Moreno Jurado José Antonio

Ο Χοσέ Αντόνιο Μορένο Χουράδο είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής της βυζαντινής και νεοελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης στα ισπανικά. Δίδαξε νεοελληνική και βυζαντινή λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σεβίλλης. Είναι μεταφραστής και σημαντικός μελετητής του έργου των Οδ. Ελύτη και Γ. Σεφέρη. Δημοσίευσε πάνω από είκοσι ποιητικές συλλογές και λογοτεχνικά βιβλία, καθώς και μελέτες και δοκίμια για την νεοελληνική ποίηση και λογοτεχνία. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους νεοελληνιστές της Ισπανίας.

Δείγματα Γραφής

Η ΠΤΩΣΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Στην ενθύμισή μου του Χουάν Ρουίθ Αγκιλέρα

Όλοι βρεθήκαμε στο θάνατό σου,
καλόγουστο αεικίνητο που έκοβες μανόλιες
στην πλατεία του Σαν Πέδρο,
ένα οποιοδήποτε απόγευμα του Μαρτίου,
και τις τύλιγες γλυκά
στο σελοφάν του αίματός σου.
Όλοι βρεθήκαμε στο θάνατό σου,
το λουρί που έδεσες στο ανώφλι της πόρτας,
η προτελευταία ανάσα, η φωνή εκείνη του νότου,
με τη μεταμφίεση του θανάτου,
που σε μάγεψε
-πριν από τόσα χρόνια-
σαν οι σειρήνες τους συντρόφους του Οδυσσέα,
το φειδωλό σου πέρασμα από μια γωνία του νότου
σαν περιπέτεια του τίποτα,
η μοναξιά του νότου που σ’ ακολουθεί
και σε γρατζουνίζει
και σε δαγκώνει σε κάθε γραμμή του τοπίου,
οι πρώτες σελίδες του Αντίνοου ( της Γιουρσενάρ)
που διαπλέκουν τα φτερά του έρωτα μ’ ένα σόλο από όμποε,
οι Ιησουίτες που ακρωτηρίασαν το πρώτο πτώμα σου
και το έκαναν να περιφέρεται,
απελπισμένα,
σε εκατό χωριά του νότου και του ημίφωτος,
το αργό ποτάμι που θολώνει στο διάβα του τις συνειδήσεις
του νότου και πλημμυρίζει με λαγνεία και απάθεια τις κοιλάδες,
την εξοχή, τα βουνά,
οι αδελφές του νότου που σου έδειξαν
το φτηνό καλλωπισμό
του έρωτα, καθισμένοι στις πλατείες και τα πάρκα,
η πόλη της χάρης και της υποκρισίας
που εορτάζει
με τους αγίους της την κατατρόπωση του φύλου
αλλά προσφέρεται στην Αφροδίτη μες σε ολοκαυτώματα του πόθου.
Όλοι βρεθήκαμε στο θάνατό σου,
παρατηρώντας την οργή των χεριών σου που έσφιγγαν
το λουρί και τη μνήμη, χαμένοι, ηλίθιοι,
παρατηρώντας τη σκηνή της σήψης σου
χωρίς να παίρνουμε τα μάτια,
για μια στιγμή,
απ’ το θέαμα,
ο δημοσιογράφος της απελπισίας,
το κακό που απλώνεται πάνω στη γη
σαν μουμιοποιημένες λεηλασίες της Ιστορίας,
η αριστερή σου ιδεολογία ξεκαμωμένη τελικά και νικημένη
από τα πάθη του Βατικανού και κιονοστοιχίες του Μπερνίνι,
η τηλεόραση, το τρανζίστορ, το τελευταίο μοντέλο
υποκαμίσου ή αρώματος, τα τελωνεία, οι ναοί,
ο κατακόρυφος σεισμός,
η διαβεβαίωσή σου
πως είσαι αναμφίβολα
στην άκρη της επιστροφής, με ακαθόριστη πορεία,
παίζοντας με το αίσθημα που η πόλη επιπλήττει,
κι εγώ κι ο Μανόλο κι οι μαθητές σου από το Ριοτίντο
ή το Τορρεμπλάνκα.
Όλοι βρεθήκαμε στο θάνατό σου,
κι ο Πάκο κι ο Λεονάρδο και τα ταξίδια του Ιουνίου ως τη Λισσαβόνα
για να σου καρφώσει ο Τσιάδο τους ακρωτηριασμούς του,
μαζί με τον μπρούτζο και τη νοσταλγία του Πεσσόα,
καθισμένος μαζί μας στο τραπέζι,
η ωχρή πόρνη που περίμενε το φόβο σου,
απ’ το Χαέν,
εσύ,
έφηβος που προαισθανόσουν
τον υποβιβασμό της καθαρότητας,
οι Ιησουίτες, πάλι, που σου δάνεισαν
πυρίτια για το κορμί
και μια αβαθή σχισμή για την ψυχή,
τα πληρωμένα νομίσματα στο αγόρι της βάρδιας
που σου έκανε έρωτα χωρίς μια χειρονομία τρυφερότητας,
τα νομίσματα που χρησίμευαν, το απόγευμα,
για να πιούν το αίμα σου σε μια κούπα λησμονιάς,
τα πληρωμένα νομίσματα στους παπατζήδες του νότου,
στους μεθύστακες, στ’ αλάνια από ζάχαρη και σύριγγα.
Όλοι βρεθήκαμε στο θάνατό σου,
αυτοί που γυρίζαμε την πλάτη στον πόνο σου
πεπεισμένοι από την ίδια τη δική μας εξουθένωση,
οι καθαροί, οι εστέτ, οι αμόλυντοι,
αυτοί που νιώθαμε ντροπή να περπατήσουμε μαζί σου
στο στρογγυλό άρωμα της σελήνης του Ιουνίου,
αυτοί που πιστεύαμε στην αναγέννηση των ονείρων
δίπλα στη θάλασσα του φθινοπώρου,
αυτοί που προφυλάσσαμε τα παιδιά μας
από το όρνεο και τα εγκαταλείψαμε στην ηρωίνη,
οι μικρόψυχοι, οι νικημένοι, οι ξεπουλημένοι,
αυτοί που αφιερώσαμε ένα αλτάρι στο θάνατο
από την εποχή των δεινοσαύρων,
οι τυφλοί, αυτοί που κρύβαμε το πρόσωπο
μπροστά στον πόνο τον σταματημένο στα πεζοδρόμια των λεωφόρων.
Όλοι βρεθήκαμε στο θάνατό σου,
μα κανείς μαζί σου.

Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης

ΦΡΥΝΗ


Καθισμένος στον Ήλιο στα προπύλαια
που οδηγούν στον πρόσφατα διακοσμημένο ναό
με ανάγλυφα χρωματιστά αγάλματα
ενώ διάβαζα Δημόκριτο
σε μια παλιά περγαμηνή

παρατήρησα μεταξύ έκπληξης παραδοξότητας και ικανοποίησης
ότι τα αγόρια
κατέβαιναν απ’ το βραχώδες ακρωτήρι
βιαστικά
με τρέλα
ερωτευμένα
αιχμαλωτισμένα στ’ αλήθεια από το φως του προσώπου της
από την παθιασμένη καμπύλη του γοφού της
από τη γυμνότητά της

χτυπούσαν τα στήθη τους
ξερίζωναν τα μαλλιά τους
χειρονομούσαν με τα χέρια τους στον αέρα

και τραγουδούσαν τα πιο θλιμμένα τραγούδια
αγάπης
όλης της Ανατολής

ωστόσο τυφλωμένος απ’ το φως μια στιγμή
έκλεισα τα μάτια μου σφιχτά
ενώ μια τέλεια γραμμή της θάλασσας
γαλάζια τόσο μόνο
αναπαυόταν στον αμφιβληστροειδή μου

άρωμα βασιλικού και άρκευθου λουίζας και θυμαριού
κατεβαίνοντας την πλαγιά
περιέβαλε ευφρόσυνα
τα σώματα
τα ερωτευμένα
αγόρια σαν άτια της νιότης των ειδυλλίων
με άψαυστα χαλινάρια

η Αφροδίτη κι η Φρύνη ήτανε μία και η αυτή
κι όποιος έμπαινε στο ναό
καταλάβαινε
χάνοντας στη στιγμή μνήμη
διαύγεια
όντας σε τέλεια έκσταση ομορφιάς

τότε την άκουσα μ’ αγαπούν στη Βοιωτία
στη μικρή γενέτειρά μου των Θεσπιών
ενώ υψώνουν τα μάτια τους στις κορφές του Ελικώνα
που φιλάει με πάθος το σπλαχνικό χείλος του σύννεφου

και συνέχισε να μιλά με τον Πραξιτέλη τὴν σεαυτοῦ ἑταίραν ἱδρύσας
ἐν τεμένει
που θα την επικαλούνται για πάντα με το όνομα
της Αφροδίτης της Κνίδου

ενώ ικέτευε με ζωηρή φωνή
ἐλθεῖν σε πρὸς ὑμᾶς ἳνα ἐν τῷ τεμένει
μετ’ ἀλλήλων κατακλινῶμεν,
οὐ μιανοῦμεν γὰρ
τοὺς θεοὺς οὓς αὐτοὶ πεποιήκαμεν

και θυμήθηκα αμέσως ότι οι Ηλιαστές
συγχώρησαν την ασέβειά της
αλλά ποτέ εκείνη του Σωκράτη
όταν έμεινε γυμνή μπροστά τους
όρθια ροδοειδώς χωρίς ενδύματα
στη συνέλευση

αλλά τώρα
έρωτας και κάλλος σύμμαχοι οι δυο
συνωμοτώντας
σε ένα μικρό κομμάτι κρόνου
ενάντια της υποκρισίας και του παραλόγου
των αιώνων και των αιώνων
που πέρασαν και περνούν

κάποιος ψιθύρισε δίπλα μου
για να το ακούσω εύκολα
Πάμε
είναι αργά
κλείνουν πια τα φώτα και οι πόρτες του Μουσείου


Μετάφραση: Σταύρος Γκιργκένης.

ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Στη σκιά ενός θέματος του Κ. Π. Καβάφη

Ούτε που γνωρίσαμε τα ονόματά τους.

Μόνο ότι, το πρωί, πέρασαν αποφασιστικά τα σύνορα.

Ήρεμα. Δίχως να δώσουν μάχη.

Με την υπεροψία εκείνου που αισθάνεται ανώτερος

επειδή έχει ενστερνιστεί τα σημάδια του θανάτου.

Ήμασταν συναισθηματκά τόσο αδύναμοι, τόσο εύπιστοι,

που μας ξεγέλασαν αμέσως με τις καλές τους λέξεις,

με μια ταπεινότητα προσποιητή και υπονομευτική.

Κι έτσι, δίχως να το καταλάβουμε, τους βάλαμε στο τραπέζι.

Αποθέσαμε στα χέρια τους το σπίτι μας, τα υπάρχοντά μας.

Τους εκχωρήσαμε χαριστικά το βασίλειο.

Ακόμη και τα αρχεία. Τα τωρινά κι αυτά που κληρονομήσαμε

απὀ τους προγόνους μας με σεβασμό και ευλάβεια.

Και, με το πέρασμα των χρόνων, πεπεισμένοι για το θρίαμβό τους,

άρχισαν να διαφθείρουν τη γλώσσα μας,

να σπαταλούν τους εναπομείναντες πόρους μας.

Και μας εξόρισαν δίχως έλεος και με λύσσα

από τη δική μας παλιά ομορφιά.

Και, στο τέλος, σαν κύριοι,

προτίθενται να μας κάνουν σκλάβους της φαυλότητάς τους.

Αλλά, αν έχω δυνάμεις

για να συνεχίσω να ζω όπως πάντα,

θα διατηρήσω τις αρχές μου,

με το κεφάλι ψηλά και στη θέση μου.

Ποτέ δεν θα επιστρέψω να προσαρμοστούν τα ποιήματά μου

στις μόδες τους, στο ψεύτικο θερνουδιανό τους ύφος.

Τουλάχιστον,

αυτή θα είναι η μοναδική δάδα της ελευθερίας

που θα διατηρήσω αναμμένη.

Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης

LOS BARBAROS

A la sombra de un tema de C.P. Cavafis

Ni siquiera sabiamos sus nombres.
Sólo que, a la mañana, cruzaron con decisión la frontera.
Tranquilamente. Sin presentar batalla.
Con la arrogancia de quien se cree superior
por adoptar los gestos de la muerte.

Éramos emotivamente tan débiles, tan confiados,
que nos engañaron al instante cοn sus buenas palabras,
con una humildad fingida y sediciosa.
Y así, sin darnos cuenta, los sentamos en la mesa.
Pusímos en sus manos nuestra casa, nuestras posesiones.
Les entregamos graciosamente el reino.
Incluso los escritos. Los de ahora y los que heredamos
de nuestros antepasados con respeto y adoración.

Y, al cabo de los años, convencidos de su triunfo,
comenzaron a prostituir nuestra lengua,
a dilapidar nuestra escasa fortuna,
y nos expulsaron sin piedad y con rabia
de nuestra antigua belleza.
Y, a fin, como señores,
pretenden hacernos esclavos de sus propios vicios.

Pero, si tengo fuerzas
para seguir viviendo como siempre,
mantendré mis principios,
alta la cabeza y en mi puesto.
Nunca dejaré que mis poemas se adapten
a sus modas, a sus falsos estilos cernudianos.

Al menos,
esa será la única antorcha de la libertad
que mantendré encendida.