογημένα δάνεια και που, αφενός επικεντρώνεται στη δημιουργική και αφομοιωτική σχέση με τα δραστικά και ανθεκτικά στον χρόνο στοιχεία της ποίησης του Καρυωτάκη και αφετέρου καταδεικνύει την εξακολουθητική επαναφορά ενός αισθητικού ζητήματος που ταλανίζει τον μοντέρνο ποιητή: τη ρήξη του με την κοινωνία. Πρέπει να επισημανθεί εμφατικά ότι και οι δύο ποιητές υιοθετούν τον ρόλο του μοναχικού ακροβολιστή και όχι του στρατευμένου, εκείνου, δηλαδή, που έχει ένα αναπτυγμένο συνολικό επαναστατικό όραμα ή πρόγραμμα και θέλει να το επιβάλει. Είναι φυσικό, λοιπόν, εκφράζοντας ένα κλίμα κοινωνικής διάψευσης και αποξένωσης να αντιπροσωπεύουν αμφότεροι μια προσωπική αντίσταση χωρίς προγραμματικούς στόχους. Η στενή, επομένως, συναισθηματική και ψυχική συγγένεια του Γαλάζη με τον Καρυωτάκη αναδεικνύει περίτρανα για ακόμη μια φορά την αναμφισβήτητη αισθητική αξία και επικαιρότητα του καρυωτακικού έργου.

Συνοψίζοντας, στην τελευταία του συλλογή «ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ», ο Λεωνίδας Γαλάζης, βαθιά ταραγμένος και απογοητευμένος από τη σύγχρονή του πολιτική, κοινωνική και πνευματική πραγματικότητα, μιλά από τη μια συμβολικά, συγκρατημένα και χαμηλόφωνα κι από την άλλη ξεκάθαρα κι αιχμηρά. Μέσα από τις ποικίλες αντινομίες του ποιητικού του λόγου [(λυρισμός-καταγγελία), (κυριολεξία-μεταφορά), (εξομολόγηση, σιωπή-κραυγή), (παιδική αθωότητα-ενηλικίωση, καχυποψία), (τρυφερότητα-ειρωνεία, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός), (μελαγχολία-παρωδία), (υποβλητική ατμόσφαιρα-λεκτικό παιχνίδι), (ρεαλιστικό- υπερρεαλιστικό), (πραγματικό-φανταστικό)], επιχειρεί να ελκύσει τον αναγνώστη του, υπηρετώντας το πνεύμα της κριτικής του στάσης. Επιμέρους ενστάσεις σε κάποια ποιήματα της συλλογής για έλλειψη ουσιαστικού βιωματικού υποστρώματος, εγκεφαλικότητα και επιτήδευση υπάρχουν και εκτιμούνται ως υποχώρηση σε σχέση με την προηγούμενή του συλλογή. Η παρούσα, όμως, συλλογή, με τις λεκτικές και μορφολογικές ανατροπές, τις σημασιακές εμβαθύνσεις και τους συμβολικούς συσχετισμούς, αιφνιδιάζει τον αναγνώστη και επιτυγχάνει, ανεπιφύλακτα, ένα ψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, αποκαλύπτει μια ελεύθερη, αλλά και επώδυνη στις επιλογές της πνευματική και ποιητική στάση, η οποία προϋποθέτει την αναφαίρετη μοναξιά μέσα στην πολύβουη αγορά της πολιτείας.

http://www.poiein.gr/2016/07/01/

[Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Γενιά της Κατοχής και της Αφθονίας, Λευκωσία, Διόραμα, 2018]

Λεωνίδας Γαλάζης, Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες, Αθήνα, Φαρφουλάς, 2016, σελ. 64.

Και με την τελευταία, ένατη στη σειρά, συλλογή ποιημάτων του ο Λ. Γαλάζης δείχνει ότι δεν παύει να πειραματίζεται με την ποιητική γραφή, να εξελίσσεται και να ωριμάζει. Σταδιακά παραμερίζει τους περιττούς όγκους στο γράψιμό του, δουλεύει με την αφαίρεση και την υποβολή, την αμφισημία και την ειρωνεία, επιτυγχάνοντας στις καλύτερες περιπτώσεις την εμβάθυνση στα πράγματα και τη συμπύκνωση του λόγου του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, η γραφή του γίνεται σιβυλλική, δύσκολη και σκοτεινή, αν όχι απροσπέλαστη. Ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης ποίησης, ιδίως η πιο νεότροπη, είναι δύσκολη και σκοτεινή. Το μεγάλο στοίχημα είναι να βρει ο ποιητής τη χρυσή τομή ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο (αν θεωρήσουμε ότι υφίσταται τέτοια διάκριση) και να μεταποιήσει και να αναγάγει στην περιοχή της τέχνης το πρωτογενές θεματικό υλικό του, τον αρχικό σπινθήρα της έμπνευσης.

Στα περισσότερα ποιήματα των Ληξιπρόθεσμων επαγγελιών ο αναγνώστης καλείται να υπερβεί το πρώτο στρώμα του λόγου, να αναγνωρίσει τα σύμβολα και τις αλληγορίες του, τις μεταφορικές εικόνες και τη λανθάνουσα ή πιο διακριτή ειρωνεία του, ώστε να προωθηθεί σε ένα δεύτερο επίπεδο της γραφής και να χαρεί την ποιητική ουσία της. Αυτό δεν είναι εύκολο και δεν επιτυγχάνεται πάντα. Ορισμένα κείμενα του βιβλίου (λ.χ. «Πέτρες», «Βασιλείς ερειπίων», «Συλλέκτης πετρωμάτων», «Αντιστάσεις», «Ανάξιοι κηπουροί», «Αναμονή», «Μέγαιρες των υδρατμών», «Στίγματα», «Ειρκτή», «Φουρτούνα», «Στη λίμνη των ματιών σου») αντιστέκονται σθεναρά, δεν διευκολύνουν αναγνώστη να αναγνωρίσει το υπόστρωμά τους και δίνουν κάποτε την εντύπωση ότι δεν φτάνουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Από την άλλη, στις καλύτερες στιγμές της συλλογής (λ.χ. «Επαγγελίες», «Στο κράτος της σιωπής», «Αίμα και λάσπη», «Μόνο προσεύχονται», «Μόνο για το χώμα», «Λευκωσία»), φαίνεται ότι ο ποιητής ελέγχει με σιγουριά τα εκφραστικά του μέσα και κατορθώνει να αρθρώσει έναν ώριμο ποιητικό λόγο, εκκινώντας από αφηρημένες έννοιες για να υπαινιχθεί πράγματα και καταστάσεις, μικρά και μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας και της ζωής.

Έτσι, σε ένα πρώτο επίπεδο του λόγου, ο ποιητής μιλά για Χίμαιρες, το Μηδέν και το Κενό, για ευθείες, τεθλασμένες και καμπύλες, για το κράτος της σιωπής, για εμπόρους και τρύπια γρόσια, για γουρούνια που χαίρονται τη λάσπη τους, για έναν βασιλιά που υποσκάπτεται από τον αντιβασιλιά και τους φρουρούς του, για αδηφάγους λύκους που τρώνε παιδιά, για πειθήνια κοτόπουλα που προσεύχονται κρυφά περιμένοντας τον αποκεφαλισμό τους, για κύμβαλα χρυσά κτλ., για να θίξει και να υπαινιχθεί μεγαλομανίες και ματαιοδοξίες του σύγχρονου ανθρώπου, το ψέμα και την υποκρισία, την επιβολή της εξουσίας και την καταπίεση, τη ματαιότητα των ανθρωπίνων, λογής ανησυχίες και γενικότερα προβλήματα.

Μεταφέρουμε εδώ ως δείγμα γραφής το ποίημα «Λευκωσία», ένα κείμενο με πολιτικές προεκτάσεις, το οποίο φαίνεται να παραπέμπει στη σύγχρονη πολιτική κατάσταση στο νησί, σε ένα κλίμα εγκλωβισμού και ασφυξίας: «Τα τείχη κυκλώνουν τα δωμάτιά μας. / Κι οι αυλές μας τόσο μικρές / κι οι κάμαρές μας φυλακές. / Τα κρίματά μας με τα καμπαναριά / και τους μιναρέδες τους / με τις αφρούρητες επάλξεις τους / με τις ατελείωτες προσθαφαιρέσεις των ισολογισμών / στις κάμαρες των σκοτεινών μας αποδράσεων».

http://vivliostasio.blogspot.com/

γράφει ο καθηγητής Θεοδόσης Πυλαρινός

Ο κύπριος ποιητής Λεωνίδας Γαλάζης (*1962)Στις τελευταίες ποιητικές συλλογές του Λεωνίδα Γαλάζη (Λευκωσία Κύπρου, *1962) διακρίνει ο αναγνώστης μια καταγγελτική διάθεση του ποιητή, μια οργή που τη συνοδεύει συχνά πικρή ειρωνεία και δόση απογοήτευσης για την υποθηκευμένη ζωή μας, για το πλεόνασμα της υποκρισίας που ασφυκτικά περιβάλλει τον κόσμο μας, για την εκποίηση άνευ όρων της ανθρωπιάς μας, για την αλλοτριωμένη ελευθερία μας. Εννοούμε, κυρίως, τις συλλογές Λοκριγκάνα (εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010) που βραβεύτηκε στην Κύπρο το 2010, και Ληξιπρόθεσμες επαγγελίες (εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016).

Από τη βιωματική σχέση του με τη σιδηρουργική (βλ. τη συλλογή του Δοκιμές συγκολλήσεως, εκδ. Φαρφουλάς, 2013), από τα μέταλλα, τις ιδιότητες και την επεξεργασία τους, έχει καθιερώσει ορισμένα πρωτότυπα, πυρακτωμένα, κατά τη δική του έκφραση, σύμβολα, τα οποία αποδίδουν με τρόπο υπαινικτικό αλλά πολύ έντονο την ταραγμένη εποχή μας.

Θα παρουσιάσουμε από τη βραβευμένη Λοκριγκάνα μία ενδιαφέρουσα πτυχή που συνιστά πρωτόγνωρη θεματική στο έργο του Γαλάζη ή, μάλλον, έμπρακτη εφαρμογή των θέσεών του μέσα από ποιήματα ποιητικής. Πρόκειται για την υπαινικτικά και εν πολλοίς ερμητικά δοσμένη ποιητική πολιτεία του, απόλυτα συνεπή με το πνευματικό και ιδεολογικό βάθος της δουλειάς του, η οποία παρουσιάζεται προοιμιακά στη συλλογή με ένα πεζόμορφο ποίημα, εν είδει προγραμματικής εξαγγελίας, και γίνεται στη συνέχεια κατανοητή από τα εύγλωττα καταγγελτικά παραδείγματα, τα οποία ενυπάρχουν διάσπαρτα, αποσπασματικά ή πλήρως, σε πολλά από τα ακολουθούντα ποιήματα της ίδιας συλλογής.

Παραθέτουμε το εμβληματικό αυτό εισαγωγικό κείμενο, κρυπτικό και δύσβατο εκ πρώτης όψεως ως προς το βαθύτερο νόημά του. Τιτλοφορείται «Ανυπάκουα μέταλλα», δηλώνοντας με την ανυπακοή το ασυμβίβαστο της ποίησης με τη συναλλαγή, αλλά και τον τρόπο θεώρησης του ποιητικού λόγου εκ μέρους του Γαλάζη. Σημειώνουμε ότι προηγούνται ως μότο οι εύγλωττοι για την περίπτωση στίχοι του ποιήματος «Κριτική» του Μανόλη Αναγνωστάκη «Σαν τους γύφτους σφυροκοπάμε αδιάκοπα στο ίδιο αμόνι», από τη συλλογή Ο στόχος (1970).

Στενάζουν τα μέταλλα σαν πέφτουν τα σφυριά στα ντελικάτα μάγουλά τους. Το αμόνι του παππού και τα μάτια σου! Δεν παραδόθηκαν αμαχητί τα μέταλλα στη μορφοποιητική πρόθεση των προγόνων σου. Εσύ πώς επιμένεις απ’ την πρώτη; Τ’ ανυπάκουα μέταλλα… Δεν φοβούνται τη σκουριά (κι ας μαίνεται ο επιστάτης κι ας επισείεται η δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια των σιδηρουργών). Θα προτιμούσαν τη διαρκή πυράκτωση, παραμένοντας στο μεταίχμιο παλιάς και νέας μορφής. Θα ’ταν γι’ αυτά καλύτερα να θρυμματίζονταν τα φοβερά καλούπια. Κι ας παρέμεναν άμορφα, πυρακτωμένα, χωρίς την απειλή του επόμενου σφυροκοπήματος, των αέναων μορφοποιητικών παρεμβάσεων από σιδηρουργούς που χάνουν τον ύπνο τους, αν πρόκειται να κερδίσουν την εύνοια των επιστατών και των θεωρητικών της σιδηρουργίας, μιας τέχνης όντως δύσκολης, πλην όμως ευγενικής παρά τις υψηλές θερμοκρασίες πυρακτώσεως και τους συχνούς βραχνάδες των συντεχνιακών παραγόντων. Ας γράφουν ό,τι θέλουν οι φυλλάδες. Τ’ αμόνια μόνο γνωρίζουν τη στενή συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να συγκρατήσουν την ουσία.

(Λεωνίδας Γαλάζης, Λοκριγκάνα)

Πριν προχωρήσουμε στην «απόδειξή» μας, καταχωρίζουμε βοηθητικά τη δεύτερη στροφή από το τρίτο ποίημα της πρώτης σειράς των Σατυρικών γυμνασμάτων (1908) του Παλαμά, με την πυρακτωμένη μορφή του στίχου, όπως τα μέταλλα, διακειμενικά χρήσιμου για όσα καταγγέλλει ο Γαλάζης μετά το προοιμιακό πιστεύω του:

Σίδερο ο στίχος για να τον πυρώνης.

Σημάδεψε και τρύπησε και δείρε,

τα νύχια σου, αϊτού νύχια […].

Ότι το πεζόμορφο κείμενο λειτουργεί υπαινικτικά στη Λοκριγκάνα (2010), ως ένα είδος παραβολής, είναι εμφανές. Επίσης, αποτελεί μια αλυσιδωτή σειρά σκέψεων πρωτίστως απευθυνόμενες εις εαυτόν, όπως δείχνει το β΄ ενικό πρόσωπο («πώς επιμένεις»), και ασφαλώς προς όσους εμπιστεύεται τις προσωπικές του σκέψεις. Ο ποιητής, έχοντας γνώση της σιδηρουργικής τέχνης, της προβεβλημένης από την αρχαιότητα Τέχνης του Ηφαίστου, την αξιοποιεί ως διαχρονικό υπόδειγμα τρόπου εργασίας, ως πηγή δημιουργίας, που περνά από συγκεκριμένες αυστηρές διαδικασίες, για να δώσει μετά από μόχθο, από υψηλή πυράκτωση και προσεγμένα επίπονα χτυπήματα, μορφή στο μέταλλο. Πρόκειται για ένα πεζό ποίημα, με ασυνήθη υπόρρητο λυρισμό για τη γραφή του Γαλάζη, ένα ποίημα ποιητικής, εμπνευσμένο παραδειγματικά και με τη μετριοφροσύνη που τον διακρίνει. Τον λόγο έχει ο τεχνίτης σιδηρουργός εν ονόματι του λανθάνοντος ποιητή, αποκαλύπτοντας τα κοινά μυστικά της καλλιτεχνικής εργασίας του, και κατ’ επέκταση κάθε έργου τέχνης.

Είναι, ακολουθώντας τη σειρά του ποιήματος, η κοπιώδης ενασχόληση, η πολύμοχθη έρευνα, η μελέτη του υλικού· είναι ο σεβασμός στις δοκιμασμένες μεθόδους, η αξιοποίηση της γνώσης και της πείρας του παρελθόντος, η παράδοση και οι αγώνες που δόθηκαν για τη διαμόρφωσή της από πάππου προς πάππον, από τη μια γενιά στην άλλη· είναι η απαιτούμενη ιώβεια υπομονή και η σκληρή εργασία για την κατάκτηση της ατίθασης, της «ανυπάκουης» πρώτης ύλης· είναι η αποφυγή των συμπληγάδων της επικαιρικότητας, της θνησιμότητας και της προχειρότητας, της εσπευσμένης παραγωγής που επιφέρει την κακοτεχνία· είναι η βάσανος, η «διαρκής πυράκτωση» και η ισορροπία μεταξύ του παλαιού που αποτελεί τη βάση, και του νέου, ιδίως η απόρριψη του εύκολου και προκλητικού νεωτερικού· είναι η αρμονική σύζευξη μορφής και περιεχομένου και το απαιτούμενο θάρρος, η δύναμη ψυχής από τον πραγματικό εραστή της τέχνης, ώστε να αδιαφορήσει για τις συνταγές, τις ρετσέτες και τα φτηνά κλισέ, να σπάσει τα επιβαλλόμενα καλούπια και να αδιαφορήσει για την εύνοια, την προβολή, τις κολακείες των θεωρητικών, ιδίως τις μικροπρέπειες, τους «βραχνάδες των συντεχνιακών παραγόντων». «Ας γράφουν ό,τι θέλουν οι φυλλάδες» των αυτόκλητων γραμματολόγων και των ατάλαντων υπονομευτών της ποιητικής αλήθειας. «Τ’ αμόνια μόνο», όπως χαρακτηριστικά, εν είδει επιμυθίου, κλείνει ο ποιητής, «γνωρίζουν τη στενή συγγένεια Μορφής και Πόνου, ως συνεργοί της κονιορτοποιήσεως και τήξεως των μετάλλων, σαν αντικρίζουνε τους τύπους που διετάχθησαν εξάπαντος να συγκρατήσουν την ουσία».

Είναι σαφές το μήνυμα του Γαλάζη, η αυστηρή γραμμή πλεύσης, η αναζήτηση της ουσίας, που κάθε δημιουργός, κάθε άξιος της αποστολής του ποιητής, πρέπει αταλάντευτα να επιδιώκει.

Η διακήρυξη του ποιητή, προαναγγελτική, όπως ειπώθηκε, του πνεύματος ολόκληρου του περιεχομένου της συλλογής Λοκριγκάνα, έχει προφανώς τους λόγους της. Είναι η επιπίπτουσα στη συνέχεια οργισμένη αντίθεσή του, δοσμένη μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις με πυρακτωμένη σάτιρα, στην προχειρότητα, στην ιδιοτέλεια, στη σκοπιμότητα και στην υποβάθμιση της ποιητικής δημιουργίας σε αγοραίο καταναλωτικό προϊόν· είναι η ανυπακοή στο πλαστό και το ψευδεπίγραφο. Αναφέρεται, μάλιστα, ρητά, κατονομάζοντας τον συμβιβασμένο ποιητή της εποχής μας, όχι σε μια αλλά σε πολλές περιπτώσεις, που συνάπτουν αιτιολογικά όσα θεωρητικά παραθέσαμε στα «Ανυπάκουα μέταλλα», με τα διάσπαρτα καταγγελλόμενα στις σελίδες της συλλογής του.

Γράφει, για παράδειγμα, κλείνοντας το ποίημα «Τείχη», για τη φωτιά που εκπέμπουν οι πυρακτωμένοι στίχοι (σ. 23):

Πού χάθηκαν οι πρωταγωνιστές;

Ποιος απέσυρε τους κομπάρσους;

Οι θεατές χειροκροτούν νευρικά

ανοίξτε την αυλαία τέλος πάντων

επενδύστε στον άδειο χώρο

σκηνοθετήστε την απουσία.

[…]

Του συστήματος σαθρού καθώς πρέπει στυλοβάτες

ξάφνου σας κυνήγησαν στίχοι νυχτοβάτες

στους αφρούς που νίβετε τα λευκά σας χέρια

έπεσαν και μάτωσαν σαν μωρά τ’ αστέρια.

Στις «Φλούδες νοημάτων» (σ. 26) καταγγέλλει ανελέητα τους ποιητές ευκαιρίας:

Σκέψου πρώτα τους κανόνες του παιχνιδιού

μην αφεθείς στις πρωτοβουλίες του κοπαδιού

των αγαθών και ανήξερων προβάτων

που μηρυκάζουν φλούδες νοημάτων.

Λέξεις μαγειρεμένες με λάδια τοξικά

καταναλώνουν άφοβα μαύρα λαγωνικά

[…]

ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών

εν μέσω προσφορών

κορδέλες στα μαλλιά ανέφελων κυράδων.

Τι λέξεις βαρυσήμαντες

τι σπάνια νοήματα

στα τρίσβαθα του νου τους

σαν δίνουν μάχη εν ονόματι των ιερών συμβόλων

δήθεν μακράν αντισταθμίσεων

άνευ ζιζανίων και τριβόλων!

Με την ίδια λογική καταφέρεται ειρωνικά εναντίον των μεταπρατών ποιητών, των συμβεβλημένων με τις απαιτήσεις της αγοράς, στους «Αποσυνάγωγους» (σ. 28), στην τελευταία στροφή και αφού εξέθεσε την πνευματική συναλλαγή, αλλά και τη συνδρομή του αμαθούς πλήθους στην αποθέωση του φαρισαϊσμού και της υποκρισίας. Οι ποιητές, που τους αντιμετωπίζει με περισσή επίσης ειρωνεία και στην περίπτωση αυτή, έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης:

Οι ποιητές να μην ανησυχούν.

Προβλέπεται κατακόρυφη αύξηση στη ζήτηση ποιημάτων

αρκεί να πληρούν τις προδιαγραφές

της κοσμιότητος

του ενδεδειγμένου μέτρου και ρυθμού

της εξυμνήσεως του κάλλους της ζωής

και εν γένει της συμμορφώσεως

προς ό,τι ήθελε κριθεί πολιτικά και κοινωνικά ωφέλιμον.

Στα «Κάγκελα» (σ. 30), για να κλείσουμε με ένα πλήρες ποίημα, ο προτρεπτικός τόνος των οποίων, αλλά και η όλη γραφή, μας παραπέμπουν στα Σατυρικά γυμνάσματα του Κωστή Παλαμά, απευθυνόμενος αυτή τη φορά στον εμβληματικό ποιητή του μέλλοντος, γράφει:

Σκύψε και φίλησε τα κάγκελα

κομψοτεχνήματα μιας εποχής

οριστικά καταχωρημένης

στις αμετάκλητες απώλειες

των ημετέρων δυνάμεων

των δικών μας ρητορικών επικλήσεων

σχημάτων λόγου, υπεκφυγών

αορίστων υποσχέσεων

επιστολών παραιτήσεως.

Γράψε ξανά τις λέξεις που καίνε κι άσε τα κούφια λόγια

για τους εμπόρους

τους εντολοδόχους της τάξεως

τους λογογράφους

τους υμνητές των ασκών

τους κουστωδούς των ανέμων.

Επανερχόμενοι στα «Ανυπάκουα μέταλλα», παρατηρούμε πώς ερμήνευσε αυτά ο Λεωνίδας Γαλάζης στα επόμενα ποιήματα της συλλογής του, από τα οποία δώσαμε μερικά από τα πολλά λειτουργικά παραδείγματα. Πρόκειται για μια αυθερμηνεία του πρώτου συνθέματος και μια κατάθεση σ’ αυτό της ποιητικής του θεωρίας.

Κλείνουμε με δύο διακειμενικά παράλληλα: το πρώτο για τον κυριαρχικό ρόλο του ποιητή στις ώρες της διαφθοράς και της παρακμής· προέρχεται από τα Σατιρικά γυμνάσματα του Παλαμά (σειρά πρώτη, ποίημα εικοστό):

Ποιητή, και η λυρική σου τούτη οργή

του κάκου, αγιάτρευτο είναι το μαράζι,

δεν πότισε την έρμη στέρφα γη

βροχή και δεν την έδειρε χαλάζι.

Του σύγνεφου του αξέσπαστου η μαυρίλα

το ξενύχτι των άθεων δεν ταράζει.

Σάλεψε η σαϊτιά σου κάποια φύλλα,

και στο διάβα της μούγγρισε κι ο αέρας,

και τίποτ’ άλλο· η λυσσασμένη σκύλλα

τρέχει ανέγγιχτη κι απείραχτο το τέρας.

Σαν και πάντα, πιοτό και πανηγύρι. –

–Αρχίλοχος δεν είμαι· είμαι ο πατέρας

που ξανά τους Αρχίλοχους θα σπείρη.

Το δεύτερο από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου (Λόγος Β΄, «Δουλευτής»), με σύμβολα παρόμοια, διαφορετική λογική αξιοποίησης αλλά παρεμφερές δημιουργικό αποτέλεσμα. Ο Γαλάζης, το αναφέραμε ήδη, έχει έντονες μνήμες από τη σιδηρουργική εργασία πατρόθεν, την ορολογία, τη δυναμική και τα σύμβολα της οποίας αξιοποιεί με τρόπο πρωτότυπο και κυρίως βιωματικό – και αυτό έχει την αξία του για την αυθεντικότητα της ποίησής του:

[…]

Κ’ έγινα χαλκιάς.

Λαμπαδιάζει το καμίνι·

με του αγέρα τα φτερά

Λάμια αχόρταγη ξεσπάει

και λυσσομανά η φωτιά.

Κι άδραξε το σίδερο η φωτιά

κι απ’ τα δόντια της θα βγη

σα λιοντάρι δαμασμένο

από ξωτικού βουλή.

Και τ’ ασάλευτο τ’ αμόνι

και τ’ ολόγοργο σφυρί

βροντερή μια μάχη αρχίζουν,

και είναι πλάστης το σφυρί.

Σφυροκόπα τις καδένες,

ω πιο ελεύτερε κι απ’ το τριγύρισμα

του φτερού,

σφυροκόπα τις καδένες και τα σίδερα

του κακού,

και για τον προφήτη σφυροκόπα

τα καρφιά του σταυρωμού.

http://apoikia.gr/poiitiki-adeia-leonidas-galazis-theodosis-pylarinos/

Ποίηση από σκληρά μέταλλα

Λεωνίδας Γαλάζης, Λοκριγκάνα, Εκδ. Γαβριηλίδης, 2010, σελ. 60.

Με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Η αναζήτηση -ή ακόμη χειρότερα ο ορισμός- του «καλού» ποιήματος εντάσσεται μάλλον στην παθογένεια της ποιητικής τέχνης.

Υπό την έννοια, πως σε μια εποχή όπου το μορφωτικό επίπεδο των λογοτεχνών έχει ανέβει σημαντικά σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες, όπου οι πλείστοι ποιητές διαθέτουν τα στοιχειώδη σύνεργα προκειμένου να συγγράψουν ένα στιχούργημα που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα του «αξιοπρεπούς» ποιήματος, μάλλον είναι ανάγκη να ορίσουμε το «κακό» ποίημα και να αναδείξουμε το «διαφορετικό» ποίημα. Όμως, η παθογένεια δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό προϊόν· δεν αφορά μόνο τον φθαρμένο ποιητικό λόγο, μα και τον φθαρμένο δημόσιο λόγο των ποιητών δρώντας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ας μην επεκταθώ στην υπόσταση του ποιητή-προφήτη, του ποιητή-μύστη κ.λπ. Οι παραπάνω ιδιότητες δεν έχουν ούτως ή άλλως την κάποτε λειτουργικότητά τους, η οποία ουσιαστικά επρόκειτο για μία ενσαρκωμένη έννοια που συμφωνήθηκε στο φαντασιακό της κοινότητας. Ας περιοριστώ στη διαπίστωση πως πλέον συνιστά παγκόσμιο φαινόμενο η αναγωγή της ποίησης σε ακαδημαϊκή ενασχόληση και του ποιητή σε ένα μέλος της κοινωνίας που συμμετέχει στην «ανταλλαγή» προσβλέποντας σε ευτελή κι εφήμερα κέρδη κι ενός συστήματος που κατ’ εξοχήν συντρίβει τον ακτιβισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε πρώτο επίπεδο τα 37 ποιήματα της συλλογής (ή μήπως σύνθεσης;) του Λ. Γαλάζη επιχειρούν την άσκηση μιας σκληρής κριτικής στο λογοτεχνικό «συνάφι». Πικρός και όχι πικραμένος, ο Γαλάζης παρατηρεί, στηλιτεύει, καταυγάζει την κοινωνική αναπηρία των ποιητών να μιλήσουν με τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο. Όμως, η γραφή του δεν εξαντλείται σε μια ομφαλοσκόπηση των ποιητικών ή αντι-ποιητικών δρώμενων. Επεκτείνεται σε κάθε είδους πολιτική, πολιτισμική, ηθική και αισθητική έκφανση της κοινωνίας, και κυρίως στα φαινόμενα παθογένειας που δείχνει αυτή. Και συνήθως, χωρίς να φαίνεται διαλλακτικός απέναντι στο ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία. Τουναντίον, ο Γαλάζης, ως άλλος σιδηρουργός (δημιουργός), έχοντας σκάψει την επιφάνεια της νεοκυπριακής πραγματικότητας, ανακαλύπτει, συγκεντρώνει και κραυγάζει τα πιο σκληρά μέταλλα της ποιητικής διανοίας του.

Άλλοτε σε πεζόμορφα ποιήματα, άλλοτε κινούμενος στη μεθόριο του ελεύθερου στίχου, άλλοτε χρησιμοποιώντας παραφθορές των παραδοσιακών μορφών ποιητικής (βλ. σονέτα), ο Γαλάζης σχολιάζει από τη νεόπλουτη αντίληψη των συμπολιτών του και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το κυπριακό πρόβλημα μέχρι τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την ιδεολογική πενία και την πνευματική φθορά που ενδέχεται να συμπαρασύρουν ακόμη και τα τελευταία υγιή κομμάτια της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο πυρήνας στην ποίηση του Γαλάζη είναι η σχέση του πολίτη (και του ποιητή) με κάθε μορφή εξουσίας, και την επακόλουθη «πάλη» μεταξύ των δύο πλευρών, που διεξάγεται καθημερινά, ακόμη και σε ασήμαντα -φαινομενικά- περιστατικά του βίου.

Έτσι, ο Γαλάζης φέρνει την ποίηση και πάλι στη δική της καθαρότητα – στην καθαρότητα που σημαίνει πως η ποίηση αποτελεί ένα είδος πολιτικού ακτιβισμού και όχι μια απλή πνευματική δραστηριότητα. Εγείρει εκ νέου το ζήτημα κατά πόσο οφείλει η στάση του δημιουργού απέναντι στη ζωή να εκφράζεται και μέσω της τέχνης του. Ανασύρει τον εν πολλοίς ξεχασμένο ρόλο του ποιητή να ασκήσει κριτική έναντι της εξουσίας και να αναπτύξει τον ριζοσπαστικό του λόγο μέσα στην υποκριτική και διεφθαρμένη στάση της κοινωνίας· κατ’ ουσίαν, να κοινωνήσει την τέχνη του ως να ’ταν μέρισμα μιας ατομικής συνειδησιακής εξέγερσης, και όχι γενεσιουργός ή συνένοχη αιτία μιας συλλογικής σήψης· μιας εξέγερσης, η οποία οικοδομείται στην ανυπακοή του βίου που προσάπτει στο άτομο ο φθαρμένος κυρίαρχος λόγος. Συμπερασματικά, η Λοκριγκάνα του Λ. Γαλάζη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ποιητική (και εν γένει καλλιτεχνική) πράξη -οργισμένη ή μη στην εκφορά της- όσο κι αν το πολιτικό, πολιτιστικό ή κοινωνικό κατεστημένο πασχίζει να πείσει για το αντίθετο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν όπλο ενάντια σε κάθε εξουσία.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Ο Φιλελεύθερος, 5 Ιουνίου 2011.

Βιβλίο ποιητικής και κοινωνικής κριτικής

ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ:

«Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010

Με τον Γιώργο Φράγκο

Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γαλάζης, με την υπό παρουσίαση συλλογή του, «Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, ξεκινά από την ίδια αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και το 2007 με την προηγούμενη συλλογή του «Παραδαρμός εν αλφαβήτω». Και αναφέρομαι στο εγχείρημα της συγγραφής ενός συνθετικού ποιήματος. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήθηκε μια συμπαντική προσέγγιση με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη «Λογκριγκάνα» ο Λ.Γ. κατάφερε να λειτουργήσει πιο φιλελεύθερα όσον αφορά στην προσήλωση που προαπαιτεί η αρχιτεκτονική δόμηση μιας ποιητικής σύνθεσης. Πάντα σε σύγκριση με τον «Παραδαρμό εν αλφαβήτω» η «Λοκριγκάνα» έχει, κατά τη γνώμη μου, και πιο συμπυκνωμένη θεματική ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις ακόμη μεγαλύτερης ευστοχίας.

Ένα συνθετικό ποίημα διασφαλίζει με πολλές αισθητικές και τεχνοτροπικές μανιέρες τη συνοχή του. Το εγχείρημα αλληλουχίας και συνοχής που επιχειρεί ο Λ.Γ., με το να αρπάζεται από ένα στίχο του προηγούμενου ποιήματος, συνήθως τον τελευταίο, για ν’ αρχίσει το επόμενο ποίημα, είναι ενδεικτικό. Ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο, διότι μπορεί να οδηγήσει και σε ατραπούς εγκεφαλισμού, κάτι που ευτυχώς δεν διαπίστωσα να συμβαίνει στην ποίηση του Λ.Γ. Έστω κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως πλοηγείται από τους στίχους του, αντί να τους πλοηγεί. Και δεν υπονοώ ότι αυτό είναι πάντοτε κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, αυτή η αμφίδρομη σχέση επιφέρει συχνά εκπληκτικά ευχάριστες και αιφνιδιαστικά όμορφες αισθητικές κατακτήσεις.

Συνολικά και συνοπτικά θα χαρακτήριζα τη Λοκριγκάνα ως ένα βιβλίο ποιητικής και συνάμα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής. Εξάλλου, και τα ποιήματα ποιητικής στο βιβλίο έχουν έντονο κριτικό στίγμα. Τα περί ποίησης και των ποιητών, όπως και τα περί της κοινωνίας και των πολιτών, συμπλέκονται και συνυπάρχουν αρμονικά στην ποίηση του Λ.Γ. Πολλά ποιήματα του ξεκινούν εν είδει κοινωνικής κριτικής, αλλά στην πορεία απολήγουν σε δημιουργήματα ποιητικής. Όπως π.χ. στο «Αυλικοί» (σελ. 34) όπου στην αρχή ψέγεται το διαχρονικό, παρασιτικό φαινόμενο των αυλικών – ανεξαρτήτως καθεστώτος και εποχής – αλλά στο τέλος το σώμα της κοινωνίας παραλληλίζεται με το σώμα της ποίησης.

Έτσι, «…παρά τις διαβεβαιώσεις των αυλικών, από πληγές αγιάτρευτες / εκκρίνονται / οι μολυσμένοι στίχοι. Αμέσως σπεύδουν νοσοκόμοι / με γάζες ιωδίου / κι αντισηπτικά»… Συχνά – πυκνά ο Λ.Γ. στρέφει τα βέλη του σε στρεβλές, σαρθρές και νοσηρές καταστάσεις, τις οποίες προφανώς απαντά στον κοινωνικό ιστό, ασκώντας έντονη κριτική. Αυτό συμβαίνει και στο ποίημα «Οι κουστωδοί των ανέμων» (σελ. 31), ειδικά όταν λέει: «Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πως τραγουδούν ανέμελα / δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας / τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν».

Η κοινωνική κριτική του Λ.Γ. μονίμως εστιάζεται σ’ αυτό που αποκαλούμε δημόσιο τομέα, στις δομές, στις νοοτροπίες και τους λειτουργούς του, τους μανδαρίνους της εξουσίας. Ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, έχει βιωματικές εμπειρίες που αξιοποιεί δεόντως. Έτσι, μάλλον ξέρει επακριβώς τι λέει όταν στο «Περιγραφή πειράματος ή οι άθλιοι της Λευκωσίας», (σελ. 37) καυτηριάζει: «Το οξείδιο της αγωνίας στους διαδρόμους των κυβερνητικών κτιρίων, χολή που στάζει σαν μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες, αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες συνειδήσεις».

Διάσπαρτα και συχνά εμβόλιμα ψήγματα από την εν γένει θεματική της ποιητικής απαντώνται σε πάρα πολλά ποιήματα της συλλογής. Σ’ αυτά ο Λ.Γ. αναμετράται, κρίνει, επικρίνει, ψέγει και μεμψιμοιρεί με τους ομότεχνούς του ή για τους ομότεχνούς του. Π.χ. στο «Φλούδες νοημάτων» (σελ. 26) λέει: «ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών / εν μέσω προσφορών / κορδέλες στα μαλλιά αφελών κυράδων». Ο ρόλος του ποιητή στο κοινωνικό αλλά και στο αισθητικό γίγνεσθαι απασχολεί ιδιαίτερα τον Λ.Γ. και διαπερνά σχεδόν όλους του τους στίχους. Κυρίως, όμως, πραγματεύεται τον κόσμο των αισθημάτων και των συναισθημάτων, τον ψυχικό κόσμο των ποιητών. Εύγλωττα και εύστοχα στο «Ρινίσματα» (σελ. 27) σημειώνει: «Ρινίσματα αισθημάτων στο δοκιμαστικό σωλήνα. / Ψάξε να βρεις στο κατάλληλο φιαλίδιο / τη χημική ουσία που θα διαλύσει / τα στρώματα της σκουριάς».

Σε μια συλλογή με τόσες και τόσες αναφορές στην ποίηση και στους ποιητές, δεν λείπουν βέβαια και οι διακειμενικοί διάλογοι με προσφιλείς ομότεχνους και ως επί το πλείστον δάσκαλους του Λ.Γ., όπως π.χ. ο Καβάφης, που τον συναντούμε και ως προμετωπίδα στο «Απομίμησις» (σελ. 33) όπου ο Λ.Γ., εδραζόμενος πάνω σε καβαφικούς συλλογισμούς, προεκτείνει: «…η ποίησης / περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού / σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες».

Θα ήθελα να κάμω κάποιες νύξεις και στους τεχνοτροπικούς πειραματισμούς του Λ.Γ. Σε μια σειρά από ποιήματα στον ελεύθερο στίχο παρεισφρέουν στίχοι ομοιοκατάληκτοι κλασικότροποι, συνήθως ζευγαρωτοί και ενίοτε δεκαπεντασύλλαβοι. Και ο στόχος δεν είναι βέβαια να δώσει μιαν αίσθηση δημώδους ποίησης, αλλά να προκληθεί η έκπληξη, η απορία, το μειδίαμα και μιας μορφής αστεϊσμός, καθώς αιφνιδιαστικά σμίγουν λέξεις λόγιες με λέξεις του καθημερινού συρμού. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα αυτής της μανιέρας ποικίλλουν και ο βαθμός της αισθητικής ευόδωσής τους έχει μεγάλη διαπασών. Π.χ. στα «Τείχη» (σελ. 23) ενώ αρχικά συναντάμε ένα ευπρόσωπο ψήγμα κοινωνικής κριτικής: «λάσπη στις γωνιές των υπουργείων / στόμα κλειστό κατά τις υποδείξεις / τόλμησε να μιλήσεις και θα δεις», η εμμονή σε περιπαικτικές – λογοπαιγνιδίζουσες παρηχήσεις λειτουργεί, κατά την άποψή μου, διαβρωτικά, ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γύρισε και φίλησε τα τείχη, μη χάσεις τέτοια τύχη / να προσκυνάς ό,τι σου τύχει / αλλιώς μαυρίζουν ξαφνικά παράθυρα και τοίχοι / κατράμι και παράταιροι πυροβόλων ήχοι /…».

Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τρία ποιήματα με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Και αναφέρομαι στο «Σε νέα ηθοποιό» (σελ. 38), στο «Οι φίλοι μου τα σκιάχτρα» (σελ. 47) και στο «Λευκές σελίδες» (σελ. 48). Έχω την άποψη ότι και οι τρεις περιπτώσεις είναι από τις πλέον διαυγείς στιγμές στο βιβλίο, με νοηματική ευκρίνεια, επαρκή αισθητική πραγμάτωση και πάλλοντα συναισθηματικό φόρτο. Πρόκειται για ποιήματα συμπαγή και ολοκληρωμένα, με ροή, συνοχή και εντέλεια.

Ολοκληρώνω λέγοντας πως στη «Λοκριγκάνα» ο Λ.Γ. καταθέτει ένα σαφέστατο στίγμα ποιητή κριτή και επιτιμητή τόσο των λογοτεχνικών όσο και των κοινωνικών δρώμενων στον τόπο μας. Και το κριτικό στίγμα του Λ.Γ. είναι ιδιαιτέρως ευκρινές και ιδιαιτέρως καταπελτικό και καταγγελτικό όταν έχει ως αποδέκτη την εξουσία, την όποια εξουσία. Και αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012.

Το έργο επιτυγχάνει μια σύνθεση της ιστορίας με πρωτότυπο τρόπο και γλώσσα στιβαρή. Στόχος του ποιητή είναι να αποδομήσει, χάρη στην εξαγνιστική λειτουργία της ποίησης, τη σύγχρονη, κυρίως, πραγματικότητα που τον πληγώνει και τον συνθλίβει. Η συλλογή χαρακτηρίζεται από έντονη δραματικότητα και λυρισμό, με εμφανή τη διακειμενική του σχέση και τη συνομιλία του με σημαντικούς ποιητές. Το βιβλίο κάνει μια γενικότερη αναδρομή στην ιστορική εξέλιξη του τόπου και μέσω αυτής καυτηριάζει με υπαινικτικό τρόπο πράγματα και καταστάσεις της ιδιαίτερης πατρίδας του, καθώς και τους μηχανισμούς των κέντρων εξουσίας. Κύριο χαρακτηριστικό της ποίησής του είναι η αγωνία του για τον τόπο, χωρίς αυτό να επηρεάζει την καλλιτεχνική διάσταση του ποιητικού αποτελέσματος.

Ένας από τους πιο σοβαρούς μελετητές της λογοτεχνίας μας στην Κύπρο είναι ο Λεωνίδας Γαλάζης, οπλισμένος με γνώση και ευαισθησία, σεβασμό στο έργο που μελετά και με πολλή αγάπη για την Τέχνη του Λόγου. Βαθύς ανατόμος κριτικών, λογοτεχνών και του έργου τους, άριστος χειριστής της γλώσσας μας, πλησιάζει το αντικείμενό του και τον αναγνώστη με τη θέληση για πρόσληψη και μετάδοση των μυστικών του Λόγου.

Στο βιβλίο του Κείμενα, Τρόποι, Σημασίες- θέματα λογοτεχνίας, αφιερωμένο στη γυναίκα του, παρακολουθούμε τον επιστήμονα της λογοτεχνίας και κριτικής να απλώνεται στην ιστορική περίοδο των έργων που μελετά, στα κοινωνικά ρεύματα και λογοτεχνικές σχολές, για να εξαγάγει και μας οδηγήσει στο δίδαγμα της μεσότητας και του διαλόγου στην έκθεση των πορισμάτων των υπό εξέταση, δείγμα του χαρακτήρα και του ήθους του μελετητή.

Με επιστημονικά τεκμηριωμένες τοποθετήσεις αλλά και προσωπικές του τομές στο έργο μεγάλων της λογοτεχνίας μας συνυφαίνει μερικές φορές σε ύφος υψηλόν την επιστήμη με τη διδακτική πράξη.

Το βιβλίο αυτό του Λεωνίδα Γαλάζη αναδεικνύει το πλούσιο έργο κριτικών και λογοτεχνών μας και τον ίδιο ως έναν μεγάλο της Τέχνης εραστή και επιστήμονα.

Στέλιος Παπαντωνίου, Φιλόλογος – Συγγραφέας

Συνεκτικό βιβλίο λογοτεχνικής κριτικής για ορισμένους από τους μείζονες ποιητές του ελλα-δικού 20ού αιώνα (Σεφέρης), και για αρκετούς από τους μείζονες ποιητές του ελληνοκυπριακού 19ου και 20ού αιώνα. Όλα όσα θα θέλατε να γνωρίζετε για τον δραματουργό, και όχι μόνο ποιητή, Τεύκρο Ανθία· την πρόσληψη του «εθνικού» Βασίλη Μιχαηλίδη [1849-1917], από ομοτέχνους του 20ού αιώνα (Περνάρης)· την ανταπόκριση του μοντερνιστή Κώστα Μόντη σε μείζονα γεγονότα της κυπριακής ιστορίας του καιρού του, και τον τρόπο που αυτά ενσωματώνονται στην ποίησή του. Ευανάγνωστη και μεθοδολογικά συνεκτική (εφαρμόζει ως επί το πλείστον την τεχνική της «εκ του σύνεγγυς ανάγνωσης» των κειμένων), η πρόσφατη συναγωγή μελετημάτων του Λεωνίδα Γαλάζη, ενδείκνυται επίσης για χρήση στην σχολική πράξη.

Μαρία Αθανασοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και της Θεωρίας της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ.

The Books’ Journal 93 (Δεκέμβριος 2018) 93.

Το βιβλίο του γερού φιλολόγου και λογοτέχνη Λεωνίδα Γαλάζη (γ. Λευκωσία 1962) με τίτλο Κείμενα, τρόποι, σημασίες. Θέματα λογοτεχνίας κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Ίαμβος και εκτείνεται σε 301 σελίδες (φιλολογική επιμέλεια και σελιδοποίηση: Γεωργία Γαλάζη· εξώφυλλο: Γιάννος Χριστοφόρου). Στη φροντισμένη αυτή έκδοση περιλαμβάνονται 31 κείμενα τα οποία, ως προς τη θεματική τους, περιστρέφονται κυρίως γύρω από την κυπριακή (και, λιγότερο συχνά, την ευρύτερη νεοελληνική) λογοτεχνία.

Πιο συγκεκριμένα, ο Λ. Γαλάζης επικεντρώνεται σε ποικίλες όψεις του έργου των Βασίλη Μιχαηλίδη, Γιώργου Σεφέρη, Κώστα Μόντη, Κώστα Βασιλείου, Ντίνας Κατσούρη, Γιώργου Καλοζώη, Γιώργου Χριστοδουλίδη, Γιώργου Μολέσκη, Κώστα Λυμπουρή, Τεύκρου Ανθία, Ρήνας Κατσελλή, Νίκου Ορφανίδη, Αιμίλιου Σολωμού, Θεοκλή Κουγιάλη, Κυριάκου Αναγιωτού, Ρένου Χριστοφόρου, Πάμπου Κουζάλη, Κλεοπάτρας Μακρίδου, Ανδρέα Μαλόρη κ.ά. Επίσης, ο συγγραφέας εξετάζει τη συμβολή του Δημήτρη Ραυτόπουλου στον τομέα της λογοτεχνικής κριτικής, παρουσιάζει πρόσφατη αυτοτελή μελέτη της Αφροδίτης Αθανασοπούλου με θέμα τα όρια ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία, αποτιμά τις αντι-δογματικές θεατρολογικές εργασίες του αείμνηστου Γιάννη Κατσούρη, πραγματεύεται τη χρήση του κυπριακού ιδιώματος στην κυπριακή λογοτεχνία (κατά την εκδοτική παραγωγή των ετών 2015-2016) και καταθέτει τις απόψεις του όσον αφορά τη λειτουργικότητα της συνανάγνωσης μέσα στο πλαίσιο της διδακτικής πράξης.

Πάντως, δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κανείς ότι το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί, ουσιαστικά, τον δεύτερο τόμο των Κειμενικών διαθλάσεων… (Αθήνα, Ιωλκός, 2012), αφού πρόκειται για δύο συνεκτικά βιβλία, στα οποία, ανάμεσα σ’ άλλα, ο Λ. Γαλάζης σχεδιάζει τα μήκη και τα πλάτη της φιλολογικής του γεωγραφίας· όπου οι λιγοστοί συγγραφείς του λεγόμενου λογοτεχνικού κανόνα (π.χ. ο Γ. Σεφέρης και, αποκλειστικά για την κυπριακή λογοτεχνία, ο Β. Μιχαηλίδης) εναλλάσσονται ή συνυπάρχουν ή συνομιλούν ή συγχρωτίζονται με στρατιές φερέλπιδων συγγραφέων οι οποίοι βρίσκονται είτε στο ξεκίνημα είτε στο μέσο της διαδρομής τους.

Από τα 31 κείμενα του βιβλίου αυτού, θα εστιάσουμε την προσοχή μας σε αυτά που αρύονται τη θεματική τους από το έργο του Β. Μιχαηλίδη (1849-1917), τα οποία, προσθεμένα στο σύνολο των μιχαηλιδικών δημοσιευμάτων του Λ. Γαλάζη, κατατάσσουν τον κύπριο φιλόλογο στους σημαντικότερους σύγχρονους μελετητές του λευκονοικιάτη ποιητή. Ειδικότερα, στο υπό παρουσίαση βιβλίο δημοσιεύονται τρία κείμενα για τον Β. Μιχαηλίδη τα οποία αποτελούνται συνολικά από 29 σελίδες. Δεν πρόκειται ασφαλώς για βιβλιοκρισίες, αλλά για επιστημονικές μελέτες που προσθέτουν νέες ψηφίδες στο ποιητικό πορτρέτο του κύπριου λογοτέχνη. Ακολουθεί σύντομη παρουσίαση των τριών αυτών μελετών (ας αναφερθεί εδώ ότι στην παρουσίαση του βιβλίου του Λ. Γαλάζη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 23.1.2019, ο τίτλος της δικής μας ομιλίας ήταν ο εξής: «Η συμβολή του Λεωνίδα Γαλάζη στις μιχαηλιδικές σπουδές»· στην ίδια εκδήλωση μίλησαν για το βιβλίο και οι Μαρίνα Ροδοσθένους-Μπαλάφα και Ιωσήφ Ιωσηφίδης):

Η πρώτη μελέτη τιτλοφορείται «Θεία και ανθρώπινη δικαιοσύνη στην ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη» (σσ. 105-118) και πρωτοδημοσιεύτηκε στο περ. Διόραμα (τχ. 14, Σεπτ.-Οκτ. 2017, σσ. 21-24). Ο Λ. Γαλάζης εξετάζει την παρουσία της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης σε 15 ποιήματα του Β. Μιχαηλίδη: «Εις την ανάβασιν του αγαπητού Γλάδστωνος», «Ποικίλα», «Παράπονο», «Πρωτοχρονιάτικον ποίημα», «Μισός αιώνας πέρασε…», «Ρωμιός και Τζον Πουλλής…», «Σπουδαία ανακάλυψις», «Δίκη του ανθρώπου…», «Του Διαβόλου πρώτον βάθρον…», «Μία επιστολή εις κυπριακήν διάλεκτον», «Δίκες κακουργοδικείου…», «Εγγλέζος, Τούρκος και Γραικός…», «[Μούλλωσε, Μουσταφά Ταή]», «[Έννα αγκαλέσω τον Θεόν…]», «Πράγματα ’νεκατωμένα…». Στη μελέτη αυτή ξεχωρίζει η τεκμηριωμένη εξαγωγή συμπερασμάτων για το καθένα από τα παραπάνω ποιήματα, όπως, για παράδειγμα, η διαπίστωση ότι στο ποίημα «Ποικίλα» «η Εκκλησία ως θεσμός λειτουργεί […] ως φορέας της θείας δικαιοσύνης, ενώ μέρος του κλήρου αδικοπραγεί για ιδιοτελείς σκοπούς» (σ. 108)· η διαπίστωση αυτή απηχεί, κατά τη γνώμη μας, και τις ευρύτερες αντιλήψεις του Β. Μιχαηλίδη όσον αφορά τον Θεό και τους εκκλησιαστικούς «εκπροσώπους» του. Γενικά, μέσα από τη μελέτη των παραπάνω ποιημάτων, ο Λ. Γαλάζης συμπεραίνει βάσιμα ότι η δικαιοσύνη, ιδωμένη μέσα από το πρίσμα της ορθοδοξίας, «πάντοτε θριαμβεύει» (σ. 117), ενώ η ανθρώπινη δικαιοσύνη, από τη στιγμή που είναι «ενταγμένη στο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο των πρώτων δεκαετιών της Αγγλοκρατίας», δεν είναι δίκαιη, γι’ αυτό και ο ποιητής την αντιμετωπίζει με (επι)κριτική διάθεση.

Η δεύτερη μελέτη φέρει τον τίτλο «Μια θεατρική διασκευή της “Χιώτισσας…” [του Β. Μιχαηλίδη] από τον Άντη Περνάρη» (σσ. 119-129) και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περ. Νέα Εποχή (τχ. 334, Χειμ. 2017, σσ. 82-88). Ο Λ. Γαλάζης παρουσιάζει ένα θεατρικό κείμενο το οποίο συμπεριλήφθηκε στο περ. Ο Κόσμος του Παιδιού (Μάρτιος 1958) με τίτλο «“Η Χιώτισσα” (Το γνωστό επικό ποίημα του μεγάλου διαλεκτικού ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη, δραματοποιημένο)». Το θεατρικό αυτό κείμενο διασκευάστηκε από τον Άντη Περνάρη (πιθανότατα κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1930) και «ανεβάστηκε από παιδιά του Δημοτικού Σχολείου το 1935» (σ. 119). Σύμφωνα με τον Λ. Γαλάζη, η θεατρική αυτή διασκευή αποτελείται μόνο από 370 στίχους (η «Χιώτισσα…» του Β. Μιχαηλίδη αποτελείται από 430 στίχους). Μάλιστα, «στο σύνολο των 370 στίχων της διασκευής οι 154 (41,6%) είναι στίχοι του Περνάρη, γραμμένοι κατά το μετρικό πρότυπο της “Χιώτισσας…” […], χωρίς όμως διατήρηση των δεκάστιχων στροφών του ποιήματος. Επομένως, […] ο Περνάρης δεν δραματοποιεί απλώς τη “Χιώτισσα…”, αλλά τη διασκευάζει […]» (σ. 121). Πέρα από όσα θετικά αναφέρει για τη διασκευαστική προσπάθεια του Α. Περνάρη, ο Λ. Γαλάζης επισημαίνει και ορισμένα αρνητικά, όπως, για παράδειγμα, το ότι «από το μεγαλύτερο μέρος της θεατρικής […] διασκευής λείπει η δραματική ένταση, η φόρτιση και το υψηλό επικό ύφος των αφηγηματικών μερών της [αυθεντικής] “Χιώτισσας…”» (σ. 128). Δεν υπάρχει αμφιβολία, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη διασκευή «συνιστά μιαν αξιοσημείωτη ψηφίδα στο σύνολο των λογοτεχνικών κειμένων που διαλέγονται άμεσα ή έμμεσα με τις ποιητικές συνθέσεις και τα υπόλοιπα ποιήματα του Β. Μιχαηλίδη» (σ. 128). Πάντως, αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι στο μέλλον θα ήταν καλό να αποτιμηθεί με αυστηρά φιλολογικά κριτήρια η συνολική συνεισφορά του Α. Περνάρη στις μιχαηλιδικές σπουδές, αφού, με βάση τη βιβλιογραφία, σε περισσότερα από 25 δημοσιεύματα του παλιού λευκωσιάτη μελετητή υπάρχουν είτε εκτενείς είτε λιγότερο εκτενείς αναφορές στον Β. Μιχαηλίδη.

Τέλος, η τρίτη μελέτη επιγράφεται «Σημειώσεις στο περιθώριο του ποιήματος “Μία νυξ” του Βασίλη Μιχαηλίδη» (σσ. 130-134) και δημοσιεύτηκε αρχικά στο περ. Άνευ (τχ. 65, Χειμ. 2017, σσ. 23-25). Ο Λ. Γαλάζης στρέφει την προσοχή του στο πρωτόλειο ποίημα του Β. Μιχαηλίδη με τίτλο «Μία νυξ», το οποίο καταχωρίστηκε στην ποιητική συλλογή Η ασθενής λύρα (1882). Το ποίημα αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο τον ποιητή, είναι γραμμένο «(Εις τον σκοπόν “μαύρ’ είν’ η νύκτα στα βουνά”)», δηλ. «κατά το μετρικό πρότυπο του [δημοτικοφανούς] ποιήματος “Ο κλέφτης” του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή» (σ. 130). Το ενδιαφέρον στη μελέτη αυτή είναι ότι ο Λ. Γαλάζης εξετάζει την πιθανότητα «συνομιλίας» των δύο ποιημάτων και σε θεματικό επίπεδο: «Η εξέγερση του ποιητικού υποκειμένου ενάντια στην κοινωνία εντοπίζεται και στα δύο ποιήματα […]. Στο “Ο κλέφτης” του Ραγκαβή η εξέγερση στρέφεται κατά των κατακτητών, ενώ στο “Μία νυξ” του Μιχαηλίδη αυτή αφορά τις επίμεμπτες σε κοινωνικό επίπεδο συμπεριφορές […]» (σ. 132). Μια τέτοια ομοιότητα, όμως, θα ήταν ίσως τυχαία, αλλά «το θεματικό μοτίβο του δόλιου κόσμου υπάρχει και στα δύο ποιήματα» (σ. 133), κάτι που, σύμφωνα με τον Λ. Γαλάζη, τεκμηριώνει τη μεταξύ τους «συνομιλία». Ασφαλώς οι διαπιστωμένες θεματικές αποκλίσεις δεν αποδυναμώνουν την παραπάνω άποψη του Λ. Γαλάζη, αφού, όπως είναι γνωστό, ο Β. Μιχαηλίδης και σε άλλα ποιήματά του αφορμάται από, ή και «συνομιλεί» με, προγενέστερα ποιήματα άλλων δημιουργών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μένει προσκολλημένος σ’ αυτά.

Αναντίρρητα, οι τρεις παραπάνω μελέτες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της μιχαηλιδικής βιβλιογραφίας, κυρίως επειδή χαρακτηρίζονται από μεγάλη πρωτοτυπία, κάτι που σημαίνει ότι συμβάλλουν στην πρόοδο και την επίρρωση των μιχαηλιδικών σπουδών. Βέβαια, πρέπει να αναφερθεί ότι ο Λ. Γαλάζης δημοσίευσε, κατά καιρούς, και άλλες μελέτες του για τον Β. Μιχαηλίδη (από τις οποίες ξεχωρίζουμε τη μελέτη «Implicit stage directions in the “9th July 1821 in Nicosia”, by Vassilis Michailides», Études Helléniques / Hellenic Studies, τχ. 15,2, Autumn / Automne 2007, σσ. 139-160· ελλ. μτφρ., με προσθήκες, στον τόμο του ίδιου Κειμενικές διαθλάσεις…, ό.π., σσ. 83-116), ενώ, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, η ενασχόλησή του με τον «εθνικό» ποιητή της Κύπρου θα έχει και συνέχεια (στο πρώτο τεύχος του περ. Κυπριακή Εστία, το οποίο θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2019 και θα είναι αφιερωμένο στα 150 χρόνια από τη γέννηση του Β. Μιχαηλίδη, θα δημοσιευτεί και πρωτότυπη μελέτη του Λ. Γαλάζη για την πρώιμη ποίηση του κύπριου λογοτέχνη).

Συνελόντι ειπείν: Οι μελετητές που έχουν ασχοληθεί με τη ζωή και το έργο του Β. Μιχαηλίδη, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τα χρόνια του Γιάννη Κατσούρη, είναι πάρα πολλοί. Από αυτούς ξεχωρίζουν οι εξής: Γιάγκος Ηλιάδης, Αντώνης Κ. Ιντιάνος, Γιάννης Λεύκης και Γιάννης Κατσούρης. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 10-15 χρόνων, ολοένα και περισσότεροι μελετητές ασχολούνται με διάφορες πτυχές του έργου του Β. Μιχαηλίδη. Από αυτούς ξεχωρίζουν οι εξής (τα ονόματα μπαίνουν με αλφαβητική σειρά): Κώστας Βασιλείου, Παντελής Βουτουρής, Λεωνίδας Γαλάζης, Κωνσταντίνος Γιαγκουλλής, Αλέξης Ζήρας, Κωνσταντίνος Κασίνης, Κωστής Κοκκινόφτας, Ανδρέας Μακρίδης, Κώστας Νικολαΐδης, Γιώργος Κεχαγιόγλου, Λευτέρης Παπαλεοντίου, Πέτρος Παπαπολυβίου, Θεοδόσης Πυλαρινός, Ανδρέας Κλ. Σοφοκλέους, Λουίζα Χριστοδουλίδου, ίσως κ.ά. Η δικαιωματική συμπερίληψη του Λ. Γαλάζη, από το 2007 κ.ε., στο πιο εκλεκτό τμήμα των μελετητών του Β. Μιχαηλίδη είναι απότοκος του συνολικού φιλολογικού και επιστημονικού έργου του για τον κορυφαίο κύπριο ποιητή του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.

Δρ Κυριάκος Ιωάννου, Φιλόλογος – Μελετητής

Διόραμα 23 (Μάρτιος – Απρίλιος 2019) 46-47.