Αρτεμίου-Φωτιάδου Ελένη

H Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου γεννήθηκε στην Αμμόχωστο το 1965. Είναι Επιθεωρήτρια Δημοτικής Εκπαίδευσης. Κατέχει Πτυχίο Παιδαγωγικών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στον κλάδο της Εκπαιδευτικής Διοίκησης και Πολιτικής. Κατέχει επίσης τον τίτλο “ Master of Arts in Literature”. Είναι υποψήφια διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Ασχολείται με την ποίηση και τη λογοτεχνία. Έχει εκδώσει συνολικά είκοσι βιβλία, εννέα βιβλία για παιδιά, μία συλλογή διηγημάτων και δέκα ποιητικές συλλογές. Δύο από τα παιδικά της βιβλία έχουν τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν βραβευτεί σε διάφορους πανελλήνιους και παγκόσμιους διαγωνισμούς. Η ποιητική της σύνθεση Αλεξήνεμος απέσπασε το Βραβείο Κώστα Μόντη από το Ινστιτούτο Πολιτισμού Κύπρου. Οι ποιητικές της συλλογές Κατεπείγον (2011) και Χειμερία ζάλη (2017) ήταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Κύπρου.

Ποιήματα και διηγήματά της έχουν περιληφθεί σε ανθολογίες και συλλογικές εκδόσεις ή έχουν δημοσιευτεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Έχει συμμετάσχει σε ποικίλες λογοτεχνικές εκδηλώσεις στην Κύπρο και την Ελλάδα. Είναι μέλος κριτικών επιτροπών σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το χρονικό διάστημα 2013-2016 διατηρούσε εβδομαδιαία στήλη με λογοτεχνικό περιεχόμενο σε εφημερίδα της Κύπρου.
Aπό τον Ιανουάριο του 2020 αρθρογραφεί στον βιότοπο πολιτισμού –ποίησης –πεζογραφίας https://www.culturebook.gr/
Ασχολείται επίσης με τη θεατρική γραφή και έργα της έχουν παρουσιαστεί σε επαγγελματικές σκηνές στην Κύπρο και την Ελλάδα. Ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά της έργα έχουν παρουσιαστεί από το Ραδιοφωνικό ΄Ιδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ) και την Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση (ΕΡΤ).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ:
Το ταξίδι του ΄Ηλιου στο Φεγγάρι, εκδ. Αιγαίον, 2007
Αλεξήνεμος, εκδ. Πήλιο, 2010, Βραβείο Κώστα Μόντη
Οι διαδρομές του Αδάμ , εκδ. Πήλιο, 2010
Κατεπείγον, εκδ. Μανδραγόρας, 2011 ( βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων Κύπρου )
Ο κύκλος ενός τετράγωνου έρωτα, εκδ. Πήλιο, 2012
Διμερής Συμφωνία, εκδ. Μανδραγόρας 2013
Η λίμνη των κύκλων, εκδ. Μανδραγόρας, 2014
Φωνήεντα σε περίπτερο, εκδ. Μανδραγόρας 2016
Χειμερία Ζάλη, εκδ. Μανδραγόρας, 2017 (βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων Κύπρου)
REM, εκδ. Μανδραγόρας, 2019

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ:
Αφύπνιση 800 mg, εκδ. Μανδραγόρας 2012

ΠΑΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ:
Χρόνος είναι και γυρίζει, 2000
Στη Λιακαδοχώρα, 2005, Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου
Ο Μπαμπακένιος, 2009
Ο Πρωταθλητής, 2009,Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας Κύπρου
΄Αρης ο Φεγγάρης, 2010
Ο κήπος με τις τριανταφυλλιές, 2011
Ο βασιλιάς Ξεκούτης, 2011, Παιδικό Θέατρο, Βραβείο Θ.Ο.Κ.
Ο μικρός κύριος Ου!,2011
Για ένα χαμόγελο, ένα ποίημα-παραμύθι, εκδ. Μανδραγόρας 2014


ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ ΜΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

• https://mandragoras-magazine.gr/
• https://diasporic.org/
• https://frear.gr/
• https://www.culturebook.gr/
• http://www.apostaktirio.gr/
• https://poesiainverso.com/

• ΚΡΙΤΙΚΟΓΡΑΦΙΑ-ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
• https://frear.gr/
• https://www.culturebook.gr/
• https://diastixo.gr/
• https://paideia-news.com/

Δείγματα Γραφής

Πενήντα μέρες νήστευα
για να σου ψιθυρίσω έναν χορτάτο λόγο
Έστρωσα τραπέζι με λόγια ακριβά
επίχρυσα βλέμματα
μεταξωτά χάδια
Άναψα μια μεγάλη αγάπη και περίμενα
να χάσει ο καημός τον δρόμο

Σαν ήρθες
Το κόκκινο τριαντάφυλλο στο στόμα σου
έσταζε αίμα αντί κομμάτια αγιασμό
σκότωνες τόσα χρόνια
όλα τα όμικρον στον όμορφό μας κόσμο
Τώρα μοναχικά τα σύμφωνα συμβίωσης
Κρύα, σε εκδικούνται
αφήνοντας παντού αποτυπώματα
Μι
Ρο –μι (μήπως ρωγμή;)
ΡΟ-μι –φα (τι;)
Φα-ρο… Μη!
Μη …
Μικροί αρουραίοι και σκορπιοί
που σκαρφαλώνετε στους τοίχους
με μια σαρδόνια σιωπή

Έφυγες μέσα στη νύχτα
έτσι όπως ήρθες
απελπιστικά γυμνός
Ξέθαψα τότε ένα κατακόκκινο μαχαίρι
έσταζε αίμα αντί κομμάτια αγιασμό
το έχωσα βαθιά μέσα στη μνήμη μου
για να προλάβω το μέλλον
Γύρευα σαν μωρό να γεννηθεί ξανά

Φωνήεντα σε περίπτερο (2016)

Μέσα στην πόλη κινούμαι
Με βαρύ οπλισμό εκστρατείας
Ψέμα, κατάλαβα
οι εκεχειρίες
Τα σύμφωνα ειρήνης
Τα χαμόγελα σε όρθιες ταξινομήσεις
Θνησιγενών καλών προθέσεων
Ο πόλεμος
Ο κάθε πόλεμος
Αιώνες τώρα
βρυχάται μέσα σε μια σπηλιά
Και εκτοξεύεται απρόσμενα
στον ουρανό της μέρας μας
σαν χημική οδοντοστοιχία
ζώου αρπακτικού

Μετά
Μόνο για όξινη ζωή μιλάς


Φωνήεντα σε περίπτερο (2016)

Γεννήθηκα
Με δυο κομμάτια σπασμένο γυαλί
Ένα σε κάθε χούφτα μου
Και δεν μπορώ αναίμακτα να σφίξω τη μέρα
να σφιχταγκαλιάσω ένα κενό
Κάποτε τούτα τα γυαλιά
θα συναντήσουν το απρόσμενο
και τότε χωρίς το φίλτρο
μιας εκ προμελέτης σκέψης
θα αιματοκυλήσουν όλες τις χειραψίες μου
Χέρια κόκκινα θα γεννηθούν
Με ομφάλιο λώρο ενωμένα σε μια συνάντηση
που όλο θα ’ρχεται
θα ξεμακραίνει ή θα χαθεί στην είσοδο αναμονής
Χέρια κόκκινα υψωμένα σε μια διαδήλωση
«Πεινάω, Πονάω, Πενθώ»
αδύνατες προθέσεις
Πρώτη φορά που τα πανό μου θα είναι
σαν φλέβες και αρτηρίες
Σε σώμα ενήλικο θα γεννηθoύν ξανά


Φωνήεντα σε περίπτερο (2016)

Τα φώτα χαμηλώνανε επικίνδυνα
Άκουγα έντρομος τα νύχια της νύχτας
να σχίζουν το τελευταίο ένδυμα
της παράστασής μου

Μετά γυμνός διάλεξα λόγια δίχως σκηνικό
σαν μήνυμα ραδιο-φονικό
σένα ανένδοτο μέλλον

Πότε επιτέλους θα μιλήσει;
Πάει τόσος καιρός
που μου ’βγαλε τα πρώτα του δόντια

Φωνήεντα σε περίπτερο (2016)

Πότε ακριβώς μεταμορφώθηκα σε κουνιστή καρέκλα;
Άγνοια δεν μπόρεσα να επικαλεστώ
Έβλεπα τις προειδοποιήσεις
στα βήματα όσων προπορεύονταν

Οι επιπλοποιοί
με προορίζανε πιστό σκυλί στα διατάγματα του χρόνου

Τα μάτια έκλεινα
ν’ αντέξω το γιγάντιο σφυρί τους
και το τσεκούρι που ’κοβε σιγά σιγά το σθένος

Τα ροκανίδια από τις φλέβες μου
έτρεχαν σε ένα σώμα ετοιμόρροπο
αταίριαστα
πάνω σε μπράτσα και μηρούς
ακίνητο με κράτησαν σε μια γωνιά
με θάνατο μισό
ζωή μισή
μέχρι που μόνη κίνηση απέμεινε
ετούτη η διαρκής αιώρηση μπρος-πίσω

Όλο πιο πίσω
Κι οι δρόμοι να απλώνονται μπροστά μου επικίνδυνοι
φώτα σβηστά
κι εγώ όλο και περισσότερο χαμένη στο σκοτάδι

Δίχως καν ένα σπίρτο για κείνη τη μικρή
που δεν κατάφερε να ζήσει μες τα παραμύθια

Φωνήεντα σε περίπτερο (2016)

Τα χέρια, πλύνε μου τα χέρια
Όχι τα πόδια σαν Ιησούς
Είμαι τόσο κοινός
Δεν παρακάθημαι σε δείπνους μυστικούς

Δεν μεταλαμβάνω
Δεν μεταλαμπαδεύω
Δεν μετακινούμαι
Σαν φύλλο μόνο αιωρούμαι από τη μοίρα
Τυχοδιώκτης άνεμος θωπεύει
Και με αποπλανεί

Πότε θα βρέξει;
Δεν τόλμησαν μια πρόβλεψη
Δεν διακινδύνευσαν ερμηνείες οι μετεωρολόγοι
Φοβούμενοι διάψευση
Φοβάμαι την αλήθεια μου

Τόση σκόνη στα δάχτυλά μου
που δε θυμάμαι πια το σχήμα και το χρώμα τους

Τα χέρια, πλύνε μου τα χέρια
Δεν αρκούν οι λέξεις μου για να σ’ αγγίξουν

Η σάρκα σ’ ένα κενό ψυχής
Η μελωδία σε μια εξομολόγηση πνευστών

Αλλιώς ποιο ποίημα θα έρθει να σε ντύσει;
Ποια νότα τις νύκτες σου να γδύσει;
Κι έτσι γυμνές να στις αφήσει
Σαν φύση νεκρή

Τα χέρια, πλύνε μου τα χέρια
Όχι τα πόδια που φυτεύτηκαν βαθιά στην ενοχή μου
Και μ’ έχουν κάνει δέντρο φυλλοβόλο
ένα φθινόπωρο που χάθηκε για πάντα

Φωνήεντα σε περίπτερο (2016)

 

To πικρό νερό που έφερες στη χούφτα
μετά το πιο στενό σου μονοπάτι
είναι το αθάνατο είπες
του κρυμμένου σου παραμυθιού
για να αρχίζεις κάθε μέρα την αλήθεια σου
από εκεί που την άφησε η τελευταία μελαγχολία
Κι αυτό να μην τελειώνει
με κανένα θάνατο που πλέκει η μέρα σου
ίσια ανάποδα
ίσια ανάποδα
όσο να σπάσει η εποχή
της σκοτεινής της ύφανσης το μέλλον

Και ένας πόντος να ξεφύγει
είναι το μέτρο της ελευθερίας μας

Φωνήεντα σε περίπτερο (2016)

Καταγράφω πάλι όσα δεν είπα
Τα γραπτά μένουν
λένε
από αρχαιοτάτων ελπίδων
Οι σκέψεις θάβονται
κάτω από το χιόνι των τελευταίων ημερών
Χτυπάνε κάποτε την πόρτα
Δεν ανοίγω
Αποφεύγω πλέον το βάδισμα νιφάδας
μες στους χειμώνες που φαίνονται ατέρμονοι
Για πόσο θα μπορώ να πέφτω
χωρίς να λιώνω και να χάνομαι
Σου γράφω λοιπόν
ενώ μέσα μου περνάει σαν άδειο τρένο
το τελευταίο μας ταξίδι
Εκείνο το δίχως σταθμούς κι ανταποκρίσεις

Τόσο πολύ μας κούρασε η διαδρομή
που το εγκαταλείψαμε πηδώντας από τα παράθυρα
Κάποια στιγμή που η καρδιά μας έπαψε να επιταχύνει
διευκολύνοντας την επιβράδυνση

Φωνήεντα σε περίπτερο (2016)

Φέτος δεν έχουμε βροχές
είπες
Κοιτάζοντας τη ραγισμένη κρούστα του καιρού
Σκάβει πολύ ο ήλιος το περίβλημά μας
Τόσο που απρόσεχτα εξακοντίζει τον Θεό
στα δώματα της απουσίας του
Ύστερα
εσύ
εγώ
μια κλίση προς τα άνω
αβεβαιότητας
Και το εμείς στο πρώτο πρόσωπο ενικού

Χειμερία ζάλη (2017)

Είναι η μία εκείνη φορά που φτιάχνει παραμύθια
Η μια φορά σε τούτο τον καιρό της ανάγκης
Κρατάω τη μοναδικότητα
Την περιθάλπω στοργικά
ως παρακαταθήκη επανάληψης
Το ξέρω πως είναι η εποχή της μίας χρήσεως
Κάθε πρωί περιμαζεύουμε τα χαρτομάντιλα της λύπης
από πεζοδρόμια χωρίς πόδια
από παράθυρα δίχως πρόσωπα
Οι άνθρωποι υπάρχουν πια χωρίς τα ίχνη τους
Ολόκληροι ένα δάκρυ που εξατμίζεται στα υπόγεια της θλίψης

Χειμερία ζάλη (2017)

 

Σκέφτομαι πως έρχονται οι έρωτες
σαν αρπαγή της νύχτας
Σαν ανάληψη κυρίου σκοπού
στα ύψη που καραδοκεί το μυστηριακό του θείου
Ξέρουν οι νύχτες να φοράνε
το προσωπείο μιας παλιάς μας ευκαιρίας
Ξέρουν για ώρες να υποδύονται το ανέμελο
Τα πρωινά, όμως,
περνάει μια γριά κάτω απ’ το παράθυρό μας
σκελετωμένη από έλλειψη ευτυχίας
Τη βλέπουμε να σκύβει στους σκουπιδοτενεκέδες
Να κτενίζει με τα μάτια
τόσα ξέμπλεκα φίδια των ονείρων μας
Κι ύστερα από ώρες των αιώνων
νηστική και διψασμένη αποχωρεί
σέρνοντας με κούραση τις σκέψεις της
Απ’ το υστέρημα
κανείς δεν δίνει
Μες στο υστέρημα
ουδείς λαμβάνει
Ισορροπία που συντηρεί μονίμως
την ασταθή διέλευση του βίου μας


Χειμερία ζάλη (2017)

Πάρε ψωμί, πάρε αντίδωρο
Βρέξε τη σκέψη με κρασί
Μέθυσε την πίκρα
Και κάτσε ύστερα να την ακούς να τραγουδάει
Είναι μια θεία κοινωνία τούτη η μέρα
Προτού τη συναντήσουμε νηστέψαμε για μέρες
Μείναμε μακριά από τη χαρά
σαν ασκητές μιας άγνωστής μας κρύπτης
Περπατήσαμε με άγρια θηρία
Χαϊδέψαμε αναπάντεχες ανεμώνες
μες στα χωράφια που τα έσπερνε η ανάγκη επιβίωσης
Τα βράδια ερχόταν πάντα ένας ψαλμός
κρατώντας τον ρόγχο από τον τελευταίο θάνατο μαρτύρων
Τότε πέφταμε αυθόρμητα στο πάτωμα
λες και μας έσπρωχνε ένα σέβας ή ένας φόβος
Ποιος τα ξεχώρισε ποτέ τα δυο
Τα σύνορα εύκολα κανείς διαβαίνει
όταν κινείται ανάμεσά τους σαν ταλάντευση εκκρεμούς
Ρολόι σπασμένο από τον ίδιο τον χρόνο του
Προσκυνούσαμε λοιπόν και ετοιμαζόμασταν
για τούτη τη μεγάλη εικόνα αναστάσεως
Όταν εμπρός της θα βρισκόμασταν
να ήμασταν έτοιμοι
με μια φωνή ρομφαία που διαπερνά τα σκότη
νηστικοί και διψασμένοι αεί να ψάλλουμε
Αλληλούια
Επιζήσαμε τόσων νεκρών
και ημερών ημιθανών
Τώρα στην άλλη σκέψη πια
ποιος θάνατος μπορεί να μας σκοτώσει;


Χειμερία ζάλη (2017)

Πότε έφυγες;
Χτες ακόμη σκάλιζες με τα μάτια σου τον ουρανό
Φύτευες νέα άστρα
άνθη αναρριχώμενα
που σαν ατίθασα μαλλιά ξέφευγαν απ’ το κεφάλι αγγέλων
και έπεφταν ίδια με ταξίδι Ραπουνζέλ
κάτω από το μπαλκόνι του κόσμου
Να ανέβει, έλεγες,
τρελά ερωτευμένος ο νέος καιρός
να σε φιλήσει απρόσμενα στη σκέψη
Πότε έφυγες και δεν ειδοποίησες;
Ο καφές άχνιζε ακόμα στο τραπέζι
και τα πουλιά πηγαινοέρχονταν
να φτιάξουν τη φωλιά
για έναν Αύγουστο ακόμα
Τουλάχιστον να έδινες την απαραίτητη
ενός μηνός προειδοποίηση
Να ’χω τριάντα μέρες αργύρια
να εξαγοράσω τον προδότη χρόνο


Χειμερία ζάλη (2017)

Πρωτόγονοι είμαστε ακόμα, λες
Κοιμόμαστε στις ευκαιριακές σπηλιές μας
σαν νομάδες που φοβούνται να κατοικήσουν
ένα δυνατό συναίσθημα
Τις νύχτες
ζωγραφίζουμε επάνω στα τοιχώματα της σκέψης
ένα μικρό ελαφίσιο όνειρο
να τρέχει ανυπεράσπιστο στη σαβάνα του κόσμου μας
Κι όταν μας παίρνει ο ύπνος πλάι στα βέλη χέρια μας
ονειρευόμαστε πως γίνεται το θήραμα της επόμενης μέρας
Το τρόπαιο που θα σηκώσουμε ψηλά
για όλο αυτό τον μακρύ δρόμο ουτοπίας
Νομάδες είμαστε, μου λες
Άστεγες πάντα οι μεγάλες μας αγάπες
με ένα ρίγος από κρύο ή πυρετό


Χειμερία ζάλη (2017)

Τα απογεύματα
τι λίκνο, αλήθεια, της μνήμης
καθώς ο ήλιος αφοπλίζεται
και μια μάχη ακόμα τελειώνει
μέσα στην έκρηξη του ατελούς
Τα μικρά σύννεφα καμώνονται πως αύριο δεν θα μεγαλώσουν
Θα αψηφήσουν τους κανόνες της ζωής
Θα ακολουθήσουνε μονάχα συμφωνίες του θανάτου
Για να μπορεί ο κόσμος να γυρίζει πάντα
γύρω από την προσδοκία μικρών χελιδονιών
«Από πίσω σαν ψαλίδι
Από κάτω σαν βαμβάκι
Τι είναι;»
Σκέφτεσαι καθώς γέρνει ο χρόνος και βουτάει
σαν άτσαλος κολυμβητής στη λίμνη Αχερουσία
πως άλλο δεν είναι από πληγή
που κόβει συστηματικά τα δάχτυλά σου
Ύστερα κάνει πως τα περιθάλπει
με βαμβάκι λευκό, ιαματικό
Να ’χει το κόκκινο ζωηρά να αποτυπώνεται
Ζωηρά να μετασχηματίζεται σε πάθος
Μικρή ανταπόδοση για τη μεγάλη σου ευαισθησία
σε ρωγμές βεβαιότητας


Χειμερία ζάλη (2017)

Ένα παιδικό κοιμητήριο
με επισκέπτεται συχνά τις νύχτες
ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο
Μικρά άσπρα φέρετρα
με προσωπάκια που χαράχτηκαν με ένα περίεργο χαμόγελο
από λεπίδα που έκοβε εκ γενετής το αιώνιο
Και δίπλα στέκονται άλλα μικρά παιδιά
καλοντυμένα
έτοιμα λες για ταξίδι χωρίς αποσκευές
χωρίς μια κούκλα να νταντέψουν
όσο να γίνει μια μεγάλη ομορφιά του κόσμου
ή ένα έστω στρατιωτάκι έτοιμο για τις μεγάλες μάχες
Έτσι ανοχύρωτοι είναι μόνο της ερήμου ταξιδιώτες
με πολύ κρύο όλες τις νύχτες
ανυπόφορη ζέστη όλες τις μέρες
Νύχτες και μέρες εναλλάξ μέσα στο βλέμμα τους
νύχτες κι απόβραδα μέσα στις χούφτες τους
να τρέχουν ανεξέλεγκτα
σαν άμμος νέας κλεψύδρας
που μετρά τον χρόνο σπάταλα
Μετά ρωτάς πώς και δεν μεγάλωσαν;
Πώς και δεν έγινε ενήλικη η μικρή προοπτική τους;

Χειμερία ζάλη (2017)

Ας μη χορέψουμε απόψε αγκαλιά με το ναυάγιό μας
Στον βυθό ας ξαπλώσουμε καλύτερα ήσυχοι
παίρνοντας βαθιές αναπνοές
Τότε τα άλλα ψάρια
θα πλησιάσουν από περιέργεια
παρά από οίκτο

Και τούτος ο βυθός
δεν μπορεί άλλο να βυθίζεται
στη σκηνοθετημένη λύπη

Ας μείνουμε λοιπόν σιωπηλοί
Στη σιωπή κλείνουν τ’ αυτιά οι Σειρήνες
Σφαλούν τα μάτια και το στόμα
Κι εμείς περνάμε αλώβητοι ακόμα μία πτώση

Ας αλλάξουμε ρυθμό αναπνοής την κατάλληλη στιγμή
Να μη δείχνουμε νεκροί
όταν η νύχτα επιχειρεί
έναν ακόμα αυτοσχεδιασμό επιβίωσης


Χειμερία ζάλη (2017)

Λίγο το ψωμί
Πάντοτε λίγο κάρπιζαν τα μάτια
Κι ύστερα μοίραζαν μπουκιά μπουκιά το χρώμα
μες στο πηχτό σκοτάδι
Μα τώρα φτάσαμε να τρεφόμαστε μονάχα με τη σκέψη
με φαντασία επικίνδυνη
για κάθε ομαλή προσγείωσή μας στο ανέφικτο
Κι όλα καλά μέχρι το βράδυ
όταν μαζεύαμε σε μια απόχη τα φτερά της πεταλούδας
και τα κολλούσαμε ύστερα στα βλέφαρα
να έχουν έγχρωμες μικρές εκρήξεις προς το άπειρο
Να μη μετράμε θέλαμε το λίγο
Μονάχα να το επεκτείνουμε
σε ένα κρεβάτι του Προκρούστη
που στήναμε στη σκάλα του ουρανού
κι ανεβοκατεβαίναμε ως εκεί που δεν κοντεύαμε
να τσακιστούμε από ζηλόφθονο άστρο

Μα κάθε που νύχτωνε
ήτανε λες και άνοιγε μες στην καρδιά μας
μια τεράστια επιθυμία αχόρταγη
με δόντια τροχισμένα από άδικο
σαν θηρίο σε ζούγκλα πεινασμένο
που γύρευε μια λεία ανυποψίαστη
Άξαφνα εκεί μες στην τρεχάλα και το ψάξιμο
ένας πυθμένας άνοιγε χωρίς την είσοδό του
Κι εμείς όλο και μπαίναμε κρυφά από την έξοδο
σαν να ’μασταν παράνομες ευχές
που θα ’πρεπε να κρύβονται
από αυστηρούς αγίους

Χειμερία ζάλη (2017)

Τόσες καρέκλες αδειανές
να προσκαλούνε σώματα
που γίνανε πουλιά
Κι αυτό το σούρουπο
τόσο μαύρο στα δυο σου μάτια
που έγινα πένθος κοιτάζοντάς τα

Χειμερία ζάλη (2017)

Έχω ένα μαντίλι με λευκή δαντέλα
προίκα μιας γιαγιάς με μικρά πόδια
μεγάλα μάτια
Όσο πιο πολύ συρρίκνωνε ο χρόνος το κορμί της
τόσο πιο πολύ μεγάλωνε το βλέμμα της
Γινότανε η ίριδα μια τεράστια σπηλιά
να χώσει μέσα όλα τα θηρία
που γεννούσανε τον τρόμο
για το δάσος δίχως δέντρα αειθαλή
Ώσπου κάποιο βράδυ
ένας αγέρας χτύπησε τη σκέψη
Ένας βαρύς χειμώνας ξεσηκώθηκε με κατακόκκινο το χιόνι
Και βγήκε έξω η γιαγιά
βάζοντας στα χείλη λίγο χιόνι για κραγιόν
Ήτανε τόσο πολύ το κρύο
Και τόσο λίγη η θέρμη από το άγνωστο
Συστολή του συναισθήματος
Διαστολή του πεπρωμένου
Ακαριαίο το τέλος
Από τότε
κάθε φορά που κοιτάω το μαντίλι της
άγραφο ακόμα
–αθώα δυστυχές–
ξέρω πως κάπου ένα περίεργο άστρο ταξιδεύει
κόκκινο όσο τα χείλη που δεν μάτωσαν ποτέ
σε έναν ωραίο πόλεμο ζωής

Χειμερία ζάλη (2017)

έτρεξα σαν λαβωμένο ελάφι
στη σαβάνα του σαλονιού
με τα γαλάζια φωτιστικά σε σχήμα επίκλησης
τα πράσινα έπιπλα σε κινούμενη ελπίδα
ένα άγριο ζώο μέσα μου
προϊστορικό
ξανά με κυνηγούσε
άνοιξα ορμητικά την εξώθυρα
να περάσει απρόσκοπτα η έφοδός σου
ήρθε τότε και έπεσε αριστερά στο στήθος
ένα καμιόνι γεμάτο από κόκαλα
προσφιλών αποθανόντων
και μια φέτα αθέατης σελήνης
θέρισε τον έρωτα
στον κήπο με τα αποξηραμένα ποιήματα
είχε περάσει τόσος πόνος
πώς δεν το πήρε είδηση η συρρίκνωση της σάρκας
η περίοδος των βροχών

μα ήταν τόσο όμορφος
εκείνος ο άλλος θάνατος
όταν τα σώματά μας
μεστωμένα στάχυα
αγκάλιαζαν τον Ιούνιο και ξεψυχούσαν

επίμονος στόχος πια
κρεμόσουνα μπροστά στα αγουροξυπνημένα χρόνια
ένας άγνωστος φόβος μου τράβηξε καρδιά
σημάδεψε
κροτάλισαν επαναληπτικά
το θήτα του θυμού
το έψιλον της έλλειψης
το λάμδα της λύπης
το ωμέγα της κατάληξής μας
«θέλω λοιπόν
σε θέλω»
άκουσα τη ζωή να εκπυρσοκροτεί

ενός στεναγμού σιγή
παρέμεινες
διάτρητος στα μάτια μου
ακίνητος στον ουρανό σου
αγάπη μου
ούτε στα όνειρα
δεν με ονειρεύεσαι

REM (2019)

Franz
δεν το πίστευα
μετά από τόσες ασκήσεις καλοσύνης
(αφού το σύμπαν καιροφυλακτεί)
σηκώθηκα κάποιο πρωί
και ήμουν μεταμορφωμένη
σε ένα τεράστιο έντομο
ξέφυγα από τα σεντόνια
παραήταν λευκά για την κηλίδα της σκέψης μου
ανέβηκα σιγά σιγά στην οροφή
απαραίτητη μια εποπτεία της απόσχισης
πήρα φόρα
κι έπεσα φαρδιά πλατιά στο σώμα μου
λίγο από κουνούπι
περισσότερο από αράχνη
μέλισσα με κεντρί θανατηφόρο
μια χαρά η πτώση μου και τρεις τρομάρες

κάπως έτσι αυτοκτονούμε
όταν δεν μπορούμε να πεθάνουμε ευπρεπώς
στους εφιάλτες μας

REM (2019)

κολυμβήθρα πέτρινη
σχήμα άκομψο, σχεδόν τσεκούρι
στέκομαι σοβαρή κι ανέκφραστη
το απαιτεί μάλλον η ιερότητα του χρόνου
βαπτίζω ένα μέλλον
το ονομάζω πιθανότητα και μένω όρθια
μέσα σε ναό άλλης θρησκείας
χωρίς να ξέρω τι να προσκυνήσω
άγομαι φέρομαι από ενδεχόμενα
και από γιασεμί που με γεμίζει κατακαλόκαιρα
πλανεύτρα πάντα η μυρωδιά
κάθε στεφάνι και μια νίκη για τις ήττες

άξαφνα ένα άγνωστο παιδί στα χέρια μου
μαυροντυμένο κι ας το ’χω βαφτίσει
απεταξάμην είπα το ενδεχόμενο
ο κόσμος προχωράει μόνο με βεβαιότητες
ή έτσι θα έπρεπε να είναι
να μη σου τραβάει κάθε τόσο ένας φθόνος
το μέλλον κάτω από τα πόδια


REM (2019)

είναι και το μεταμεσονύχτιο δείπνο
φοράμε τις νυχτικιές ανάποδα
να φαίνεται η ετικέτα μιας νέας πραγματικότητας
χαλαροί
δήθεν ξέγνοιαστοι
χωρίς τα μπιζού του καθωσπρεπισμού
ή τα φτηνά αρώματα που κλήθηκαν να εντυπωσιάσουν
αντί για μας
στο πάτωμα το τελευταίο πορφυρό κραγιόν
αφήνει πληγές ανάμεσα στα πόδια
καθώς συνειδητά το αγνοούμε
η ελευθερία χρειάζεται τη γύμνια μας
μπροστά σε θολούς καθρέφτες
σεργιανούμε ανάμεσα στις καρέκλες
δεν αφήνουμε να καθίσει πουθενά αυτή η ενέργεια
που μας έδωσε απρόσμενα
η προσγείωσή μας σε έναν άγνωστο πλανήτη
κάποια στιγμή
την ώρα που όλοι θα καμώνονται πως νύσταξαν βαριά
θα βάλουμε ένα ακόμα πιάτο στο τραπέζι
φιλικό στο νέο μας περιβάλλον
οπωσδήποτε ανακυκλώσιμο
έχει τελειώσει η πορσελάνη
έπεσε προχτές και έσπασε
την ώρα που ο πατέρας ξέπλενε για πρώτη φορά
τα υπολείμματα του βραδινού
τι το ‘θελε το νοικοκυριό
τα χέρια του δεν πιάνουνε
αλλιώς θα πιάνανε γερά τόσα χρόνια
και την αγάπη της μάνας
κι εκείνη δεν θα γινόταν ένα πρωί άγγελος
βαθιά λυπημένη που η έγνοια του
είχε πάψει από καιρό
να είναι γύρω από τη ζωή της

ως το πρωί
όλο το πρόσωπό μας κρέμεται ανάποδα
να φαίνεται η ετικέτα
των νέων μας νεκρών


REM (2019)